Ένα ιστορικό μυθιστόρημα για το Λαζαρέτο, τη θυσία, τον εσωτερικό εμφύλιο του ανθρώπου και την ύστατη στιγμή όπου η ζωή ζητά μια υπογραφή για να χαριστεί.
Στην εφημερίδα «CorfuPress» φιλοξενούμε τον πολυγραφότατο συγγραφέα κύριο Νικόλαο Παργινό με αφορμή το βιβλίο «Η τελευταία εκτέλεση», που κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Γραφή. Ο συγγραφέας, γεννημένος στην Κέρκυρα, επιστρέφει λογοτεχνικά σε έναν τόπο βαθιά φορτισμένο, στο Λαζαρέτο, εκεί όπου εκτελέστηκαν αγωνιστές της Εθνικής Αντίστασης και όπου η μνήμη δεν μπορεί να σταθεί ουδέτερη. Με σπουδές στη Μηχανολογία και Αεροναυπηγική, αλλά με σταθερή και πολυετή παρουσία στη λογοτεχνία, μοιάζει να χτίζει εδώ ένα βιβλίο με ακρίβεια, εσωτερική ένταση και σεβασμό απέναντι στο ιστορικό τραύμα.
Στο κέντρο βρίσκεται ο Λευτέρης Παπάζογλου, φυλακισμένος στις Φυλακές της Κέρκυρας το 1949, λίγες ώρες πριν οδηγηθεί στο εκτελεστικό απόσπασμα. Το κελί του «Γολγοθά» γίνεται κάτι πολύ περισσότερο από χώρος αναμονής. Ένας τόπος απολογισμού. Εκεί, λίγο πριν από το τέλος, ο ήρωας δεν αναμετριέται μόνο με τους εχθρούς του, την Ιστορία ή τον θάνατο. Αναμετριέται με τον ίδιο του τον εαυτό, με τα «θέλω» και τα «πρέπει», με τον έρωτα που τον δένει με τη ζωή και με τα ιδανικά που τον σπρώχνουν προς τη θυσία.
Κι αυτό είναι ίσως το πιο σκληρό και πιο ανθρώπινο ερώτημα του βιβλίου. Τι κάνεις όταν μπορείς να σωθείς με μία δήλωση μετάνοιας; Τι αξίζει τελικά περισσότερο, η ζωή που σου χαρίζεται ή η αξιοπρέπεια που διαλέγεις να μη διαπραγματευτείς; Ο συγγραφέας στήνει ένα ιστορικό οδοιπορικό που κοιτά τον άνθρωπο μέσα στη φωτιά της εποχής του και τον αφήνει να μιλήσει με το βάρος της τελευταίας του νύχτας.

Συνέντευξη στη δημοσιογράφο Νεκταρία Βαρσαμή Πουλτσίδη
Κύριε Παργινέ, το Λαζαρέτο είναι για την Κέρκυρα ένας τόπος μνήμης, αλλά και ένας τόπος που δύσκολα τον πλησιάζει κανείς χωρίς δέος. Πότε νιώσατε ότι αυτή η ιστορία δεν έπρεπε απλώς να καταγραφεί, αλλά να γίνει μυθιστόρημα;
Ν.Π.: Το Λαζαρέτο είναι ένας ιδιαίτερος τόπος που έχω την αίσθηση πως απομακρύνεται από την Κέρκυρα κάθε μέρα που περνά παρά την αξιακή του κληρονομιά. Πλέει σε αχαρτογράφητα νερά, κουβαλώντας πάνω του βαριές μνήμες, σκιές, ενοχές. Παρά τις κατά καιρούς προσπάθειες είναι ακόμα αφιλόξενο, απρόσιτο, άβατο. Δεν του αξίζει τέτοια μοίρα, όπως δεν αξίζει τέτοια μοίρα και στους ηρωικούς αγωνιστές που θυσιάστηκαν πάνω σε αυτό. Κρατική αδιαφορία, γραφειοκρατικές συμπληγάδες, πολιτικές σκοπιμότητες, θεσμική ανικανότητα, όλα αυτά έχουν στοιχίσει. Ποτέ δεν τιμήσαμε αυτούς τους αγωνιστές όπως τους άξιζε. Ποτέ δεν μάθαμε από τον ηρωισμό τους. Ποτέ δεν διδάξαμε συντεταγμένα ως πολιτεία τα παιδιά μας για όσα κληρονόμησαν από τη θυσία εκείνων των ανθρώπων. Η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΕΚΤΕΛΕΣΗ είναι ένα βιβλίο που επιχειρεί να προσεγγίσει εκείνον τον ιερό χώρο μέσω της μυθοπλασίας, με σεβασμό στο ιστορικό αποτύπωμα αυτών των ανθρώπων, ένα διαφορετικό ταξίδι που θεώρησα πως όφειλα να τολμήσω, για να ενισχύσω το στίγμα του, να επαναπροσδιορίσω τη σχέση μας μαζί του, για να δώσω ένα επιπλέον κίνητρο, στη νέα γενιά ειδικά, να μάθει για όσα διαδραματίστηκαν εκεί.
Ο Λευτέρης Παπάζογλου βρίσκεται λίγες ώρες πριν από την εκτέλεσή του και το κελί του γίνεται χώρος απολογισμού. Πώς μπαίνει ένας συγγραφέας στην ψυχή ενός ανθρώπου που ξέρει ότι το ξημέρωμα μπορεί να είναι το τελευταίο του;
Ν.Π.: Πιστέψτε με, δεν ήταν εύκολη διαδικασία να μπω στα παπούτσια του πρωταγωνιστή μου, μα αν θέλετε, αυτή είναι και η μαγεία και το στοίχημα της συγγραφής. Να σε απομακρύνει από τα τετριμμένα και τα καθημερινά και να σε εντάξει σε ένα διαφορετικό σύμπαν, να ντυθείς ένα διαφορετικό κοστούμι και να υποδυθείς το ρόλο του ήρωά σου. Δεν ξέρω αν το κατάφερα, μα είναι δεδομένο, πως επιχειρώντας όλο αυτό αλλοτριώθηκα. Είδα διαφορετικά τον δικό μου κόσμο εντάσσοντάς με στη διαδικασία να ταυτιστώ μαζί του. Το πρώτο που έκανα ήταν να περάσω ένα βράδυ ξύπνιος, στο σκοτάδι. Να στοχαστώ τη δική μου ζωή, προσποιούμενος πως αυτός ο απολογισμός θα με έβρισκε το ξημέρωμα με κάποιες απαντήσεις. Άρχισα να νιώθω την αγωνία, την αναθεώρηση, τη βάσανο της μοναξιάς, το ταξίδι στα εντός. Κι ύστερα άρχισα να θέτω διλλήματα στον εαυτό μου. Να τον προκαλώ. Όπως θα έκανα και με τον πρωταγωνιστή μου. Κατόπιν άρχισα να διαβάζω για παρόμοιες εμπειρίες άλλων κρατουμένων. Το πως ένιωσαν, το τι έγραψαν κι άφησαν πίσω τους, το πως διαχειρίστηκαν αυτές τις τελευταίες ώρες. Μετά άρχισα να αναλύω και να συνθέτω, να πλάθω τη δική μου ιστορία, τα δικά μου διλήμματα, να ξυπνώ τις αναμνήσεις και τους εφιάλτες του ήρωά μου. Ίδιο μόνο το σκοτάδι και το ξημέρωμα. Κι η μοναξιά.
Το πιο συγκλονιστικό δίλημμα του ήρωα είναι πως μπορεί να σωθεί με μια δήλωση μετάνοιας. Τι σας ενδιέφερε περισσότερο σε αυτή τη στιγμή, ο φόβος του θανάτου ή η τρομακτική δύναμη που χρειάζεται για να μην προδώσεις όσα υπηρέτησες;
Ν.Π.: Είναι εντελώς διαφορετική η τελευταία νύχτα όταν μπορείς να σωθείς, και κάτι εντελώς διαφορετικό όταν δεν έχεις περιθώριο επιλογής. Ο ήρωάς μου, όπως κι όλοι οι αγωνιστές της εθνικής αντίστασης είχαν επιλογή, κι αυτό άλλαζε άρδην τις συνθήκες. Είχαν την επιλογή του συμβιβασμού, της προδοσίας των ιδανικών και των αρχών τους, κι αυτό από μόνο του έδινε άλλο χρώμα στο σκοτάδι του μαρτυρίου τους. Πάλευαν μέσα τους με τον ίδιο τους τον εαυτό σε έναν άλλον εμφύλιο, πιο δύσκολο, πιο επίπονο. Είχαν παλέψει με ξένους, με κατακτητές, με γνωστούς, συχωριανούς και φίλους, τώρα πάλευαν με τους δικούς τους ανθρώπους. Τη μάνα, τη σύζυγο, τα παιδιά τους, τους ανθρώπους που άφηναν πίσω τους, αλλά και τα όνειρά τους, τη ζωή που ήξεραν πως θα έχαναν, τις ελπίδες τους, τον ίδιο τους τον εαυτό. Αυτή η τρομαχτική εσωτερική μάχη είναι που με συγκλόνισε. Αυτή η τρομερή δύναμη που επέδειξαν, η προσήλωση στον ιερό σκοπό της θυσίας, το πόσο ψηλά έθεταν τις αξίες και τα ιδανικά τους σε σχέση με όλα αυτά που εμείς σήμερα θεωρούμε σημαντικά κι αδιαπραγμάτευτα.
Στο βιβλίο ο Εμφύλιος δεν φαίνεται μόνο ως ιστορική σύγκρουση, αλλά και ως εσωτερικός πόλεμος, ανάμεσα στο «θέλω να ζήσω» και στο «δεν μπορώ να αρνηθώ αυτό που είμαι». Πόσο δύσκολο ήταν να κρατήσετε αυτή την ισορροπία χωρίς να γίνει το κείμενο σύνθημα;
Ν.Π.: Προσπάθησα να αντιμετωπίσω τον εμφύλιο από απόσταση γνωρίζοντας και το δύσκολο του εγχειρήματος, αντιλαμβανόμενος όμως και τις διαφορετικές οπτικές του σύγχρονου αναγνώστη για το ιστορικό αυτό γεγονός. Επέλεξα να κοιτάξω κατάματα το ανθρώπινο δράμα μέσα από τις ιστορικές εξελίξεις, να το απομονώσω από τα τετριμμένα και να το εντάξω σε μια έντονη εσωτερική διαμάχη που θα μπορούσε ακόμα και σήμερα να ισχύσει. Κι έτσι το «εγώ» των αγωνιστών, αυτό που ξεδίπλωνα με κάθε ιστορία, γινόταν κτήμα του αναγνώστη, οικείο, προσφιλές. Κι ο αναγνώστης άρχισε να γνωρίζει αυτό που διακυβευόταν κάθε φορά. Ο άγνωστος που αντιμετώπιζε τον θάνατο κατάματα γινόταν προσφιλής, το δίλημμά του, γινόταν κτήμα σου. Και το «εγώ» γινόταν «εμείς». Γιατί το «εμείς» ήταν αυτό που καθόριζε και τη στάση ζωής αυτών των ανθρώπων, το «εγώ», οι ανάγκες και τα θέλω του, μπαίναν νομοτελειακά σε δεύτερη μοίρα. Με αυτήν τη διαδικασία άρχισα να ισορροπώ, να μεταθέτω τα διλήμματα, να οικειοποιούμε ιστορίες, να περνώ το μήνυμά μου στους αποδέκτες της γραφής μου, επιχειρώντας να τους κάνω να δουν με διαφορετικό μάτι κάτι που έμοιαζε ξένο και μακρινό μέχρι πρότινος. Δεν ξέρω αν το κατάφερα, αυτό θα το κρίνει το αναγνωστικό κοινό.
Ο Λευτέρης κουβαλά και τον απόλυτο έρωτα, μια αγάπη που τον κρατά δεμένο με τη ζωή την ίδια στιγμή που τα ιδανικά του τον σπρώχνουν προς τη θυσία. Για εσάς ο έρωτας εδώ είναι πειρασμός, λύτρωση ή η πιο ανθρώπινη απόδειξη ότι κανείς δεν πηγαίνει ατρόμητος προς το τέλος;
Ν.Π.: Ο ήρωάς μου καλείται να διαχειριστεί την απώλεια. Κι η απώλεια του έρωτα, της αγάπης, των αγαπημένων μας προσώπων, είναι και το μεγαλύτερο διακύβευμα. Ο έρωτας στην περίπτωσή του αποτέλεσε εφαλτήριο για μια διαδρομή που τον οδήγησε στο σκοτεινό κελί, όπως τα ιδανικά και οι αρχές του έκαναν εν τέλει το ίδιο. Ήθελα λοιπόν να τα βάλω στην ίδια ζυγαριά. Να τα αξιολογήσει, να τα αναθεωρήσει, να τα υπολογίσει. Αξίζει να πεθαίνεις για τα ιδανικά σου, όπως αξίζει να ζεις για να χαρείς την αγάπη σου. Μια ζωή χωρίς αγάπη είναι ένας θάνατος χωρίς ουσία και νόημα. Ο έρωτας είναι ο πειρασμός που τον δοκιμάζει αλλά και η λύτρωσή του, καθώς μέσα από αυτόν έχει περάσει το μονοπάτι της δικής του αντίστασης. Την ίδια ώρα που οι αξίες και τα ιδανικά γίνονται παράσημα μπροστά από το απόσπασμα και τον θάνατο, η αγάπη γίνεται βαρίδι που σε κρατά δέσμιο με την ίδια τη ζωή.
Έχετε γράψει πολλά και διαφορετικά βιβλία, όμως εδώ καταπιάνεστε με ένα θέμα βαρύ, ιστορικά και ηθικά. Ως Κερκυραίος συγγραφέας, νιώσατε μεγαλύτερη ευθύνη απέναντι στον τόπο, απέναντι στους εκτελεσμένους ή απέναντι στον σημερινό αναγνώστη που ίσως γνωρίζει λίγα για αυτή την πληγή;
Ν.Π.: Μέσα από τα βιβλία μου επιχειρώ να αναδεικνύω ιστορικές πτυχές που μοιάζει να έχουμε ξεχάσει. Δεν σας κρύβω, πως επιθυμώ να καταπιάνομαι με θέματα που με αλλοτριώνουν πρώτα από όλα ως άνθρωπο. Παράλληλα, ομολογώ, πως θεωρώ ύστατο καθήκον την ανάδειξη τέτοιων θεμάτων, καθώς πιστεύω πως οφείλουμε απέναντι στην ιστορία να βρίσκουμε τρόπους και αφορμές να επιστρέφουμε στα μηνύματά της. Οι αγωνιστές αυτοί έδωσαν απλόχερα τη ζωή τους για να κληρονομήσουμε έναν καλύτερο κόσμο. Δεν καταλάβαμε ποτέ την αξία της πράξης τους. Δεν αξιοποιήσαμε στο έπακρο τη θυσία τους. Λίγοι παραμένουν πιστοί. Πάψαμε να ακούμε τους κρότους των εκτελέσεων, τις φωνές από τα χωνιά των φυλακών τους, σαν να ζούμε έχοντας υπογράψει δήλωση μετάνοιας σε μια ελκυστική ζωή κομμένη και ραμμένη στα σύγχρονα μέτρα και σταθμά. Το βιβλίο γράφτηκε και γι’ αυτούς τους ηρωικούς ανθρώπους, αλλά εξίσου και για τον σημερινό αναγνώστη. Για να συνειδητοποιήσουμε το χρέος μας απέναντί τους.
Πιστεύετε ότι η δύναμη της λογοτεχνίας μπορεί από μόνη της να αναδιαμορφώσει τον τρόπο με τον οποίο οι άνθρωποι βλέπουν τα βιβλία και την ανάγνωση; Ποια είναι η δική σας άποψη;
Ν.Π.:Ειδικά σήμερα, την εποχή της ταχύτητας και της εικόνας, των επιφανειακών προτύπων και του κοινωνικά αρεστού, σε αυτές τις δύσκολες παγκόσμιες συνθήκες, όπου η ανθρωπότητα αντιμετωπίζει μια βαθιά κρίση αξιών και η τεχνολογία έχει αλλοτριώσει τον τρόπο ζωής μας, θεωρώ πως η επιστροφή στη μαγεία της λογοτεχνίας μπορεί και πρέπει να αποτελέσει βασικό μας στόχο και επιδίωξη. Ακόμα και η ίδια η λογοτεχνία θα πρέπει να αναπροσαρμοστεί, να βρει τη χαμένη της ταυτότητα, να ξεπεράσει τον σκόπελο της εύκολης επιλογής θεμάτων και της επιφανειακής και πρόσκαιρης γραφής και να επαναξιολογήσει τη θεματολογία της, έτσι ώστε να αποτελέσει και πάλι βασικό πυλώνα στην καθημερινότητα των ανθρώπων κι όχι ένα είδος που οδεύει προς τον μαρασμό και την εξαφάνιση. Η έλλειψη πνευματικής καλλιέργειας που δοκιμάζει ειδικά την εκπαιδευτική μας διαδικασία μπορεί να αποτελέσει τον ακρογωνιαίο λίθο μιας εκστρατείας που σκοπό θα έχει την επιστροφή της ανάγνωσης στο προσκήνιο.

