Ένα ρομαντικό μυθιστόρημα εποχής για έναν έρωτα που γεννήθηκε σαν υπόσχεση, δοκιμάστηκε από ψέματα και σιωπές, μα δεν έπαψε να ανθίζει μέσα στη μνήμη, ακόμη κι όταν η λεβάντα μαράθηκε.
Στην εφημερίδα «Corfupress» φιλοξενούμε τη συγγραφέα κυρία Νικόλ Καστόρα, με αφορμή το μυθιστόρημά της «Η λεβάντα που μου χάρισες… μαράθηκε», που κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Διάνοια. Η Νικόλ Καστόρα ανήκει στη νέα γενιά δημιουργών που μπήκαν στη λογοτεχνία με έντονη ανάγκη έκφρασης και με μια βαθιά ρομαντική ματιά απέναντι στον κόσμο. Σπούδασε Φιλολογία στη Φιλοσοφική Σχολή Αθηνών, άρχισε να γράφει από την εφηβεία της και αντιμετωπίζει τη συγγραφή ως έναν χώρο ελευθερίας, όπου μπορεί να σταθεί αληθινά απέναντι στον εαυτό της.
Παράλληλα, η αγάπη της για τον κινηματογράφο φαίνεται να έχει επηρεάσει τον τρόπο με τον οποίο χτίζει σκηνές, εικόνες και συναισθηματικές κορυφώσεις. Έχει ασχοληθεί με το σενάριο και τη σκηνοθεσία, ενώ στο πρώτο της δημοσιευμένο μυθιστόρημα δείχνει ήδη μια συγγραφική ταυτότητα που ακουμπά στον έρωτα, στην πίστη, στην προσμονή, στις ανεκπλήρωτες υποσχέσεις και στη δύναμη των ανθρώπων που συνεχίζουν να αγαπούν, ακόμη κι όταν η ζωή τούς αναγκάζει να σιωπήσουν.
Στο «Η λεβάντα που μου χάρισες… μαράθηκε», η ιστορία μας μεταφέρει στην Αγγλία των τελών του 19ου αιώνα. Ο Έντουαρντ Λο, ένας γνωστός ζωγράφος εγκλωβισμένος σε έναν γάμο χωρίς αληθινή αγάπη, συναντά τη Σεσίλια Σμιθ, μια νεαρή χήρα που μεγαλώνει τα δύο παιδιά της, την Μπίλι και τον Ντέιβιντ. Η πρώτη τους συνάντηση, σε μια δημόσια δεξίωση στον κήπο της βασίλισσας, γίνεται η αρχή μιας σχέσης που μοιάζει από την πρώτη στιγμή μοιραία. Εκείνος βρίσκει σε εκείνη ένα νόημα που του έλειπε. Εκείνη ξανασυναντά την πιθανότητα της αγάπης, ενώ γύρω τους οι κοινωνικές συμβάσεις, οι οικογενειακές αντιρρήσεις, τα μυστικά και οι ίντριγκες αρχίζουν να υφαίνουν έναν ιστό που απειλεί να τους χωρίσει.
Η λεβάντα, αγαπημένο φυτό της Σεσίλιας, γίνεται κάτι περισσότερο από ένα απλό σύμβολο. Γίνεται υπόσχεση, όρκος, μνήμη και πληγή. Ένα σημάδι αγάπης που ανθίζει, μαραίνεται, αλλά δεν χάνεται ποτέ εντελώς. Βασισμένο σε αληθινά γεγονότα, το μυθιστόρημα μιλά για ανθρώπους που αγάπησαν βαθιά, λύγισαν, παραιτήθηκαν, αλλά δεν έσβησαν μέσα τους όσα ένιωσαν. Μιλά για την αξία της συγχώρεσης, της εξομολόγησης, της επιμονής και της διεκδίκησης όσων δίνουν νόημα στη ζωή.
Συνέντευξη στη Νεκταρία Βαρσαμή-Πουλτσίδη
Κυρία Καστόρα, στο «Η λεβάντα που μου χάρισες… μαράθηκε» μεταφέρετε τον αναγνώστη στη βικτωριανή Αγγλία, σε μια εποχή γεμάτη κανόνες, κοινωνικές συμβάσεις και σιωπηλές απαγορεύσεις. Τι σας γοήτευσε σε αυτό το ιστορικό πλαίσιο και γιατί το επιλέξατε ως σκηνικό για έναν τόσο δυνατό έρωτα;
Ν.Κ.: Η αλήθεια είναι πως η βικτωριανή εποχή, υπήρξε σημείο αναφοράς για εμένα, από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου. Συγκεκριμένα, θυμάμαι σαν χθες, το δώρο που μου είχε κάνει η νονά μου κάποιο Πάσχα. Δεν πρέπει να ήμουν πάνω από δέκα χρόνων, αλλά θυμάμαι με το που τελείωσα και την τελευταία σελίδα του βιβλίου με τίτλο «Ανεμοδαρμένα ύψη», ένιωσα πως δεν ήμουν πια ο ίδιος άνθρωπος. Φυσικά, ακολούθησε το πάθος μου για το σινεμά, και έτσι κατά την εφηβεία μου, είδα την μοναδική «Περηφάνια και Προκατάληψη» , η οποία με έκανε να πιστέψω πως ο αληθινός έρωτας κερδίζει υπό οποιεσδήποτε συνθήκες. Έτσι, οι αδελφές Μπροντέ και η Τζέιν Όστιν σημάδεψαν την αγάπη μου για αυτήν την εποχή, την οποία αναζητώ μέχρι και σήμερα αδιαλείπτως στο σινεμά. Οπότε για να συνοψίσω ο πλούτος και η κληρονομία που άφησαν αυτές οι συγγραφείς, οι οποίες είναι και οι ιδρύτριες του ρομαντικού είδους, καθόρισαν την αγάπη μου και για το είδος, αλλά και για την εποχή τους.
Ο Έντουαρντ Λο είναι ένας διάσημος ζωγράφος, παντρεμένος με μια γυναίκα που δεν αγαπά πραγματικά, μέχρι τη στιγμή που συναντά τη Σεσίλια και νιώθει πως η ζωή του αποκτά ξανά νόημα. Πώς χτίσατε έναν ήρωα που βρίσκεται ανάμεσα στο καθήκον, στην κοινωνική εικόνα και στην αλήθεια της καρδιάς του;
Ν.Κ.: Πιστεύω ακράδαντα πως ο χαρακτήρας του Έντουαρντ, αν και ζει στη Βικτωριανή εποχή , μπορεί να κάνει τον αναγνώστη να ταυτιστεί μαζί του σε οποιαδήποτε εποχή και να ζει. Μέχρι και σήμερα, εν έτη 2026, η κοινή εικόνα επηρεάζει δυστυχώς την ζωή και τις αποφάσεις των ανθρώπων. Γι’ αυτό και πολλές φορές, οι άνθρωποι ακολουθούν το καθήκον που επιβάλλει η κοινωνική εικόνα και αφήνουν στην άκρη την καρδιάς του. Από την αρχή λοιπόν, ήθελα ο Έντουαρντ να ναι ο χαρακτήρας που θα κινητοποιήσει τον αναγνώστη και θα τον παροτρύνει να ακούσει την καρδιά του και να κάνει τα πάντα για την αληθινή αγάπη.
Η Σεσίλια Σμιθ είναι μια γυναίκα που έχει ήδη γνωρίσει την απώλεια, μεγαλώνει τα δύο παιδιά της και όμως δεν παύει να κουβαλά μέσα της τρυφερότητα, ευγένεια και δύναμη. Τι θέλατε να φωτίσετε περισσότερο μέσα από εκείνη: τη γυναίκα που πληγώθηκε ή τη γυναίκα που εξακολουθεί να μπορεί να αγαπήσει;
Ν.Κ.: Με τη Σεσίλια ήθελα να φωτίσω τη γυναίκα που δε τα παρατά, αν και πληγώθηκε, γιατί για εμένα δεν υπάρχει σημαντικότερο πρότυπο γυναίκας, από εκείνη που μάχεται υπό τις πιο αντίξοες συνθήκες για καλό των παιδιών της , αλλά και για τη δική της ευτυχία. Ασφαλώς, ήθελα και να μιλήσω για την καταπίεση που δέχονταν οι γυναίκες εκείνη την εποχή. Η Σεσίλια είναι το σύμβολο της επανάστασης απέναντι σε κάθε κατεστημένο της εποχής, το οποίο δεν επέτρεπε στις γυναίκες να ευτυχίσουν.
Στην ιστορία, η Κιμ και η κυρία Ρόμπερτς επηρεάζουν καθοριστικά την πορεία του Έντουαρντ και της Σεσίλιας. Πόσο σας ενδιέφερε να δείξετε ότι πολλές φορές ο έρωτας δεν δοκιμάζεται μόνο από τα συναισθήματα των δύο ανθρώπων, αλλά και από όσους κινούνται γύρω τους;
Ν.Κ.: Η αλήθεια είναι πως ήταν μείζον θέμα για εμένα να παρουσιάσω τις δοκιμασίες που δέχεται ένα ζευγάρι εξαιτίας άλλων ανθρώπων και κυρίως της οικογένειας τους. Μέχρι και σήμερα η οικογένειες παίζουν καθοριστικό ρόλο στις ζωές των παιδιών, ακόμα και όταν δεν είναι πια αυτός ο ρόλος τους. Σε ακραίες περιπτώσεις, σαν αυτή της Σεσίλια, οι οποίες δε σπανίζουν σήμερα, τα ζευγάρια δεν καταφέρνουν να οριοθετήσουν το πρόβλημα. Αυτό θα συμβεί μόνο , αν το ζευγάρι αγαπιέται αληθινά, και φυσικά ύστερα από πολλές μάχες, τις οποίες πρέπει να αντιμετωπίσουν σαν ένα. Εύχομαι, η ιστορία του Έντουαρντ και της Σεσίλια να ταρακουνήσει και να εμπνεύσει κάθε ερωτευμένο ζευγάρι, προκειμένου να πολεμήσει για το «για πάντα», ενάντια σε οποιεσδήποτε συνθήκες.
Η λεβάντα έχει κεντρική θέση στο βιβλίο, όχι μόνο ως εικόνα, αλλά ως υπόσχεση, μνήμη και σημάδι ενός δεσμού που απειλείται. Πώς γεννήθηκε αυτό το σύμβολο και τι σημαίνει για εσάς η φράση «Η λεβάντα που μου χάρισες… μαράθηκε»;
Ν.Κ.: Πράγματι η λεβάντα δεν είναι απλώς μια εικόνα, αλλά το σύμβολο της ιστορίας. Από την αρχή, είχα αποφασίσει πως η αγάπη των δύο αυτών ανθρώπων άξιζε να σφραγιστεί με ένα άνθος, το οποίο ήθελα να ναι κάτι πρωτότυπο, ένα λουλούδι δηλαδή, το οποίο δε θα προϋπήρχε σε πολλές ιστορίες, όπως για παράδειγμα ένα τριαντάφυλλο. Έτσι, επέλεξα την λεβάντα. Η αλήθεια είναι πως δε θα ήθελα να αποκαλύψω τι σημαίνει για εμένα ο τίτλος , γιατί έτσι θα μαρτυρούσα το πιο σημαντικό σημείο του βιβλίου. Το μόνο που μπορώ να πω είναι ότι ο τίτλος είναι μια υπενθύμιση πως αν μια αγάπη μαραθεί, δε σημαίνει πως δε μπορεί και να ξανά ανθίσει , αν είναι πραγματική.
Το μυθιστόρημα βασίζεται σε αληθινά γεγονότα, όμως μέσα από τη μυθοπλασία αποκτά νέα πνοή, ένταση και ρομαντική διάσταση. Πόσο δύσκολο ήταν να ισορροπήσετε ανάμεσα στον σεβασμό προς την αληθινή ιστορία και στην ελευθερία που χρειάζεται ένα λογοτεχνικό έργο;
Ν.Κ.: Θεωρώ πως η μαγεία της συγγραφής είναι αυτό ακριβώς το αιώνιο μυστήριο: του είμαι και δεν είμαι, του να αναμειγνύω τις σκέψεις μου και τα βιώματα μου με την φαντασία μου. Φυσικά, όταν πρόκειται για ένα μυθιστόρημα που βασίζεται σε αληθινά γεγονότα, κάθε συγγραφέας οφείλει να σεβαστεί τα πρόσωπο και να αναμείξει την μυθοπλασία μέχρι το σημείο που δεν προσβάλλει τη ζωή τους. Το ζύμωμα της αλήθειας με τη μυθοπλασία για εμένα είναι το πιο ενδιαφέρον κομμάτι της λογοτεχνίας, αρκεί να χρησιμοποιείται με μέτρο και αυτοκυριαρχία.
Το βιβλίο σας μιλά για υποσχέσεις που δοκιμάζονται, για έρωτες που χωρίζονται από ψέματα, για ανθρώπους που παλεύουν να ξαναβρούν όσα έχασαν και για την αγάπη που επιμένει στον χρόνο. Πιστεύετε ότι η δύναμη της λογοτεχνίας μπορεί από μόνη της να αναδιαμορφώσει τον τρόπο με τον οποίο οι άνθρωποι βλέπουν τα βιβλία, την ανάγνωση και το θάρρος να διεκδικούν όσα αγαπούν; Ποια είναι η δική σας άποψη;
Ν.Κ.: Η άποψή μου είναι πως η λογοτεχνία από μόνη της δε μπορεί να κάνει τίποτα, αν ο αναγνώστης δεν έχει τα μάτια του και την καρδιά του ανοιχτά, για να την ανακαλύψει. Ναι η λογοτεχνία κρύβει μέσα της έναν μεγάλο θησαυρό, καθώς μπορεί να σε συγκινήσει, να σε συνταράξει, να σε κάνει να γελάσεις, να απορήσεις, να γνωρίσεις μέχρι και τον ίδιο σου τον εαυτό μέσα σου, αλλά το σπουδαιότερο…να αναθεωρήσεις για όσα μέχρι χθες θεωρούσες δεδομένα. Το μόνο που προϋποθέτει είναι το να θέλεις να της δώσεις το χώρο και τον χρόνο, για να σε ταξιδέψει.

