Ένα σκοτεινό ψυχολογικό αστυνομικό μυθιστόρημα για έναν συγγραφέα που πίστεψε πως είχε αφήσει πίσω του το σκοτάδι, μέχρι που η ίδια του η μυθοπλασία γύρισε να τον διεκδικήσει.
Με αφορμή το νέο μυθιστόρημά του «Η τρίτη γυναίκα», που κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Bell. Ο Αντώνης Ζερβός μιλάει στην εφημερίδα «Corfupress». γεννήθηκε στο Ηράκλειο Κρήτης, σπούδασε Νομική και εργάζεται ως δικηγόρος, μοιράζοντας τον χρόνο του ανάμεσα στη Ρόδο και τον Πειραιά.
Μετά το πρώτο του μυθιστόρημα «DEADLiNE» και τη συμμετοχή του σε συλλογές διηγημάτων, επιστρέφει με ένα βιβλίο που σκάβει βαθιά στον κόσμο του εγκλήματος, της δημιουργίας, της ενοχής και της ανθρώπινης φιλοδοξίας.
Στην «Τρίτη γυναίκα», ο Άλκης Βρεττός, ένας συγγραφέας που γνώρισε κάποτε την επιτυχία μέσα από τις σκοτεινές ιστορίες του, ζει πια στη σκιά του παλιού του εαυτού. Από δημιουργός έχει καταλήξει ghost writer, γράφοντας για άλλους και παλεύοντας με την αποτυχία, το ποτό και την αίσθηση πως το ταλέντο του τον εγκατέλειψε.
Μέχρι που ένας φάκελος με ένα απειλητικό σημείωμα και τη φωτογραφία μιας νεκρής γυναίκας τον αναγκάζει να επιστρέψει στο σκοτάδι που ο ίδιος κάποτε επινόησε. Ο Βαλτάσαρ, ο δολοφόνος που είχε δημιουργήσει στη μυθοπλασία του, μοιάζει τώρα να περνά στην πραγματικότητα. Κάθε πτώμα γίνεται ιστορία. Κάθε ιστορία γίνεται επιτυχία. Και κάθε επιτυχία σπρώχνει τον Άλκη πιο κοντά στην ηθική του διάλυση.
Συνέντευξη στη δημοσιογράφο Νεκταρία Βαρσαμή-Πουλτσίδη
Κύριε Ζερβέ, στην «Τρίτη γυναίκα» ο Άλκης Βρεττός δεν είναι ένας συγγραφέας σε κρίση, αλλά ένας άνθρωπος που βλέπει την ίδια του τη μυθοπλασία να αποκτά σάρκα, αίμα και έγκλημα. Τι σας ενδιέφερε περισσότερο σε αυτόν τον ήρωα: η πτώση του δημιουργού ή η στιγμή που αρχίζει να απολαμβάνει ξανά την επιτυχία, ακόμη κι αν αυτή πατά πάνω στον θάνατο;
Α.Ζ.: Συναντάμε τον Άλκη στο χειρότερο σημείο της πτώσης του, τότε που όλα δείχνουν να αλλάζουν. Παρακολουθούμε την επιστροφή του, την αναγέννηση του. Μια αναγέννηση που έρχεται μέσα από τον θάνατο μιας άγνωστης του γυναίκας, μια επιστροφή που στην πραγματικότητα είναι η επιστροφή του στην Κόλαση. Στον Άλκη μου βγήκε, μεταξύ άλλων, το στοιχείο που διακρίνουμε συχνά στους ανθρώπους που βγαίνουν μέσα από μια βαθιά κρίση, αντί να επανέρχονται καλύτεροι, μαθαίνοντας από τα λάθη, τα πάθη τους, να είναι χειρότεροι. Πιο σκληροί, πιο εγωιστές. Πιο πεινασμένοι, για τα πάντα. Σαν να διαισθάνονται τον οριστικό χαμό τους.
Ο Βαλτάσαρ είναι ένα πρόσωπο που γεννήθηκε κάποτε μέσα από τη φαντασία του Άλκη, αλλά επιστρέφει σαν εφιάλτης που διεκδικεί τον δημιουργό του. Πόσο επικίνδυνη μπορεί να γίνει μια ιδέα όταν πάψει να είναι απλώς λογοτεχνικό εύρημα και αρχίσει να καθορίζει την πραγματικότητα;
Α.Ζ.: Είμαι απ’ αυτούς που πιστεύουν ότι όλα στο γράψιμο ξεκινούν από μια απλή ιδέα. Άλλοι το λένε έμπνευση, εγώ το λέω απλά ιδέα, έχω ένα θέμα με τις βαρύγδουπες λέξεις. Αυτή η ιδέα θα έρθει, θα καρφωθεί με θράσος, θα επιβληθεί σε ό,τι άλλο σε απασχολεί μέχρι να βρει την διέξοδο της. Αυτό όλο, είναι μια μικρή εμμονή. Μια ήπια εμμονή.
Ο Βαλτάσαρ, το δημιούργημα του Άλκη, είναι μια εμμονή. Μια αχαλίνωτη, θανατηφόρα εμμονή, χωρίς κανέναν ηθικό φραγμό. Είναι όμως δική του εμμονή ή έχει φύγει πέρα από τα όρια του δημιουργού της;
Βλέπω τις ιστορίες μου σαν ένα μικρό σύμπαν. Εξελίσσεται μαζί μας, άλλοτε αργά, άλλοτε βίαια. Οι ήρωες αλλάζουν, όπως εμείς, όπως όλα γύρω μας. Σ’αυτό το πλαίσιο, θεωρώ πως ένα βιβλίο δεν τελειώνει φεύγοντας από τα χέρια μας. Η πραγματική ζωή ενός βιβλίου ξεκινά όταν το παίρνει στα χέρια του ο αναγνώστης. Όσοι οι αναγνώστες, τόσες οι διαφορετικές οπτικές. Στον καθένα θα έχει ένα διαφορετικό αντίκτυπο. Ένα αντίκτυπο που εμείς οι υπόλοιποι ποτέ δεν θα μάθουμε στην πραγματική του διάσταση.
Ο Άλκης αρχίζει να γράφει τις ιστορίες των νεκρών γυναικών, ενώ στην αρχή μοιάζει εγκλωβισμένος και στη συνέχεια σχεδόν εθισμένος σε αυτό το μακάβριο παιχνίδι. Πού βρίσκεται, για εσάς, το πιο τρομακτικό όριο: στο έγκλημα του δολοφόνου ή στη σιωπηλή συνενοχή εκείνου που μετατρέπει το έγκλημα σε λογοτεχνική δόξα;
Α.Ζ.: Η σχέση που περιγράφεται στην Τρίτη Γυναίκα, μεταξύ του Άλκη και του αγνώστου που υπογράφει ως Βαλτάσαρ, ξεκινά από την θανάσιμη απειλή για να εξελιχθεί σταδιακά σε έναν εναγκαλισμό του Άλκη με το Κακό. Αφήνεται να παρασυρθεί, παραδίδεται χωρίς ηθικούς φραγμούς, χωρίς αναστολές. Βαθμιαία, οι ρόλοι μπερδεύονται, ακόμα χειρότερα εναλλάσσονται. Δεν είναι σαφές ποιος είναι το θύμα, ποιος ο θύτης. Σαν να μην μπορεί να υπάρξει ο ένας χωρίς τον άλλο. Είναι οι δυο όψεις του ίδιου Κακού.
Πίσω από την αστυνομική πλοκή υπάρχει ένα βαρύ οικογενειακό παρελθόν, με τον παππού Σταύρο, τον αδελφό Στηβ, τη μικρή Δανάη, τον κυρ Ισίδωρο και ένα πατρικό σπίτι στη Νίκαια που δεν μοιάζει ποτέ ουδέτερο. Πόσο σημαντικό ήταν για εσάς να δείξετε ότι κανένας άνθρωπος δεν γίνεται σκοτεινός από τη μια μέρα στην άλλη, αλλά κουβαλά μέσα του παλιές ρωγμές;
Α.Ζ.: Για μένα ήταν κάτι το αυτονόητο. Όλα όσα είμαστε, όσα ίσως γίνουμε κάποτε, είναι σε μεγάλο βαθμό αποτέλεσμα όσων βιώσαμε, όσων απορροφούμε από το περιβάλλον μας. Αυτή είναι μια πτυχή στην οποία η λογοτεχνία προσφέρεται, μας είναι πιο εύκολο να αποδεχτούμε ότι κάποιοι γεννιούνται με το σκοτάδι μέσα τους. Ένας απ’αυτούς είναι και ο Στάβαρης, ο κεντρικός μου ήρωας. Το παρελθόν του ξετυλίγεται σταδιακά, πίσω από μισόλογα, ξεκομμένες σκέψεις, εικόνες που εισβάλουν από το παρελθόν. Υπάρχει μια πορεία που οδηγεί στην φιλοσοφία του όλοι χρωστάμε έναν θάνατο, σωστά; Στον αντίποδα του, από την άλλη, βρίσκεται η Πέρσα, το άλλο του μισό.
Στο μυθιστόρημα επιστρέφει ο αστυνόμος Στάβαρης από το «DEADLiNE», μαζί με την Πέρσα, η οποία με τη διορατικότητα της αναγνώστριας αρχίζει να ενώνει κομμάτια που ίσως άλλοι δεν βλέπουν. Πώς ήταν για εσάς η επιστροφή αυτών των προσώπων και τι νέο θέλατε να φωτίσετε στη σχέση τους και στον τρόπο που αντιμετωπίζουν το έγκλημα;
Α.Ζ.: Ο ένας έχει μόνο επίθετο, η άλλη μόνο μικρό όνομα, έτσι συμβαίνει σ’ όλες τις ιστορίες τους, ποτέ δεν μαθαίνουμε αυτό που λείπει. Όπως είπα και πιο πριν, για μένα οι ιστορίες μου εντάσσονται όλες στο ίδιο μικρό σύμπαν, άλλες περισσότερο, άλλες λιγότερο. Ο σκληρός πυρήνας, αν μπορούμε να τον ονομάσουμε έτσι, απαρτίζεται από συγκεκριμένους χαρακτήρες, με σημαντικότερους τον Στάβαρη και την Πέρσα. Η Πέρσα παίζει πάντα ιδιαίτερα κομβικό ρόλο. Δεν είναι αστυνομικός, είναι μια δικηγόρος που δεν ασχολείται με το ποινικό, συνεπώς η ματιά της είναι απαλλαγμένη απ’ όλα τα στερεότυπα που υποσυνείδητα μας περιορίζουν όλους όταν κάτι έχει να κάνει με το επάγγελμα μας. Η εμπλοκή της δεν είναι πάντα εύκολη, πολύ περισσότερο δεδομένη. Ο Στάβαρης σ’έναν μεγάλο βαθμό της κρύβει στοιχεία, ξέρει πως η εμπλοκή της θα έχει τίμημα και προσπαθεί όσο μπορεί να την αποτρέψει.
Η «Τρίτη γυναίκα» παίζει διαρκώς με τα όρια ανάμεσα στη φαντασία και την πραγματικότητα, στον συγγραφέα και στον δολοφόνο, στον αναγνώστη και στον συνένοχο θεατή. Πιστεύετε ότι η δύναμη της λογοτεχνίας μπορεί από μόνη της να αναδιαμορφώσει τον τρόπο με τον οποίο οι άνθρωποι βλέπουν τα βιβλία, την ανάγνωση και τα σκοτάδια που κρύβουν οι ίδιες οι ιστορίες; Ποια είναι η δική σας άποψη;
Κάθε ανάγνωση είναι απόλυτα προσωπική υπόθεση, και αυτό είναι που κάνει την συγγραφή να αποτελεί ακόμα μεγαλύτερη πρόκληση. Για μένα ένα βιβλίο δεν τελειώνει όταν φεύγει από τα χέρια μου, αντίθετα τότε ξεκινά. Ο κάθε αναγνώστης θα ακολουθήσει τις δικές του διαδρομές μυαλού, διαβάζοντας αργά ή γρήγορα θα χαράξει τα δικά του σενάρια. Μπορεί τελικά να μην έχουν καμία σχέση με το ίδιο το βιβλίο, όμως όλη αυτή η διεργασία είναι ιδιαίτερα πολύτιμη, δείχνει πόσο πολύ έγινε κτήμα του το βιβλίο. Ό,τι και να γίνει, αν δεν κτιστεί αυτή η σχέση με το βιβλίο τότε απλά θα μιλάμε για το βιβλίο σαν ένα άψυχο, διακοσμητικό αντικείμενο.
Α.Ζ.: Δύσκολη ερώτηση, όχι ότι οι προηγούμενες ήταν πιο εύκολες! Πιστεύω ότι η λογοτεχνία περνάει την δική της κρίση, σήμερα. Η απόσπαση προσοχής, λόγω των όλων αυτών των εφαρμογών που διαρκώς έχουμε στα χέρια μας, κάνει την ανάγνωση όλο και πιο δύσκολη. Το ζούμε όλοι μας, προσωπικά όταν πρέπει να συγκεντρωθώ τα κλείνω όλα.
Γεγονός, δυστυχώς. Ίσως να ζούμε την χειρότερη περίοδο του βιβλίου, του εντύπου γενικότερα. Πλέον είναι ολοένα και πιο δύσκολο για πολλούς από μας να μείνουμε συγκεντρωμένοι, να αφοσιωθούμε σε κάτι. Δεν έχει να κάνει μόνο με το έντυπο αλλά με οτιδήποτε απαιτεί συγκέντρωση επί μακρόν, για παράδειγμα πολλοί αδυνατούν να παρακολουθήσουν μια κινηματογραφική ταινία. Ίσως στο μέλλον να ξεχωρίζουν οι άνθρωποι εκείνοι που να μπορούν να τιθασεύσουν την διάσπαση προσοχής.

