Ο πραγματικός εχθρός δεν βρίσκεται πάντοτε απέναντί μας. Μπορεί να κρύβεται στις αλήθειες που μάθαμε να μην αμφισβητούμε. Και τότε η ενηλικίωση αρχίζει όχι με μια νίκη, αλλά με την πρώτη ανυπακοή.
Η πρωτοεμφανιζόμενη συγγραφέας Αλεξάνδρα Κάτσιου συστήνεται στο αναγνωστικό κοινό με το μυθιστόρημα φαντασίας «Η Φλόγα των Σκιών», που κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Πηγή. Στο «Corfupress», η συγγραφέας μάς μιλά για δύο λαούς που παραμένουν χωρισμένοι από μια μακραίωνη έχθρα: τις Αμαζόνες και τους Σκιωδούς. Στο επίκεντρο βρίσκονται η Ζαρίνα, κόρη της αρχηγού των Αμαζόνων, και ο Σεθ, ο άντρας που σώζει τη ζωή της και την αναγκάζει να αμφισβητήσει όσα πίστευε, την ώρα που μια αρχαία απειλή επιστρέφει και θέτει σε κίνδυνο και τους δύο κόσμους.
Απέναντί της βρίσκεται ο Σεθ, ένας Σκιωδός που, αντί να τη σκοτώσει, της σώζει τη ζωή και δημιουργεί την πρώτη ρωγμή σε όλα όσα εκείνη θεωρούσε αδιαπραγμάτευτα. Την ίδια στιγμή, μια αρχαία απειλή επιστρέφει και υποχρεώνει Αμαζόνες και Σκιωδούς να επιλέξουν αν θα συνεχίσουν να υπηρετούν το μίσος των προγόνων τους ή αν θα πολεμήσουν μαζί για την επιβίωσή τους. Η σχέση της Ζαρίνα και του Σεθ γεννιέται μέσα σε αυτό το εύθραυστο έδαφος, εκεί όπου η έλξη δεν αρκεί και η εμπιστοσύνη μπορεί να θεωρηθεί προδοσία.
Η Αλεξάνδρα Κάτσιου γεννήθηκε και μεγάλωσε στο Λαύριο. Σπούδασε Φιλοσοφία, Παιδαγωγικά και Ψυχολογία στο Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων, ενώ σήμερα διευρύνει την εκπαιδευτική της πορεία στον χώρο των τουριστικών σπουδών. Η φανταστική λογοτεχνία την ακολουθεί από τα πρώτα αναγνωστικά της χρόνια, προσφέροντάς της έναν τόπο όπου το συναίσθημα, η περιπέτεια και το αδύνατο μπορούν να συνυπάρξουν. Μέσα από τη γραφή αναζητά κόσμους που υπακούουν στους δικούς τους κανόνες, αλλά καθρεφτίζουν φόβους, προκαταλήψεις και συγκρούσεις γνώριμες και στη δική μας πραγματικότητα.
Συνέντευξη στη δημοσιογράφο-συγγραφέα Νεκταρία Βαρσαμή-Πουλτσίδη
Ο τίτλος «Η Φλόγα των Σκιών» ενώνει δύο στοιχεία που μοιάζουν αντίθετα. Η φλόγα μπορεί να φωτίσει, αλλά και να καταστρέψει, ενώ η σκιά μπορεί να κρύψει ή να προστατεύσει. Πώς συνδέονται αυτοί οι συμβολισμοί με τη Ζαρίνα, τον Σεθ και τους δύο κόσμους από τους οποίους προέρχονται;
Α.Κ.: Για μένα, ο τίτλος μιλά για δύο δυνάμεις που μοιάζουν αντίθετες, αλλά τελικά συνυπάρχουν. Η Ζαρίνα είναι πιο κοντά στη φλόγα: έχει ένταση, περηφάνια, δύναμη και μια αλήθεια που την καίει από μέσα. Προέρχεται από έναν κόσμο όπου κυριαρχούν η πίστη στη φυλή, η περηφάνια και οι προκαταλήψεις. Ο Σεθ ανήκει περισσότερο στη σκιά: στο μυστήριο, στη σιωπή, σε έναν κόσμο που οι άλλοι δεν καταλαβαίνουν. Όταν όμως οι δρόμοι τους συναντιούνται, αυτά τα δύο στοιχεία δεν ακυρώνουν το ένα το άλλο. « Η Φλόγα των Σκιών» συμβολίζει αυτή τη συνάντηση: τη στιγμή που δύο αντίθετοι κόσμοι δεν συγκρούονται απλώς, αλλά αρχίζουν να αποκαλύπτουν ο ένας τον άλλον.
Η κοινωνία των Αμαζόνων έχει οικοδομηθεί πάνω στη δύναμη, στον πόλεμο και στην απόρριψη των αντρών. Μια τέτοια αντιστροφή κινδυνεύει να αναπαραγάγει τους ίδιους καταπιεστικούς μηχανισμούς που συναντάμε στις πατριαρχικές κοινωνίες, αλλάζοντας απλώς το φύλο εκείνων που εξουσιάζουν. Θέλατε να σχολιάσετε ακριβώς αυτόν τον κύκλο ή να δημιουργήσετε μια διαφορετική μορφή γυναικείας κυριαρχίας;
Α.Κ.: Αυτός ο κύκλος ήταν κάτι που ήθελα να υπάρχει ως προβληματισμός μέσα στην ιστορία. Δεν με ενδιέφερε να αντιστρέψω απλώς την πατριαρχία και να πω «τώρα εξουσιάζουν οι γυναίκες». Με ενδιέφερε περισσότερο να δείξω ότι κάθε κοινωνία που βασίζεται στην απόλυτη υπεροχή μιας ομάδας απέναντι σε μια άλλη, αργά ή γρήγορα γεννά πληγές. Η γυναικεία δύναμη στο βιβλίο δεν παρουσιάζεται ως κάτι αρνητικό· αντίθετα, οι Αμαζόνες είναι δυνατές, ικανές και περήφανες. Το πρόβλημα ξεκινά όταν αυτή η δύναμη γίνεται άκαμπτη, όταν δεν αφήνει χώρο για ενσυναίσθηση, αλλαγή ή αμφισβήτηση.
Δεν ήθελα οι Αμαζόνες να παρουσιαστούν απλώς ως μια «δυνατή γυναικεία κοινωνία» με την ιδανική έννοια. Ήθελα να φανεί ότι η δύναμη, όταν χτίζεται πάνω στον φόβο, στο μίσος και στην απόλυτη απόρριψη του άλλου, μπορεί πολύ εύκολα να γίνει καταπίεση — όποιος κι αν την ασκεί.
Η Ζαρίνα δεν καλείται μόνο να περάσει τις δοκιμασίες ενηλικίωσης, αλλά και να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις που συνοδεύουν την ιδιότητά της ως κόρης της αρχηγού. Τι τη φοβίζει περισσότερο: η πιθανότητα να αποτύχει ως πολεμίστρια ή να απογοητεύσει τη μητέρα και τον λαό της; Πώς επηρεάζει αυτή η σχέση τη διαμόρφωση της ταυτότητάς της;
Α.Κ.: Η Ζαρίνα φοβάται και τα δύο, αλλά σε διαφορετικό επίπεδο. Ως Αμαζόνα, η αποτυχία στις δοκιμασίες θα ήταν ντροπή. Ως κόρη της αρχηγού, όμως, η αποτυχία δεν αφορά μόνο την ίδια· κουβαλά πάνω της το βάρος του ονόματός της, της μητέρας της και ολόκληρης της φυλής.
Νομίζω πως αυτό που τη φοβίζει περισσότερο δεν είναι απλώς να αποτύχει ως πολεμίστρια, αλλά να αποδειχθεί «ανάξια» στα μάτια εκείνων που την έχουν μεγαλώσει με τόσο αυστηρές προσδοκίες. Η μητέρα της δεν είναι μόνο μητέρα· είναι αρχηγός, σύμβολο δύναμης και εξουσίας. Οπότε η Ζαρίνα δεν μεγαλώνει μόνο με την ανάγκη να αγαπηθεί, αλλά και με την ανάγκη να αποδείξει συνεχώς ότι αξίζει.
Αυτή η σχέση επηρεάζει βαθιά την ταυτότητά της. Την κάνει περήφανη, πεισματάρα και δυνατή, αλλά ταυτόχρονα την εγκλωβίζει σε έναν ρόλο που δεν έχει επιλέξει απόλυτα η ίδια. Όσο προχωρά η ιστορία, όμως, αρχίζει να αναρωτιέται αν η αξία της ορίζεται μόνο από το πόσο καλή πολεμίστρια είναι ή από το πόσο πιστά ακολουθεί όσα της δίδαξαν.
Για μένα, η διαδρομή της Ζαρίνας είναι και μια διαδρομή αυτογνωσίας. Πρέπει να ξεχωρίσει ποια κομμάτια της ανήκουν πραγματικά στην ίδια και ποια της επιβλήθηκαν από τον κόσμο στον οποίο μεγάλωσε.
Οι Αμαζόνες συνδέονται με τη βία και το μίσος, ενώ οι Σκιωδοί παρουσιάζονται ως ένας ειρηνικός λαός με βαθιά γνώση. Δεν υπήρχε ο κίνδυνος η ηθική ζυγαριά να γείρει εξαρχής υπέρ της μίας πλευράς; Ποιες αδυναμίες των Σκιωδών και ποιες αρετές των Αμαζόνων περιπλέκουν αυτή την πρώτη εικόνα;
Α.Κ.: Ναι, υπήρχε αυτός ο κίνδυνος, και γι’ αυτό δεν ήθελα οι δύο λαοί να λειτουργούν απλώς ως «καλοί» και «κακοί». Στην αρχή μπορεί οι Αμαζόνες να φαίνονται πιο σκληρές και οι Σκιωδοί πιο ειρηνικοί, όμως όσο προχωρά η ιστορία φαίνεται ότι και οι δύο πλευρές κουβαλούν φως και σκοτάδι.
Οι Αμαζόνες, παρότι έχουν χτίσει μια κοινωνία πάνω στη βία, έχουν και αρετές που δεν μπορούν να αγνοηθούν: πίστη, αντοχή, αφοσίωση στη φυλή, θάρρος και βαθιά αίσθηση καθήκοντος. Δεν είναι απλώς σκληρές· είναι γυναίκες που μεγάλωσαν μαθαίνοντας ότι η επιβίωση απαιτεί δύναμη. Οι Σκιωδοί, από την άλλη, μπορεί να είναι πιο ειρηνικοί και πνευματικοί, αλλά αυτό δεν τους κάνει αλάνθαστους. Η σοφία τους μπορεί να γίνει δισταγμός, η υπομονή τους παθητικότητα και η επιθυμία τους για ειρήνη σε φόβο απέναντι στη ρήξη. Θέλουν να κάνουν το σωστό, αλλά πολλές φορές το «σωστό» δεν είναι ξεκάθαρο, ειδικά όταν η επιβίωση απαιτεί δύσκολες αποφάσεις. Όπως οι Αμαζόνες εγκλωβίζονται στη σκληρότητα, έτσι και οι Σκιωδοί μπορούν να εγκλωβιστούν στην ανάγκη τους να παραμείνουν «σωστοί».
Η αφύπνιση του αρχαίου κακού αναγκάζει τους δύο λαούς να πολεμήσουν δίπλα-δίπλα. Ένας κοινός εχθρός, όμως, μπορεί να δημιουργήσει μια πρόσκαιρη συμμαχία χωρίς να εξαφανίσει την προκατάληψη. Σας ενδιέφερε περισσότερο η εξωτερική μάχη για την επιβίωση ή το ερώτημα αν η ενότητα μπορεί να αντέξει όταν πάψει να υπάρχει η άμεση απειλή;
Α.Κ.: Για μένα, η αρχαία απειλή λειτουργεί σαν καταλύτης. Αναγκάζει τις δύο πλευρές να δουν η μία την άλλη πέρα από τις ιστορίες που τους έχουν μάθει. Η πραγματική δοκιμασία, όμως, δεν είναι μόνο να επιβιώσουν μαζί· είναι να αποφασίσουν αν μπορούν να συνεχίσουν να στέκονται δίπλα-δίπλα και όταν δεν θα υπάρχει πια η άμεση ανάγκη.
Οπότε η εξωτερική μάχη υπάρχει, αλλά η ουσία βρίσκεται στην εσωτερική: αν η ενότητα μπορεί να γίνει επιλογή και όχι απλώς ανάγκη. Και νομίζω πως, προς το τέλος, ο αναγνώστης μπορεί να διακρίνει αν υπάρχει πραγματικά χώρος για αυτή την αλλαγή. Όχι ως κάτι εύκολο ή δεδομένο, αλλά ως μια πιθανότητα που αρχίζει να γεννιέται μέσα από όσα έχουν περάσει οι χαρακτήρες.
Ο έρωτας της Ζαρίνα και του Σεθ γεννιέται ανάμεσα σε δύο κόσμους που τους έχουν εκπαιδεύσει να βλέπουν ο ένας τον άλλον ως εχθρό. Πέρα από την έλξη και την κοινή περιπέτεια, ποιες πράξεις τούς επιτρέπουν να χτίσουν πραγματική εμπιστοσύνη; Και ποιος από τους δύο πληρώνει το μεγαλύτερο τίμημα γι’ αυτή τη σχέση;
Α.Κ.: Ο έρωτας της Ζαρίνας και του Σεθ δεν χτίζεται μόνο πάνω στην έλξη ή στην ένταση του απαγορευμένου. Η εμπιστοσύνη ανάμεσά τους αρχίζει να δημιουργείται μέσα από πράξεις: όταν επιλέγουν να ακούσουν ο ένας τον άλλον, όταν προστατεύουν ο ένας τον άλλον χωρίς να έχουν λόγο να το κάνουν, και όταν σταματούν να βλέπουν μόνο τη φυλή που εκπροσωπεί ο καθένας.
Για μένα, η εμπιστοσύνη τους γεννιέται τη στιγμή που ο ένας αρχίζει να βλέπει τον άλλον ως άνθρωπο και όχι ως εχθρό. Δεν είναι κάτι εύκολο, γιατί και οι δύο κουβαλούν ευθύνες, φόβους και προκαταλήψεις.
Αν έπρεπε να πω ποιος πληρώνει το μεγαλύτερο τίμημα, θα έλεγα η Ζαρίνα. Γιατί η σχέση της με τον Σεθ την αναγκάζει να αμφισβητήσει όχι μόνο όσα της έμαθαν για εκείνον, αλλά και όσα πίστευε για τον εαυτό της, τη φυλή της και τη θέση της μέσα στον κόσμο. Δεν ρισκάρει απλώς την καρδιά της· ρισκάρει την ταυτότητα που της έχτισαν από παιδί.
Η Ζαρίνα αναγκάζεται να αμφισβητήσει πεποιθήσεις που αποτελούσαν μέχρι τότε μέρος της ταυτότητάς της. Τι χάνει ένας άνθρωπος όταν αποφασίζει να σκεφτεί ελεύθερα και να απομακρυνθεί από όσα του έμαθε η κοινότητά του; Η ελευθερία της ηρωίδας συνεπάγεται αναγκαστικά και την απώλεια της αίσθησης ότι κάπου ανήκει;
Α.Κ.: Η Ζαρίνα, όταν αρχίζει να αμφισβητεί όσα της έμαθαν, δεν χάνει απλώς κάποιες πεποιθήσεις. Χάνει την ασφάλεια που της έδιναν αυτές οι πεποιθήσεις. Γιατί ακόμα κι αν ένας κόσμος είναι σκληρός, παραμένει ο κόσμος μέσα στον οποίο μεγάλωσες· αυτός που σου έδωσε ρόλο, ταυτότητα και την αίσθηση ότι ανήκεις κάπου. Για εκείνη, η ελευθερία δεν έρχεται χωρίς κόστος. Την αναγκάζει να σταθεί απέναντι στη φυλή της, στη μητέρα της, αλλά και στον ίδιο της τον εαυτό.
Δεν πιστεύω όμως ότι η ελευθερία σημαίνει απαραίτητα πως χάνεις για πάντα την αίσθηση του ανήκειν. Ίσως στην αρχή τη χάνεις, γιατί απομακρύνεσαι από όσα θεωρούσες βέβαια. Αλλά μέσα από αυτή τη διαδρομή μπορείς να βρεις ένα πιο αληθινό ανήκειν — όχι εκείνο που σου επιβλήθηκε, αλλά εκείνο που επιλέγεις συνειδητά.
Για μένα, λοιπόν, η Ζαρίνα δεν χάνει απλώς μια παλιά ταυτότητα. Αρχίζει να χτίζει τη δική της.
Η παρουσία των Αμαζόνων φέρνει αναπόφευκτα στον νου τη μυθολογία, ενώ οι Σκιωδοί και η αρχαία απειλή ανήκουν στον ιδιαίτερο κόσμο του βιβλίου. Ποιες μυθολογικές ή λογοτεχνικές επιρροές λειτούργησαν ως αφετηρία και ποιοι κανόνες ήταν απαραίτητο να ορίσετε, ώστε η μαγεία, οι παραδόσεις και οι συγκρούσεις αυτού του κόσμου να παραμένουν συνεπείς;
Α.Κ.: Η βασική μου αφετηρία ήταν η αρχαιοελληνική μυθολογία, όχι όμως με σκοπό να την αναπαραστήσω πιστά. Με ενδιέφερε περισσότερο η ατμόσφαιρα που κουβαλά: οι θεοί που επηρεάζουν τις ζωές των ανθρώπων, οι φυλές με τους δικούς τους νόμους, οι δοκιμασίες, τα τέρατα, αλλά και η ιδέα ότι ο άνθρωπος βρίσκεται συχνά ανάμεσα στη μοίρα και στην προσωπική επιλογή.
Οι Σκιωδοί, από την άλλη, ήθελα να λειτουργούν σχεδόν ως το “άγνωστο” απέναντι στις Αμαζόνες: ένας λαός που έχει παρεξηγηθεί, φοβηθεί και φορτωθεί με προκαταλήψεις.
Για να παραμείνει ο κόσμος συνεπής, ήταν σημαντικό να ορίσω κάποιους κανόνες. Πρώτα απ’ όλα, κάθε φυλή έπρεπε να έχει τη δική της ιστορία, τον δικό της τρόπο σκέψης και τη δική της σχέση με τους θεούς. Δεν ήθελα η σύγκρουση να υπάρχει απλώς επειδή “έτσι πρέπει”, αλλά να στηρίζεται σε παραδόσεις, φόβους και αφηγήσεις που πέρασαν από γενιά σε γενιά.
Το ίδιο ισχύει και για τη μαγεία και την αρχαία απειλή. Έπρεπε να έχουν όρια, να μην λειτουργούν σαν εύκολη λύση για τα πάντα. Σε έναν τέτοιο κόσμο, η μαγεία και οι θεοί μπορεί να επηρεάζουν την πορεία των ανθρώπων, αλλά δεν αφαιρούν την ευθύνη των επιλογών τους. Αυτό ήταν πολύ σημαντικό για μένα: ακόμα κι αν υπάρχουν θεϊκές δυνάμεις, τέρατα ή αρχαίο κακό, οι χαρακτήρες παραμένουν υπεύθυνοι για το τι πιστεύουν, τι φοβούνται και τι αποφασίζουν να αλλάξουν.
Πίσω από τη φανταστική περιπέτεια βρίσκεται μια πραγματικότητα στην οποία οι άνθρωποι εξακολουθούν να κληρονομούν φόβους, στερεότυπα και έχθρες που δεν επέλεξαν οι ίδιοι. Πιστεύετε ότι η δύναμη της λογοτεχνίας μπορεί από μόνη της να κλονίσει τέτοιες προκαταλήψεις ή η αλλαγή απαιτεί προσωπικό κόστος και έμπρακτη σύγκρουση με την κοινότητα στην οποία ανήκουμε; Ποια είναι η δική σας άποψη;
Α.Κ.: Πιστεύω πως η λογοτεχνία μπορεί να ανοίξει μια ρωγμή στις προκαταλήψεις. Ένα βιβλίο μπορεί να μας κάνει να δούμε τον «άλλον» διαφορετικά, να μπούμε για λίγο στη θέση του, να αμφισβητήσουμε όσα θεωρούσαμε αυτονόητα. Αυτό από μόνο του είναι πολύ σημαντικό, γιατί πολλές αλλαγές ξεκινούν πρώτα από μια εσωτερική μετατόπιση. Όμως η πραγματική αλλαγή συνήθως απαιτεί και κόστος. Δεν αρκεί να καταλάβεις ότι μια προκατάληψη είναι άδικη· πρέπει κάποια στιγμή να αποφασίσεις τι θα κάνεις με αυτή τη γνώση. Και αυτό μπορεί να σημαίνει σύγκρουση με ανθρώπους που αγαπάς, με την κοινότητα που σε μεγάλωσε ή ακόμη και με την εικόνα που είχες για τον εαυτό σου. Οπότε, για μένα, η λογοτεχνία μπορεί να ανάψει τη σπίθα. Αλλά η αλλαγή χρειάζεται και θάρρος, πράξη και την προθυμία να χάσουμε την ασφάλεια των βεβαιοτήτων μας.

