Μερικές φορές ένα αντίο δεν κλείνει απλώς έναν κύκλο· αναγκάζει τον άνθρωπο να κοιτάξει κατάματα τη ζωή που έχτισε και εκείνη που δεν τόλμησε ακόμη να ζήσει.
Με αφορμή το πρώτο της μυθιστόρημα «Μάνγκο και Αλάτι», που κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Ιβίσκος, φιλοξενούμε τη συγγραφέα κυρία Πάολα Ανδριωτάκη στην εφημερίδα «Corfupress». Η Ρενάτα έχει ταυτίσει τη ζωή της με το ξενοδοχείο της στην Πλάκα, ώσπου ένα τηλεφώνημα για τον παππού της την οδηγεί στο Μεντεγίν. Εκεί, μέσα σε μια πόλη έντονων αντιθέσεων, ο Πίπο ετοιμάζεται να αποχαιρετήσει τον κόσμο με τον δικό του ανατρεπτικό τρόπο, παρασύροντας την εγγονή του σε μια διαδρομή γεμάτη γρίφους, αποκαλύψεις και κρυμμένα μηνύματα.
Η απώλεια, ωστόσο, δεν αποτελεί μόνο το τέλος μιας σχέσης. Τουναντίον γίνεται η αρχή μιας εσωτερικής αναμέτρησης για τη Ρενάτα, η οποία καλείται να εξετάσει όσα θεωρούσε δεδομένα για την εργασία, τον έρωτα, τα όνειρα και την ίδια της την ταυτότητα. Ανάμεσα στην Ελλάδα και την Κολομβία, στη μεσογειακή οικειότητα και στη λατινοαμερικάνικη εξωστρέφεια, το μυθιστόρημα αναζητά εκείνη τη λεπτή ισορροπία όπου η γλυκύτητα της ζωής συναντά την αλμύρα της απώλειας.
Η Πάολα Ανδριωτάκη μεγάλωσε ανάμεσα σε δύο γλώσσες και δύο πολιτισμικές καταβολές, την ελληνική και την παναμαϊκή. Σπούδασε Ισπανική Φιλολογία και η επαγγελματική της πορεία πέρασε από τη βιωματική διδασκαλία, τη δημιουργία θεματικών escape rooms στον Παναμά και την καθοδήγηση στελεχών επιχειρήσεων. Επιστρέφοντας στην Ελλάδα, δημιούργησε την κοινότητα “Hablo Español”, φέρνοντας ανθρώπους κοντά μέσα από τη γλώσσα και την επικοινωνία. Αυτή η διαρκής κίνηση ανάμεσα στην εξερεύνηση, στο παιχνίδι και στην ανθρώπινη επαφή βρίσκει τώρα λογοτεχνική έκφραση στο πρώτο της μυθιστόρημα.
Συνέντευξη στη δημοσιογράφο-συγγραφέα Νεκταρία Βαρσαμή-Πουλτσίδη
Κυρία Ανδριωτάκη, το «Μάνγκο και Αλάτι», γεννιέται στη συνάντηση δύο κόσμων που έχουν διαμορφώσει και τη δική σας ταυτότητα. Ποια εικόνα εμφανίστηκε πρώτη στη σκέψη σας: η Ρενάτα στην Πλάκα, ο παππούς Πίπο να οργανώνει τον αποχαιρετισμό του στο Μεντεγίν ή η αντιθετική γεύση του μάνγκο με το αλάτι;
Π.Α.: Ήταν μια εικόνα άφιξης. Η στιγμή που η Ρενάτα κοιτάζει το Μεντεγίν από το αεροπλάνο. Και μαζί, η πρώτη βαθιά συνειδητοποίηση: γιατί αποφάσισε να πάει όταν εκείνος πια πεθαίνει; Γιατί αργούμε τόσο στη ζωή να κάνουμε αυτό που βαθιά μέσα μας ξέρουμε πως θέλουμε; Νομίζω πως κάπου ανάμεσα σε αυτά τα δύο ερωτήματα γεννήθηκε ολόκληρη η ιστορία.
Η Ρενάτα δεν εργάζεται στο ξενοδοχείο της, αλλά έχει οικοδομήσει ολόκληρη την ταυτότητά της γύρω από αυτό. Η αφοσίωσή της έκφραση φιλοδοξίας και δημιουργικότητας ή ένας ασφαλής τρόπος να αποφεύγει όσα την τρομάζουν στην προσωπική της ζωή;
Π.Α.: Η φιλοδοξία και η δημιουργικότητα είναι δύο υπέροχες κινητήριες δυνάμεις, αρκεί να μη γίνονται ο μοναδικός άξονας της ζωής μας. Η Ρενάτα, μετά το διαζύγιό της, κάπου έχασε το μέτρο ανάμεσα σε αυτό που ήθελε να γίνει και σε αυτό που τελικά γινόταν μέσα από την απόλυτη αφοσίωσή της στη δουλειά. Το ξενοδοχείο έγινε ταυτόχρονα όνειρο και καταφύγιο. Γιατί άλλο είναι να χτίζεις τη ζωή που ονειρεύεσαι και άλλο να κρύβεσαι μέσα σε αυτήν.
Ο Πίπο χαρακτηρίζεται «διαβολικός αισθηματίας» και εξακολουθεί, μέσα από γρίφους και κρυμμένα μηνύματα, να επηρεάζει τη ζωή της εγγονής του ακόμη και την ώρα του αποχαιρετισμού. Πώς ισορροπήσατε ανάμεσα στην τρυφερότητα αυτής της χειρονομίας και στην αίσθηση ότι ο ίδιος σκηνοθετεί τις αποφάσεις της Ρενάτας;
Π.Α.: Ο Πίπο, γνωρίζοντας καλά τις ελλείψεις αλλά και τις δυνατότητες της εγγονής του, δημιούργησε για εκείνη ένα πεδίο αφύπνισης. Μέσα από την ολοζώντανη και γνήσια αγάπη του, «έστησε» μια σειρά ευρηματικών προκλήσεων, χωρίς να την πιέζει, αλλά με βαθιά εμπιστοσύνη ότι θα βρει μόνη της τον δρόμο. Γιατί πιστεύω πως η αγάπη, στην πιο γενναιόδωρη μορφή της, δεν σκηνοθετεί τη ζωή του άλλου· την εμπνέει.
Η γιορτή με την οποία ο Πίπο αποχαιρετά τη ζωή αντιστρέφει τη συνηθισμένη εικόνα του πένθους. Θέλατε να παρουσιάσετε έναν διαφορετικό τρόπο συμφιλίωσης με τον θάνατο ή να δείξετε ότι ακόμη και η γιορτή μπορεί να κρύβει φόβο, άρνηση και ανείπωτη θλίψη;
Π.Α.: Θαρρώ πως έχουμε ακόμη πολύ δρόμο μέχρι να ενσωματώσουμε πραγματικά τον θάνατο στη ζωή μας. Παραμένει ταμπού, ένα δράμα που μας ξεμπροστιάζει απέναντι στην ίδια μας την ευαλωτότητα. Κι όμως, ο θάνατος μπορεί να γίνει ένας παράδοξος σύμμαχος, ακριβώς επειδή μας υπενθυμίζει την αξία της ζωής. Με τον αποχαιρετισμό του Πίπο, ήθελα να αναδείξω την ευγνωμοσύνη σαν στάση ζωής και να στενέψω, έστω και λίγο, τα σύνορα ανάμεσα στις δύο διαστάσεις της ύπαρξης. Δανειζόμενη την ελαφρότητα και το χρώμα της Λατινικής Αμερικής, η γιορτή δεν ακυρώνει το πένθος· του επιτρέπει όμως να υπάρξει χωρίς την απόλυτη παράδοση στην απόγνωση που φέρνει η απώλεια.
Οι αποκαλύψεις, οι γρίφοι και τα μηνύματα προσδίδουν στην ιστορία μια σχεδόν παιγνιώδη διάσταση. Πώς φροντίσατε κάθε στοιχείο να μην υπηρετεί μόνο την αγωνία της πλοκής, αλλά να αποκαλύπτει και κάτι ουσιαστικό για τον Πίπο, τη Ρενάτα και τη μεταξύ τους σχέση;
Π.Α.: Ο παιγνιώδης χαρακτήρας των γρίφων και των μηνυμάτων αποτέλεσε για μένα την ιδανική έκφραση ενός ανθρώπου που φεύγει από τη ζωή κρατώντας ακόμη από το χέρι το παιδί που ζει μέσα του. Ήθελα όμως κάθε αποκάλυψη να πηγαίνει ένα βήμα παραπέρα: να φωτίζει κάτι ουσιαστικό για τον Πίπο και τη σχέση του με την εγγονή του. Έτσι, οι γρίφοι δεν υπηρετούν μόνο την πλοκή, αλλά λειτουργούν και σαν μικρά «σκουντήματα» στην καρδιά του αναγνώστη.
Ο απρόσμενος έρωτας στο «Μάνγκο και Αλάτι», εμφανίζεται σε μια περίοδο κατά την οποία η Ρενάτα είναι συναισθηματικά ευάλωτη και αναζητά εκ νέου τον προσανατολισμό της. Πώς αποφύγατε να λειτουργήσει ο έρωτας ως εύκολη σωτηρία και με ποιον τρόπο γίνεται αφορμή αυτογνωσίας χωρίς να αφαιρεί από την ηρωίδα την ευθύνη της δικής της αλλαγής;
Π.Α.: Ο έρωτας επισκέφθηκε δύο ανθρώπους που αποζητούσαν αλήθεια, συντροφικότητα και πάθος. Μέσα από την ειλικρίνεια, τους στοχασμούς και τη χημεία τους, έγιναν ο ένας για τον άλλον καθρέφτες που δεν φοβήθηκαν να κοιτάξουν. Παράλληλα, όσα συνέβαιναν γύρω τους ενίσχυσαν μια υπαρξιακή αγωνία που τους ώθησε να κοιτάξουν με ειλικρίνεια μέσα τους και να αναλάβουν την ευθύνη των επιλογών τους. Ο έρωτας, λοιπόν, δεν ήρθε για να σώσει τη Ρενάτα, αλλά για να τη φέρει πιο κοντά στον εαυτό της.
Η Ρενάτα είναι απόλυτη σε ορισμένες πεποιθήσεις της, ενώ πίσω από αυτή τη στάση φαίνεται να υπάρχουν φόβοι για την απώλεια, την οικειότητα και την επανάληψη του πόνου. Ποια ήταν η δυσκολότερη πλευρά της στη συγγραφική διαχείριση και σε ποια στιγμή αρχίζει πραγματικά να ραγίζει η παλιά εικόνα που έχει σχηματίσει για τον εαυτό της;
Π.Α.: Η Ρενάτα εγκλωβίζεται στις πεποιθήσεις της μέχρι τη στιγμή που αντιλαμβάνεται πως ο πόνος τού να τις συντηρεί είναι μεγαλύτερος από τον φόβο τού να τις εγκαταλείψει. Ομολογώ πως συγγραφικά με δυσκόλεψε ιδιαίτερα η αντίστασή της απέναντι στην ίδια της την απελευθέρωση. Έπρεπε οι ρωγμές να έρθουν σταδιακά και να είναι αληθινές. Το ταξίδι, η απώλεια και ο έρωτας έγιναν τελικά τα σφυριά που άνοιξαν αυτές τις ρωγμές και άφησαν το φως να περάσει.
Γύρω από τη Ρενάτα δημιουργείται μια πολύχρωμη ομάδα ανθρώπων, με χιούμορ, αντιθέσεις και διαφορετικούς τρόπους να αγαπούν. Ποιος είναι ο ρόλος αυτής της παρέας στην εξέλιξή της και ποιος δευτερεύων χαρακτήρας διεκδίκησε περισσότερο χώρο από όσο είχατε αρχικά σχεδιάσει;
Π.Α.: Η πολύχρωμη ομάδα ανθρώπων του «Μάνγκο και Αλάτι» δημιουργεί την παλέτα πάνω στην οποία χτίζεται η ομορφιά της διαφορετικότητας. Αναδεικνύει τη ζωή μέσα από την κοινότητα, την αγάπη και την όρεξη για ζωή σε κάθε ηλικία. Και με καμβά τη Λατινική Αμερική, τα χρώματα δεν θα μπορούσαν παρά να είναι έντονα. Η Λουθία, η σεξολόγος της παρέας, είναι ο χαρακτήρας που διεκδίκησε πολύ περισσότερο χώρο απ’ όσο αρχικά είχα σχεδιάσει και, όπως αποδείχθηκε στην πορεία της ιστορίας, καθόλου τυχαία.
Ερωτεύτηκα το Μεντεγίν, είναι ένας τόπος που επηρεάζει τον ρυθμό, τις αισθήσεις και τις αποφάσεις των ηρώων. Πώς αξιοποιήσατε τη βιωματική σας σχέση με τη Λατινική Αμερική, αποφεύγοντας παράλληλα να παρουσιάσετε την Κολομβία μόνο μέσα από μια εξωτική ή τουριστική ματιά;
Π.Α.: Ήθελα να δείξω πως το Μεντεγίν είναι πολύ περισσότερα από την εικόνα που έχει αποτυπωθεί στο συλλογικό μας υποσυνείδητο μέσα από ιστορίες για τον Πάμπλο Εσκομπάρ και τα ναρκωτικά. Ο θαυμασμός και ο σεβασμός μου για τον τρόπο που οι άνθρωποί του πορεύονται, μάχονται, ερωτεύονται, χορεύουν και διεκδικούν πλημμύρισαν τον ψυχισμό μου με ερεθίσματα που ένιωθα έτοιμη να αποτυπώσω με την καρδιά και όχι με μια τουριστική ματιά. Τα βιώματά μου στη Λατινική Αμερική μού έμαθαν πως ο μεγαλύτερος κίνδυνος στη ζωή είναι να αφήσεις να σου πάρουν τη χαρά από την ψυχή.
Στο «Μάνγκο και Αλάτι», το μάνγκο φέρει τη γλυκύτητα και το αλάτι την ένταση, την πληγή αλλά και τη μνήμη. Αυτές οι δύο «γεύσεις» κυριαρχεί τελικά στη διαδρομή της Ρενάτας. Θεωρείται ότι η μία δεν μπορεί να υπάρξει ολοκληρωμένα χωρίς την άλλη;
Π.Α.: Η κάθε γεύση μπορεί να υπάρξει και μόνη της. Αυτό όμως που αξίζει περισσότερο είναι να μη φοβάσαι να κάνεις συνδυασμούς. Να αφήνεις το γλυκό να συναντά το αλμυρό, τη χαρά την απώλεια, την ασφάλεια το ρίσκο. Η πληρότητα δεν βρίσκεται στην επιλογή μίας γεύσης, αλλά στο θάρρος να δοκιμάζεις τη ζωή ολόκληρη.
Το «Μάνγκο και Αλάτι», σας μιλά για την απώλεια, τις δεύτερες ευκαιρίες και το θάρρος να εγκαταλείπουμε μια ασφαλή αλλά περιορισμένη εκδοχή της ζωής μας. Μπορεί η λογοτεχνία να μας κάνει πραγματικά πιο πρόθυμους να ρισκάρουμε, να συγχωρήσουμε και να αλλάξουμε ή μας προσφέρει κυρίως ένα προσωρινό καταφύγιο από όσα φοβόμαστε να αντιμετωπίσουμε; Ποια είναι η δική σας άποψη;
Π.Α.: Όσο κι αν νομίζουμε πως η λογοτεχνία μπορεί να γίνει ένα προσωρινό καταφύγιο από όσα φοβόμαστε να αντιμετωπίσουμε, κατά τη γνώμη μου συμβαίνει κάτι μαγικό. Ψιθυρίζει στο υποσυνείδητό μας μυστικά, πιθανότητες και κόσμους που σιγά σιγά μετακινούν κάτι μέσα μας. Δεν μας αλλάζει με το ζόρι· μας επιτρέπει όμως να φανταστούμε μια διαφορετική εκδοχή του εαυτού μας. Όλα άλλωστε από τη φαντασία δεν ξεκινούν;

