Στο «CorfuPress» φιλοξενούμε τον εκπαιδευτικό και συγγραφέα Θοδωρή Δεύτο με αφορμή το μυθιστόρημα «Τα τρένα που δεν έφτασαν ποτέ», που κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Χάρτινη Πόλη. Ένα βιβλίο που ξεκινά από ένα πραγματικό δυστύχημα, αλλά δεν εγκλωβίζεται στο γεγονός. Αντίθετα, στρέφεται στους ανθρώπους που συνέχισαν να ζουν μετά τη σύγκρουση, σε εκείνους που αναγκάστηκαν να αναμετρηθούν με την απώλεια, την ταυτότητα, την ενοχή και τη μνήμη μιας εποχής που ήξερε καλά να θάβει όσα πονούσαν.
Ο τίτλος «Τα τρένα που δεν έφτασαν ποτέ» μοιάζει να μιλά όχι μόνο για ένα δυστύχημα, αλλά για ζωές που σταμάτησαν πριν φτάσουν στον προορισμό τους. Ποια ή ιστορία πίσω από τον τίτλο;
Θ. Δ.: Η ιστορία αναφέρεται στο πιο μεγάλο σιδηροδρομικό δυστύχημα που συνέβη στην χώρα, πριν από το δυστύχημα των Τεμπών. Βρισκόμαστε στα 1968, η Χούντα έχει προκηρύξει εκλογές για να ψηφιστεί ένα νέο σύνταγμα και την επομένη των εκλογών, καθώς οι ετεροδημότες επιστρέφουν στην πρωτεύουσα δύο τρένα συγκρούονται στο Δερβένι της Κορινθίας με 34 νεκρούς και πάνω από 100 τραυματίες. Από αυτή την σύγκρουση, στο βιβλίο αναδεικνύω δύο ΑΛΗΘΙΝΕΣ ανθρώπινες ιστορίες που συγκλονίζουν. Μιας χωριανής μου που υπέστη έναν μεγάλο ακρωτηριασμό και δύο παιδιών των οποίων οι γονείς σκοτώνονται κι αυτά σώζονται, αλλά ακολουθούν διαφορετικές πορείες. Τις ζωές και τα ψυχολογικά τραύματα αυτών των παιδιών προσπάθησα να εξετάσω, από την στιγμή του δυστυχήματος και μετά.
Το μυθιστόρημα αγγίζει την απώλεια όχι ως μεμονωμένο γεγονός, αλλά ως κληρονομιά που περνά από άνθρωπο σε άνθρωπο. Πιστεύετε ότι υπάρχουν τραύματα που δεν ανήκουν μόνο σε όσους τα έζησαν, αλλά και σε όσους ήρθαν μετά;
Θ. Δ.: Αναμφίβολα τα τραύματα και η απώλεια που βιώνει μια οικογένεια δεν είναι κάτι που το σβήνει ο χρόνος, κάτι που περνά εύκολα και γρήγορα. Είναι τόσο βαθιές οι πληγές που αφήνει, ώστε να μην αρκεί το πέρασμα των χρόνων για να το εξαφανίσει από την μνήμη και τις ψυχές των συγγενών.
Η Γιαννούλα είναι από τις μορφές που δεν χρειάζονται μεγάλες δηλώσεις για να μείνουν στη μνήμη. Πώς γράφεται ένας άνθρωπος που έχει επιβιώσει από κάτι αδιανόητο χωρίς να μετατραπεί σε σύμβολο, αλλά να παραμείνει ζωντανός χαρακτήρας;
Θ. Δ.: Γράφεται με αγάπη και δέος! Έχω την τύχη να γνωρίζω την Γιαννούλα από μικρό παιδί, τότε που στα μέσα της δεκαετίας του 60 ήρθε νύφη στο χωριό μας. Ήταν μια λαμπερή κοπέλα γεμάτη ζωή κι εκείνο που την χαρακτήριζε ήταν ένα μόνιμο χαμόγελο που στόλιζε το πρόσωπό της. Παρ’ όλο που η μοίρα της φέρθηκε πρόστυχα, παρά τα όσα πέρασε τρία χρόνια από νοσοκομείο σε νοσοκομείο, που δεν χάρηκε την ζωή όπως την είχε ονειρευτεί, ποτέ δεν έχασε το χαμόγελο και την αισιοδοξία της. Ακόμα και τώρα στα 82 της χρόνια που την βρήκαν και άλλα κακά (αλτσχάιμερ, αιμοκάθαρση και καρκίνος), ακόμα και τώρα χαμογελάει. Είναι ένα άτομο που θαυμάζω πολύ!
Στην ιστορία σας, η αλήθεια δεν εμφανίζεται ως απλή αποκάλυψη, αλλά ως ανατροπή ολόκληρης ταυτότητας. Υπάρχουν αλήθειες που ελευθερώνουν μόνο αφού πρώτα διαλύσουν ό,τι νόμιζες πως ήξερες για τον εαυτό σου;
Θ. Δ.: Στην ιστορία μας, τα γεγονότα παρουσιάζονται με τα αληθινά τους χαρακτηριστικά. Αν αυτό αποτελεί ανατροπή των όσων γνωρίζουμε ως τώρα, αν ανατρέπει αυτά που θεωρούμε δεδομένα σε μια σχέση και μάλιστα συγγενική, αυτό θα το κρίνουν οι αναγνώστες του βιβλίου. Από τις πολλές πάντως κριτικές που λαμβάνω ως τα τώρα, οφείλω να σας ενημερώσω ότι οι αναγνώστες έχουν μείνει έκπληκτοι με το τέλος, γιατί η ανατροπή είναι ολοκληρωτική.
Αν το βιβλίο λειτουργεί ως μνημόσυνο για όσους χάθηκαν και ως φωνή για όσους έμειναν πίσω, τι θα θέλατε να νιώσει ο αναγνώστης κλείνοντάς το: οργή, συγκίνηση, ευθύνη ή μια πιο βαθιά ανάγκη να μη χαθούν ξανά τέτοιες ιστορίες στη σιωπή;
Θ. Δ.: Διαβάζοντας κάποιος/α αυτό το βιβλίο θα νιώσει σίγουρα όλα αυτά τα συναισθήματα που περιγράψατε, αλλά το πιο σημαντικό νομίζω είναι ότι πρέπει όλοι να συνειδητοποιήσουμε την ευθύνη που έχουμε ως πολίτες να διεκδικούμε καλύτερες και ασφαλέστερες συγκοινωνίες. Συγκοινωνίες που θα μας μεταφέρουν με ασφάλεια σε χώρους αξιοπρεπείς και ασφαλείς, όπως σε όλες σχεδόν τις ανεπτυγμένες ευρωπαϊκές πόλεις. Ας ελπίσουμε ότι με την τηλεδιοίκηση που ολοκληρώνεται σύντομα, όπως μας διαβεβαιώνουν οι αρμόδιοι, να μην χρειαστεί να νιώσουμε πάλι όλα αυτά που νιώσαμε στα Τέμπη.

