Αντί να ερμηνεύουμε την καταφυγή ατόμων με υψηλό κεφάλαιο (οικονομικό, κοινωνικό ή/και μορφωτικό) στην ψευδοεπιστήμη ως ένα απλό γνωστικό λάθος ή μια αθώα προσωπική προτίμηση, οφείλουμε να εξετάσουμε τα βαθύτερα κοινωνικά και συμβολικά της κίνητρα. Για την κοινωνικοοικονομική ελίτ, η επιλογή εναλλακτικών, ολιστικών θεραπειών και «αποκλειστικών» ιδιωτικών λύσεων λειτουργεί πρωτίστως ως ένας μηχανισμός κοινωνικής διαφοροποίησης και ως ένα καταναλωτικό αξεσουάρ πολυτελείας.
Όταν τα υλικά αγαθά (όπως τα πολυτελή ακίνητα ή τα αυτοκίνητα) καθίστανται προσβάσιμα σε ευρύτερα στρώματα, η ελίτ «υποχρεούται» να εφεύρει νέους, πιο εκλεπτυσμένους και αόρατους τρόπους για να σηματοδοτήσει την ταξική της ανωτερότητα. Εκεί ακριβώς αναδύεται το κοινωνιολογικό παράδοξο της Ιατρικής.
Η «Συμβατική» Επιστήμη ως Δημοκρατικός Εξισωτής
Η κλασική ιατρική επιστήμη λειτουργεί δομικά ως εξισωτής: η ασπιρίνη, το αντιβιοτικό ή το εμβόλιο δρουν με τον ίδιο ακριβώς βιολογικό μηχανισμό, είτε ο λήπτης είναι δισεκατομμυριούχος είτε ανειδίκευτος εργάτης. Για την ελίτ, αυτή η «βιολογική ισότητα» δημιουργεί μια κοινωνική αμηχανία. Η τεκμηριωμένη επιστήμη είναι εγγενώς δημοκρατική· δεν αναγνωρίζει τίτλους ευγενείας, πλούτο ή κοινωνικό status.
Η Ψευδοεπιστήμη ως «Haute Couture» της Υγείας
Αντίθετα, η ψευδοεπιστήμη, το «ολιστικό», το εσωτεριστικό και το «αποκλειστικό» προσφέρουν την παραπλανητική αίσθηση μιας υπεροχής που δεν εξαγοράζεται απλώς με χρήμα, αλλά με υποτιθέμενη «ανώτερη συνειδητότητα» και «μυημένη γνώση». Η προσφυγή σε μυστικιστικές πρακτικές, η «ευθυγράμμιση ενεργειών» και τα «αποκλειστικά» ελιξίρια καλλιεργούν την ψευδαίσθηση ότι ο καταναλωτής διαθέτει μια πιο «λεπτή», «ανώτερη» και «ευαίσθητη» φύση — μια ιδιοσυγκρασία που απαιτεί ειδική, μυημένη μεταχείριση για ελάχιστους εκλεκτούς.
Η Υψηλή Τιμή ως Παράσημο Αποκλειστικότητας
Όπως ένα ένδυμα Υψηλής Ραπτικής (Haute Couture) κοστολογείται υπερβολικά όχι μόνο λόγω της ποιότητας των υλικών του, αλλά κυρίως λόγω της σπανιότητάς του, έτσι και η εξωφρενική αμοιβή ενός εναλλακτικού «γκουρού» δεν αποζημιώνει το θεραπευτικό αποτέλεσμα. Πληρώνει το «φίλτρο» που κρατάει τη μάζα εκτός.
Αισθητική Διαφοροποίηση και Status
Συμπερασματικά, η ελίτ δεν αναζητά απλώς μια αποτελεσματικότερη θεραπεία, αλλά μια αισθητική και συμβολική διαφοροποίηση. Η ψευδοεπιστήμη μετατρέπεται στο απόλυτο σύμβολο status: την περιτρανή απόδειξη ότι κάποιος είναι τόσο ισχυρός και «προηγμένος», ώστε να δύναται να αγοράζει ακόμη και τη δική του, εξατομικευμένη εκδοχή για την ίδια την πραγματικότητα.
Δογματικά και Δεοντολογικά Ζητήματα Ιατρικής Ευθύνης: Η Θεώρηση της Αυτοδιάθεσης του Ασθενούς και της Κατάστασης Ανάγκης
Περαιτέρω, στην υπό εξέταση υπόθεση(Γ.Μαζωνάκη), ανακύπτει ένα θεμελιώδες νομικό, βιοηθικό και δεοντολογικό ζήτημα: Όταν ένας ασθενής με ιδιαίτερη ψυχοσύνθεση και επιβεβαιωμένα επιβαρυμένη κατάσταση υγείας, αρνείται τη νοσοκομειακή περίθαλψη και επιλέγει την παροχή φροντίδας σε ιδιωτική μονάδα —αναλαμβάνοντας μετ’ επιγνώσεως τους συνεπαγόμενους κινδύνους — ποιο είναι το εύρος της ποινικής και αστικής ευθύνης του θεράποντος ιατρού; Ακόμη κι αν η νομιμότητα της λειτουργίας του ιατρείου αποτελεί αντικείμενο έρευνας, τίθεται το ερώτημα: Εφόσον ο ασθενής τελεί σε γνώση (ή οφείλει να τελεί σε γνώση) ότι η συγκεκριμένη επεμβατική πράξη απαιτεί νοσοκομειακές υποδομές, πώς οριοθετείται το υπηρεσιακό και επιστημονικό καθήκον του ιατρού;
Περαιτέρω, αναδύεται το δογματικό ερώτημα σχετικά με τα όρια και την απόλυτη ή σχετική ισχύ της αρχής της αυτοδιάθεσης του ασθενούς (συναινετική ιατρική πράξη – informed consent) έναντι της πατερναλιστικής υποχρέωσης προστασίας της ανθρώπινης ζωής.
Ακολούθως, σύμφωνα με τις διατάξεις του Κώδικα Ιατρικής Δεοντολογίας (Ν. 3418/2005):
«Ο ιατρός οφείλει να παρέχει τις υπηρεσίες του για την αντιμετώπιση επειγόντων περιστατικών ανεξάρτητα από την ειδικότητά του. Η υποχρέωση αυτή βαρύνει τον ιατρό ακόμη και όταν δεν υπάρχουν τα κατάλληλα μέσα […], μέχρι τη μεταφορά του ασθενούς σε κατάλληλη μονάδα. Σε κάθε περίπτωση, ο ιατρός οφείλει να εξαντλήσει τις υπάρχουσες, κάτω από τις δεδομένες συνθήκες, δυνατότητες σύμφωνα με τις επιταγές της ιατρικής επιστήμης.»
Υπό το πρίσμα της συνδρομής Κατάστασης Ανάγκης (Άρθρο 32 Π.Κ.), οι εμπλεκόμενοι ιατροί υπείχαν νομική υποχρέωση να εξαντλήσουν κάθε διαθέσιμο μέσο στο υφιστάμενο περιβάλλον προς αποτροπή του άμεσου κινδύνου για τη ζωή του ασθενούς. Ανακύπτει, συνεπώς, το αιτιώδες ζήτημα: Μπορεί η επελθούσα επιπλοκή να συνιστά πραγμάτωση του ενδογενούς ιατρικού κινδύνου λόγω της οξείας οργανικής επιβάρυνσης του ασθενούς, και όχι αποτέλεσμα ιατρικής αμέλειας (substandard care);
Κοινωνική Στοχοποίηση, Τεκμήριο Αθωότητας και Αμυντική Ιατρική: Η Άλλη Όψη της Ιατρικής Αμέλειας
Σε υποθέσεις με αυξημένη δημοσιότητα, παρατηρείται συχνά εκτροπή της δημόσιας σφαίρας σε a priori εξωθεσμική καταδικαστική κρίση και συστηματική στοχοποίηση των εμπλεκόμενων μερών. Η τάση αυτή προσλαμβάνει οξύτερες διαστάσεις όταν συνδέεται με την αδόκητη απώλεια ενός, ιδιαιτέρως προσφιλούς στο κοινό, δημόσιου προσώπου.
Η πρόωρη ετυμηγορία στο πλαίσιο της κοινής γνώμης, πριν από την ολοκλήρωση της ανακριτικής διαδικασίας, συνιστά παραβίαση του τεκμηρίου αθωότητας (Άρθ. 6 παρ. 2 ΕΣΔΑ). Ακολούθως, εξίσου κρίσιμο είναι το γεγονός ότι παραβλέπεται η πολυσύνθετη φύση της ιατρικής πράξης, όπου ο θεράπων ιατρός καλείται να ισορροπήσει ανάμεσα στο επιστημονικό καθήκον, τα τεχνικά όρια της ιατρικής και τη βουλητική αυτονομία του ασθενούς.
Επιπλέον, όταν η κοινή γνώμη προκαταλαμβάνει τη δικαστική κρίση σε ιατρικά ζητήματα, προκαλούνται δομικές στρεβλώσεις στην άσκηση του ιατρικού λειτουργήματος:»:
- Εδραίωση της Αμυντικής Ιατρικής (Defensive Medicine): Ο ιατρός παύει να ενεργεί αποκλειστικά με γνώμονα το όφελος του ασθενούς και προσανατολίζεται στην αποφυγή του νομικού κινδύνου. Φοβούμενοι τη διαπόμπευση, την ποινικοποίηση της επιστημονικής αβεβαιότητας και τις εξοντωτικές αγωγές, οι ιατροί υιοθετούν πρακτικές υπερδιαγνωστικής ή αρνούνται την ανάληψη περιστατικών υψηλού κινδύνου (high-risk patients).
- Αποθάρρυνση Επείγουσας Παρέμβασης: Όταν η προσπάθεια διάσωσης υπό δυσμενείς συνθήκες μετατρέπεται σε έρεισμα ποινικής διώξης, το κίνητρο ιατρικής αρωγής μειώνεται αισθητά, μετατρέποντας την «κατάσταση ανάγκης» σε νομική παγίδα για τον ιατρό.
Η πρόωρη καταδίκη στη δημόσια σφαίρα, πέραν της ευθείας προσβολής του τεκμηρίου αθωότητας (Άρθ. 6 παρ. 2 ΕΣΔΑ), αφού ασκείται αφόρητη πίεση στους δικαστικούς λειτουργούς, προκαλεί και ανεπανόρθωτη βλάβη στην επαγγελματική υπόσταση του κάθε ιατρού. Παράλληλα, διαρρηγνύει τη σχέση εμπιστοσύνης μεταξύ της κοινωνίας και του ιατρικού σώματος, μετατοπίζοντας το ενδιαφέρον από την επιστημονική αλήθεια στο κυνήγι των εντυπώσεων και του λαϊκισμού.

