Η χθεσινή συμβολική κίνηση του πρωθυπουργού να «πατήσει το κουμπί» για την υποβολή του τελευταίου αιτήματος πληρωμής του Ταμείου Ανάκαμψης, συνοδευόμενη από τη δήλωση ότι «δεν χάθηκε ούτε ένα ευρώ», σήμανε και επίσημα το τέλος μιας ολόκληρης εποχής. Όμως, πίσω από τους κυβερνητικούς πανηγυρισμούς για την απορροφητικότητα των κονδυλίων, κρύβεται η αμείλικτη πραγματικότητα της επόμενης ημέρας: η εξάντληση των έκτακτων ευρωπαϊκών πόρων και η επιστροφή στις δομικές αδυναμίες της ελληνικής οικονομίας.
Η πολιτική ιστορία της χώρας χαρακτηρίζεται από μια σταθερή τάση αναβολής των μεταρρυθμίσεων όσο υπάρχουν διαθέσιμα εξωτερικά κεφάλαια. Η οκταετής περίοδος πολιτικής σταθερότητας προσέφερε μια μοναδική ευκαιρία για τον ουσιαστικό μετασχηματισμό του παραγωγικού μοντέλου. Η ελάφρυνση της ιδιωτικής οικονομίας από τη βαριά φορολογία, τις υψηλές εισφορές και τη γραφειοκρατία ήταν ο μόνος δρόμος για τη δημιουργία αυτοδύναμου πλούτου. Αντ’ αυτού, προτιμήθηκε η πεπατημένη: η διοχέτευση των πόρων σε κρατικοδίαιτες δομές, επιδοτήσεις, δανεικά και αναδιανεμητικές πολιτικές.
Η Γεωμετρία της Εκλογικής Πλειοψηφίας
Το κρίσιμο ερώτημα που τίθεται πλέον ενόψει των επερχόμενων εκλογικών αναμετρήσεων είναι αν υπάρχει το πολιτικό περιθώριο για μια στροφή προς τη μείωση του κράτους. Η απάντηση συμπυκνώνεται στη δομή του εκλογικού σώματος.
Οι επαγγελματίες και οι επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται στην ελεύθερη αγορά χωρίς να διαπλέκονται με το κράτος αποτελούν μια ισχνή μειοψηφία, της τάξεως του 10-15%. Η συντριπτική πλειοψηφία των ψηφοφόρων αποτελείται από συνταξιούχους, οικονομικά μη ενεργούς, ανέργους και άτομα που εξαρτώνται άμεσα ή έμμεσα από τον δημόσιο τομέα.
Όταν η πλειοψηφία της κοινωνίας δεν συμμετέχει άμεσα στην παραγωγή πλούτου εντός της ελεύθερης αγοράς, καθίσταται ευάλωτη στο αφήγημα του «πατερναλιστικού κράτους» που υπόσχεται «δωρεάν» παροχές. Αποκρύπτεται έτσι ότι κάθε κρατικό ευρώ προέρχεται από την απομύζηση του παραγωγικού ιστού, ο οποίος πλέον καλείται να σηκώσει το βάρος χωρίς την «ομπρέλα» του Ταμείου Ανάκαμψης.
Η Πολιτική Διάχυση της Ευθύνης
Σε αυτό το νέο περιβάλλον, η διαφαινόμενη δυσκολία σχηματισμού αυτοδύναμης κυβέρνησης δεν συνιστά απλώς μια εκλογική εμπλοκή, αλλά μια βολική πολιτική διέξοδο. Η διαχείριση της επόμενης μέρας, χωρίς την άνεση των ευρωπαϊκών δισεκατομμυρίων, συνεπάγεται βαρύ πολιτικό κόστος.
Μια κυβέρνηση συνεργασίας προσφέρει το ιδανικό πλαίσιο για τη διάχυση της ευθύνης: οι αναγκαίες προσαρμογές και οι πιθανές περικοπές θα αποδοθούν στους «αναγκαίους συμβιβασμούς» των εταίρων, προστατεύοντας τα πολιτικά κόμματα από την ατομική λογοδοσία.
Η Νομοτέλεια της Ανάγκης
Η διευρυνόμενη δυσαναλογία μεταξύ αυτών που παράγουν πλούτο και εκείνων που ζουν από την αναδιανομή του είναι αποτέλεσμα μιας συλλογικής αυταπάτης δεκαετιών. Η πεποίθηση ότι μια χώρα μπορεί να ευημερεί παριστάνοντας ότι παράγει, στηριζόμενη σε εισροές κεφαλαίων, φθάνει στο όριό της.
Όπως διδάσκει η ιστορία, η αλλαγή πορείας στην Ελλάδα δεν πραγματοποιείται από πολιτική διορατικότητα ή προαίρεση. Συμβαίνει μόνο όταν η χώρα βρει στον τοίχο της δημοσιονομικής πραγματικότητας. Με το κλείσιμο του Ταμείου Ανάκαμψης, η στιγμή που η προσαρμογή θα καταστεί επιτακτική ανάγκη πλησιάζει ταχύτερα από όσο πολλοί θέλουν να πιστεύουν.

