Ένα ερωτικό αστυνομικό μυθιστόρημα όπου το έγκλημα, το πάθος και η αλήθεια συγκρούονται, αναγκάζοντας μια γυναίκα της Ασφάλειας να διαλέξει ανάμεσα στο καθήκον και σε όσα φοβάται να ζήσει.
Στην εφημερίδα «Coprupress» φιλοξενούμε τη συγγραφέα κυρία Ασημίνα Στασινοπούλου, με αφορμή το μυθιστόρημά της «Παράνομο Άγγιγμα», που κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Carmela’s Books. Η Ασημίνα Στασινοπούλου γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Αθήνα. Η σχέση της με τη γραφή ξεκίνησε από νωρίς, μέσα από την ανάγκη να ταξιδεύει με την πένα της, να καταγράφει σκέψεις και να μετατρέπει την καθημερινότητα σε ιστορίες. Η μητρότητα φαίνεται πως ενίσχυσε ακόμη περισσότερο αυτή την ανάγκη, αφού μέσα από τις ιστορίες επιδιώκει να περνά μηνύματα, σκέψεις και αξίες για τον κόσμο που μας περιβάλλει.
Σπούδασε στον χώρο της διοίκησης και της οικονομίας, ενώ έχει ασχοληθεί και με την πληροφορική και τον αυτοματισμό γραφείου. Εργάστηκε σε διοικητικές θέσεις, όμως η αγάπη της για τη λογοτεχνία την οδήγησε σταδιακά σε έναν πιο δημιουργικό δρόμο. Έχει αρθρογραφήσει σε βιβλιοφιλικές πλατφόρμες, διατηρεί δικό της blog και έχει ήδη μια πλούσια συγγραφική διαδρομή, με έργα που κινούνται ανάμεσα στο ρομαντικό, το κοινωνικό, το αστυνομικό και το παραμυθιακό στοιχείο.
Στο «Παράνομο Άγγιγμα», η συγγραφέας μάς συστήνει τη Μαρκέλλα Ιωάννου, αστυνόμο της Γενικής Ασφάλειας, η οποία αναλαμβάνει μια υπόθεση που από την πρώτη στιγμή μυρίζει παγίδα. Μια γυναίκα βρίσκεται άγρια δολοφονημένη σε ένα παραλιακό ξενοδοχείο, έναν χώρο όπου συναντιούνται άνθρωποι που δεν θέλουν να φανούν, ζευγάρια που κρύβονται, σχέσεις που υπάρχουν στο σκοτάδι. Όλα δείχνουν έναν άντρα που δεν έπρεπε να βρίσκεται εκεί εκείνο το βράδυ. Όμως η Μαρκέλλα γνωρίζει πως στην αστυνομική έρευνα το προφανές μπορεί να είναι και το πιο επικίνδυνο ψέμα.
Καθώς η έρευνα προχωρά, η υπόθεση ανοίγει δρόμους προς θαμμένα μυστικά, παλιές ζωές και εγκλήματα που φαίνεται να επαναλαμβάνονται με τον ίδιο νοσηρό τρόπο. Και τότε εμφανίζεται ο Άρης, ένας ύποπτος που δεν χωρά εύκολα στην εικόνα του ενόχου. Η παρουσία του μπερδεύει τη λογική της Μαρκέλλας, η έλξη ανάμεσά τους γίνεται απαγορευμένη και επικίνδυνη, ενώ ο κλοιός γύρω της στενεύει. Ανάμεσα στον νόμο και στην αλήθεια, στο καθήκον και στην επιθυμία, η ηρωίδα καλείται να πάρει αποφάσεις που δεν αφορούν μόνο την υπόθεση, αλλά και την ίδια της τη ζωή.
Συνέντευξη στη Νεκταρία Βαρσαμή-Πουλτσίδη
Κυρία Στασινοπούλου, στο «Παράνομο Άγγιγμα» ξεκινάτε την ιστορία με μια άγρια δολοφονία σε ένα παραλιακό ξενοδοχείο για παράνομα ζευγάρια. Τι σας ενδιέφερε περισσότερο σε αυτό το σκηνικό: το έγκλημα ή οι κρυφές ζωές που μπορεί να συναντήσει κανείς πίσω από μια τέτοια πόρτα;
Α.Σ.: Για να είμαι ειλικρινής με ενδιέφερε περισσότερο να επικεντρωθώ στη ζωή των ανθρώπων και όπως αυτή διαδραματίζεται πίσω από τις κλειστές πόρτες. Για αυτό επέλεξα και αυτό το σκηνικό καθώς ένα τέτοιο ξενοδοχείο δεν φιλοξενεί μόνο παράνομες σχέσεις, αλλά και φόβους, μυστικά και επιλογές που οι περισσότεροι κρατούν κρυφές. Στο βιβλίο μου το έγκλημα ήταν η αφορμή αφού όλο το στόρι βασίζεται στις μυστικά που έχουν όλοι αυτοί οι άνθρωποι και πως επηρεάζουν την καθημερινότητα τους.
Η Μαρκέλλα Ιωάννου είναι αστυνόμος της Γενικής Ασφάλειας και γνωρίζει πως δεν έχει περιθώριο για λάθη. Πώς χτίσατε μια ηρωίδα που πρέπει να παραμείνει ψύχραιμη, ενώ η ίδια η υπόθεση αρχίζει να αγγίζει επικίνδυνα και τη δική της προσωπική ισορροπία;
Α.Σ.: Βασικό μου μέλημα σε κάθε μου βιβλίο που γράφω είναι να φτιάχνω ένα ήρωα που πάει κόντρα στην ζωή του. Να υπάρχουν καταστάσεις που ανατρέπουν το είναι του και το εγώ του. Έτσι όταν δημιούργησα την Μαρκέλλα ήθελα να είναι πρώτα απ’ όλα ένας πραγματικός άνθρωπος. Ως αστυνόμος οφείλει να σκέφτεται ψύχραιμα, όμως κανείς δεν μένει ανεπηρέαστος όταν μια υπόθεση αγγίζει τις προσωπικές του ισορροπίες. Αυτή η εσωτερική σύγκρουση ήταν για μένα πιο ενδιαφέρουσα από την ίδια την έρευνα.
Στην αρχή όλα δείχνουν προς έναν ύποπτο, έναν άντρα που δεν έπρεπε να βρίσκεται εκείνο το βράδυ στο ξενοδοχείο. Σας γοητεύει ως συγγραφέα η ιδέα του «προφανούς ενόχου» που μπορεί τελικά να κρύβει πολύ πιο βαθιά και σκοτεινή αλήθεια;
Α.Σ.: Αυτό είναι που με γοητεύει ιδιαίτερα σαν ιδέα. Δηλαδή το ότι το προφανές μπορεί να είναι παραπλανητικό. Στην αστυνομική λογοτεχνία πιστεύω πως η αλήθεια κρύβεται συνήθως εκεί όπου κανείς δεν κοιτάζει. Μου αρέσει να οδηγώ τον αναγνώστη σε συμπεράσματα και στη συνέχεια να του αποκαλύπτω μια διαφορετική πραγματικότητα. Εκεί πιστεύω βρίσκεται και η μαγεία της ανάγνωσης στα έργα μου.
Ο Άρης εμφανίζεται ως ένας άντρας που δεν δείχνει ένοχος, αλλά ούτε μπορεί να μείνει έξω από την έρευνα. Πόσο δύσκολο ήταν να κρατήσετε την ισορροπία ανάμεσα στον ύποπτο, στον γοητευτικό άντρα και στον άνθρωπο που ταράζει τη Μαρκέλλα;
Α.Σ.: Ήταν μία από τις μεγαλύτερες προκλήσεις του βιβλίου. Ο Άρης έπρεπε να διατηρεί συνεχώς μια ισορροπία ανάμεσα στην υποψία και στη γοητεία, ώστε ούτε η Μαρκέλλα ούτε ο αναγνώστης να μπορούν να είναι βέβαιοι για τις πραγματικές του προθέσεις. Αυτή η αβεβαιότητα είναι που κρατά ζωντανή την ένταση μέχρι και τα τελευταία κεφάλαια όπου έχουμε και την ανατροπή στην ιστορία μου και φανερώνονται οι πραγματικοί ένοχοι και οι προθέσεις τους πίσω από το έγκλημα.
Η έλξη ανάμεσα στη Μαρκέλλα και στον Άρη είναι απαγορευμένη, γιατί μπλέκεται με μια υπόθεση δολοφονίας. Θέλατε μέσα από αυτή τη σχέση να δείξετε πως το πάθος γίνεται πιο επικίνδυνο όταν γεννιέται εκεί όπου δεν επιτρέπεται;
Α.Σ.: Ναι, γιατί πιστεύω πως το απαγορευμένο αποκτά μεγαλύτερη δύναμη όταν συνοδεύεται από κίνδυνο. Η σχέση τους δεν είναι απλώς ένας έρωτας. Για μένα θέλω να είναι μια διαρκής δοκιμασία ανάμεσα στο συναίσθημα, την εμπιστοσύνη και το καθήκον.
Στο βιβλίο υπάρχουν θαμμένα μυστικά, επαναλαμβανόμενα εγκλήματα και ένα σχέδιο που δείχνει νοσηρό και καλά κρυμμένο. Πόσο σας απασχόλησε η ιδέα ότι το έγκλημα σπάνια ξεκινά από μία μόνο πράξη, αλλά συχνά από παλιές σιωπές, φόβους και επιθυμίες που δεν ειπώθηκαν ποτέ;
Α.Σ.: Πάρα πολύ. Θεωρώ ότι κανένα έγκλημα δεν γεννιέται ξαφνικά. Πίσω του υπάρχουν γεγονότα, τραύματα, σιωπές και αποφάσεις που συσσωρεύονται με τα χρόνια. Για αυτό και μέσα από την ιστορία μου θέλω να δείξω πως πολλές φορές το παρελθόν επιστρέφει, ζητώντας απαντήσεις που κάποτε όλοι προσπάθησαν να αποφύγουν.
Η Μαρκέλλα καλείται να διαλέξει ανάμεσα στον νόμο και την αλήθεια, στο καθήκον και την επιθυμία, στη ζωή που ξέρει και σε εκείνη που φοβάται να ζήσει. Πιστεύετε ότι η δύναμη της λογοτεχνίας μπορεί από μόνη της να αναδιαμορφώσει τον τρόπο με τον οποίο οι άνθρωποι βλέπουν τα βιβλία, την ανάγνωση και τα ηθικά διλήμματα που κρύβονται πίσω από κάθε ανθρώπινη επιλογή; Ποια είναι η δική σας άποψη;
Α.Σ.: Πιστεύω γενικά πως η λογοτεχνία έχει τη δύναμη να μας κάνει να βλέπουμε τον κόσμο μέσα από τα μάτια των άλλων. Ίσως να μη μπορεί να αλλάξει από μόνη της τον κόσμο, μπορεί όμως να αλλάξει τον τρόπο που σκεφτόμαστε, να μας προβληματίσει και να μας κάνει πιο ανθρώπινους σε πολλά θέματα. Αν ένας αναγνώστης κλείσει το βιβλίο έχοντας αναθεωρήσει έστω και μία βεβαιότητά του, τότε θεωρώ ότι η ιστορία έχει πετύχει τον σκοπό της.
Σας ευχαριστώ πολύ.

