Το διάστημα 1940-1944 το νησί της Κέρκυρας επλήγη από σφοδρούς ιταλικούς, γερμανικούς και συμμαχικούς βομβαρδισμούς, οι οποίοι προκάλεσαν σημαντικές ανθρώπινες απώλειες και ανυπολόγιστες υλικές καταστροφές.
Το αποκορύφωμα υπήρξε ο βομβαρδισμός της Κέρκυρας με εμπρηστικές βόμβες από τη γερμανική αεροπορία το ξημέρωμα της 13ης προς 14η Σεπτεμβρίου 1943 στο πλαίσιο της επιχείρησης Verrat(Προδοσία) που σχεδιάστηκε και εκτελέστηκε από τη Βέρμαχτ μετά την ανακωχή μεταξύ της Ιταλίας και των Συμμάχων(8 Σεπτεμβρίου 1943).
Σκοπός αυτής της επιχείρησης ήταν η εξουδετέρωση και ο αφοπλισμός των –πρώην πλέον συμμάχων- Ιταλών και η κατάληψη του νησιού. Αν και οι γερμανικές βόμβες είχαν πλήξει, εκτός από την πόλη, τα προάστια αλλά και τα χωριά, τα πλήγματα στο ιστορικό κέντρο εκείνο το εφιαλτικό βράδυ ήταν από τα πλέον καταστροφικά: Ισοπεδώθηκαν ολόκληρες συνοικίες, ενώ καταστράφηκαν ολοσχερώς ή υπέστησαν πολύ σοβαρές ζημιές δημόσιες υποδομές, ναοί, ιδιωτικές οικίες, ιστορικά αρχοντικά τα οποία περιείχαν κειμήλια και συλλογές που χάθηκαν για πάντα, ιστορικά και πολιτιστικά τοπόσημα, όπως η Ανουντσιάτα(Ναός του Ευαγγελισμού), το Δημοτικό Θέατρο, η Ιόνιος Ακαδημία, η Ιόνιος Βουλή, το Δικαστικό Μέγαρο, το ξενοδοχείο Bella Venezia κ.α.
Η πόλη φλεγόταν για μέρες… Ποιες είναι όμως οι μνημονικές αναπαραστάσεις αυτών των καταστροφών από το τέλος του πολέμου μέχρι σήμερα; Πώς οι τραυματικές μνήμες εντάσσονται σταδιακά στο συλλογικό τοπικό μνημονικό αφήγημα; Με ποιους όρους; Βεβαίως, το τραυματικό παρελθόν και ειδικότερα αυτό που σχετίζεται με τα δραματικά γεγονότα του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου περνά διάφορα στάδια και φάσεις επεξεργασίας: απώθηση του τραύματος κατά τις πρώτες μεταπολεμικές δεκαετίες, ενσωμάτωση στο συλλογικό αφήγημα μέσα από μηχανισμούς επιλεκτικής μνήμης και λήθης και «έκρηξη της μνήμης» από τις δεκαετίες του ’80 και ’90 μέχρι και σήμερα.
Στην προκειμένη περίπτωση, βέβαια, υπάρχουν σημαντικές διαφοροποιήσεις: Από τα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια οι βιωμένες μνήμες και το ιδιωτικό πένθος συναιρούνται εκκωφαντικά με τον κατεστραμμένο δημόσιο χώρο και τα οξυμένα προβλήματα στέγασης και επιβίωσης. Και να ήθελε ο κάτοικος της πόλης να ξεχάσει, ήταν πρακτικά αδύνατο. Η διαδικασία της μεταπολεμικής ανασυγκρότησης ήταν ιδιαίτερα αργή. Αρκεί να αναλογιστούμε την περίπτωση της αναστήλωσης και επισκευής του κωδωνοστασίου του καθολικού ναού της Ευαγγελίστριας(Ανουντσιάτα-Annunziata),ενός από τα εμβληματικά πολιτιστικά τοπόσημα του ιστορικού κέντρου της Κέρκυρας, η οποία ολοκληρώθηκε μόλις…το 2024…
Ακόμη περισσότερο αρκεί να θυμηθούμε την τύχη του «λαβωμένου» κτιρίου του Δημοτικού Θεάτρου, του οποίου η κατεδάφιση το 1952 με απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου των Κερκυραίων πυροδότησε τεράστια δημόσια πολεμική, η οποία καλά κρατεί μέχρι σήμερα, εξαιτίας της ακαταλληλότητας του σημερινού κτιρίου…
Σταδιακά βέβαια οι τραυματικές μνήμες μπαίνουν στον αστερισμό της «κανονικότητας», της οικονομικής ανασυγκρότησης και της τουριστικής ανάπτυξης. Από τα μέσα της δεκαετίας του ’60 μέχρι και τα τέλη της δεκαετίας του ’80 η βιωμένη μνήμη της πρώτης γενιάς συνυπάρχει με τη μεταμνήμη της δεύτερης γενιάς και τρίτης γενιάς.
Η διαμεσολαβημένη μνήμη των απογόνων σφραγίζεται τόσο από τα ακόμα ορατά υλικά και χωρικά αποτυπώματα των βομβαρδισμών στον αστικό χώρο όσο και από τις ιδιαίτερα γλαφυρές και συναισθηματικά φορτισμένες αφηγήσεις των γονέων και παππούδων. Σε αυτήν την περίοδο, βέβαια, δημοσιεύονται και ημερολογιακές καταγραφές αλλά και μελέτες που συνιστούν τις πρώτες απόπειρες ιστορικοποίησης των δραματικών γεγονότων.
Από τα μέσα της δεκαετίας του ’90 και εξής, στο πλαίσιο μάλιστα της «έκρηξης» της μνήμης και της εμφάνισης του ιστοριογραφικού ενδιαφέροντος για το τραυματικό παρελθόν και δη για τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, η τοπική ιστοριογραφική παραγωγή εμπλουτίζεται με μελέτες που συνδυάζουν την αντικειμενική εξιστόρηση και την ιστορική τεκμηρίωση με τη βιωματική αφήγηση. Αξιοποιούνται μάλιστα προφορικές μαρτυρίες, οργανώνονται εκπαιδευτικές δράσεις Τοπικής Ιστορίας, ενώ εκπονούνται και εξειδικευμένες ακαδημαïκες εργασίες, με έμφαση σε αυτή την ταραγμένη περίοδο.
Η επιδείνωση των ελληνογερμανικών σχέσεων στα χρόνια των μνημονίων και ιδίως στο διάστημα 2010-2014 επανέφερε δυναμικά στη δημόσια σφαίρα συζητήσεις γύρω από τα εγκλήματα των γερμανικών αρχών κατοχής, τις καταστροφές ελληνικών πόλεων και χωριών και τις πολεμικές αποζημιώσεις. Τομή στην τοπική μνημονική και ιστορική κουλτούρα αποτέλεσαν οι δράσεις και οι εκδηλώσεις που οργανώθηκαν τον Σεπτέμβριο του 2013, με αφορμή τη συμπλήρωση 70 ετών από τους γερμανικούς βομβαρδισμούς, από κορυφαίους επιστημονικούς και καλλιτεχνικούς φορείς της Κέρκυρας.
Αξίζει να επισημανθεί μάλιστα πως, παρά τις εκτεταμένες υλικές καταστροφές και τις σημαντικές ανθρώπινες απώλειες που είχαν προκαλέσει και οι ιταλικοί βομβαρδισμοί το 1940-1941 ιδιαίτερα μέσα στην πόλη και παρά τη σφοδρότητα των αεροπορικών επιθέσεων που είχαν εξαπολύσει και οι Σύμμαχοι εναντίον γερμανικών θέσεων στην Κέρκυρα, στο συλλογικό τοπικό αφήγημα μοιάζει να έχουν παγιωθεί οι γερμανικοί βομβαρδισμοί και η μετέπειτα γερμανική κατοχή ως η αποκλειστική πηγή ολέθρου για τον τόπο και τους κατοίκους του.
Σε αρκετές μάλιστα περιπτώσεις αυτή η «επιλεκτική μνήμη και λήθη» οδηγεί σε συγχύσεις και ανακρίβειες στον δημόσιο λόγο. Στον αστικό ιστό σήμερα «συνυπάρχουν» τα λαβωμένα κτίρια-φαντάσματα, τα αναστηλωμένα μνημεία, τα κτίρια που ανεγέρθηκαν στις θέσεις κατεστραμμένων συνοικιών ή κατεδαφισμένων κτισμάτων καθώς και τα ενετικά και νεοκλασικά κτίρια-τοπόσημα που παρέμειναν ανέπαφα με τις πολυκατοικίες της αντιπαροχής και τις τουριστικές επιχειρήσεις.
Πρόκειται για υλικές και χωρικές ψηφίδες ενός ιδιότυπου μωσαïκού ενταγμένου(;) στην καθημερινότητα των κατοίκων˙ ως εκ τούτου, η ανάδειξη της ιστορικής μνήμης και μάλιστα των αποτυπώσεων του πρόσφατου τραυματικού παρελθόντος στον αστικό χώρο συνιστά ακόμα μια τεράστια ερευνητική πρόκληση.

