Μια αστική νουβέλα για τη σκιά της οικογένειας, την αυτοκριτική που πονά και έναν άντρα που περιπλανιέται στην Αθήνα αναζητώντας πού έχασε τον εαυτό του.
Στην εφημερίδα «Corfupress» φιλοξενούμε τον συγγραφέα κύριο Γιώργο Μαχαιρίτσα, με αφορμή το βιβλίο του «Το τεσσάρι της Λυκαβηττού», που κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Κύφαντα. Ο Γιώργος Μαχαιρίτσας γεννήθηκε στον Χολαργό, μεγάλωσε στη Λιβαδειά και ζει στην Αθήνα από τα νεανικά του χρόνια. Παρότι η επαγγελματική του πορεία συνδέεται με τον χώρο των οικονομικών, η λογοτεχνία φαίνεται πως υπήρξε σταθερά ένας δεύτερος, βαθύτερος τρόπος να διαβάζει τον κόσμο.
Έχει καταθέσει ποιητικό και πεζογραφικό έργο, με συμμετοχές σε συλλογικές εκδόσεις και δημοσιεύσεις σε λογοτεχνικά περιοδικά, ενώ μετά την ποιητική του συλλογή «Τα Στράνομα / Ένας χρόνος μακριά» και το μυθιστόρημα «Η Επανάσταση των Υπογείων», επιστρέφει με μια νουβέλα που στέκεται με τόλμη απέναντι στην οικογένεια, στην αποτυχία και στις πληγές που κληρονομούνται αθόρυβα.
Στο «Τεσσάρι της Λυκαβηττού», ο Αίμων Εαυτού βρίσκεται αντιμέτωπος με τον θάνατο της μητέρας του και, μαζί με αυτόν, με όλη τη ζωή που έζησε κάτω από τη βαριά σκιά της. Η αυταρχική της παρουσία, ο πατέρας που έλειψε, οι οικογενειακές προσδοκίες, οι σπουδές που δεν ήταν δική του επιθυμία, η σχέση του με την Αθηνά που δεν άντεξε και η αίσθηση πως δεν έζησε ποτέ πραγματικά τη δική του ζωή, γίνονται κομμάτια μιας δύσκολης εσωτερικής απολογίας. Ο ήρωας δεν αναζητά απλώς ποιος έφταιξε. Αναζητά αν μπορεί, έστω και αργά, να σταθεί απέναντι στον εαυτό του χωρίς άλλοθι.
Παράλληλα, η Αθήνα δεν λειτουργεί απλώς ως φόντο. Η Λυκαβηττού, η Νεάπολη, τα Εξάρχεια, το Κολωνάκι, η λεωφόρος Αλεξάνδρας και οι δρόμοι γύρω τους γίνονται σχεδόν συμπρωταγωνιστές. Ο Αίμων περπατά στην πόλη όπως περπατά μέσα στις αναμνήσεις του, σε μια διαδρομή όπου το παρόν συναντά το παρελθόν, η ειρωνεία ακουμπά τον πόνο και η αυτοκριτική γίνεται ίσως η μόνη πιθανή αρχή. Με στοιχεία ψυχογραφήματος, φιλοσοφικό στοχασμό, μαύρο χιούμορ και σκηνές που θυμίζουν θεατρικό διάλογο, η νουβέλα φωτίζει τις ρωγμές μιας οικογένειας και το τίμημα που πληρώνει ένας άνθρωπος όταν μεγαλώνει μαθαίνοντας να υπακούει περισσότερο απ’ όσο μαθαίνει να επιθυμεί.
Συνέντευξη στη δημοσιογράφο-συγγραφέα Νεκταρία Βαρσαμή-Πουλτσίδη
Κύριε Μαχαιρίτσα, στο «Τεσσάρι της Λυκαβηττού» ο Αίμων Εαυτού ξεκινά την εσωτερική του απολογία με αφορμή τον θάνατο της μητέρας του. Γιατί επιλέξατε ο θάνατος να γίνει η αφετηρία μιας τόσο σκληρής αναμέτρησης με τη ζωή;
Γ.Μ.: O θάνατος έχει τη δύναμη να λειτουργεί αφυπνιστικά. Όπως παλιά, στα ορυχεία, ο θάνατος των καναρινιών προειδοποιούσε τους ανθρώπους για τον κίνδυνο έκλυσης επικίνδυνων αερίων, έτσι και ο θάνατος ενός δικού σου ανθρώπου σε επαναφέρει στην τάξη της ζωής.
Στην αρχή, ήταν ο θάνατος του πατέρα του που τον οδήγησε πίσω ξανά στο τεσσάρι της Λυκαβηττού. Τώρα, είναι η αυτοκτονία της μητέρας του η σκοτεινή ύλη που παραμορφώνει ξανά τον χωροχρόνο γύρω της και τον αναγκάζει να αναμετρηθεί με τον εαυτό του.
Ο θάνατος έχει πολλές φορές την ιδιότητα να ενώνει τις τελείες και να δίνει σχήμα και μορφή σε συναισθήματα που υποβόσκουν διάχυτα και ασύνδετα μέσα μας. Ξαφνικά, οι σχέσεις, οι απουσίες, οι ενοχές και οι επιλογές μας αποκτούν ένα πιο καθαρό περίγραμμα. Έτσι, ο θάνατος γίνεται η αφετηρία μιας πορείας προς το κέντρο μας, και, ίσως, ένας τρόπος να καταλάβει κανείς καλύτερα τη ζωή, ακριβώς επειδή έρχεται αντιμέτωπος με το τέλος της.
Ο Αίμων μεγάλωσε μέσα σε ένα οικογενειακό περιβάλλον όπου οι προσδοκίες των άλλων φαίνεται να υπερίσχυσαν των δικών του επιθυμιών. Πόσο σας απασχόλησε η ιδέα ότι ένας άνθρωπος μπορεί να περάσει τη ζωή του εκπληρώνοντας όνειρα που δεν ήταν ποτέ δικά του;
Γ.Μ.: Νομίζω ότι αυτή ακριβώς είναι η κεντρική ιδέα του βιβλίου: η ιστορία ενός ανθρώπου που ετεροκαθορίζεται, χωρίς μοίρα δική του, χωρίς πεπρωμένο, παράπλευρη απώλεια στη μάχη άλλων. Σαφώς και κάθε άνθρωπος έχει ή οφείλει να έχει την ευθύνη της ζωής του, θα ήταν ωστόσο τουλάχιστον αφελές να παραγνωρίσουμε το γεγονός ότι δεν έχουν όλοι οι άνθρωποι την ίδια αφετηρία.
Το ίδιο το όνομα του ήρωα και ο παραλληλισμός του με τον Αίμονα της Αντιγόνης του Σοφοκλή έχουν ακριβώς αυτό τον σκοπό. Πρόκειται για δύο ήρωες που, με διαφορετικό, βέβαια, τρόπο, οι ζωές τους διαμορφώνονται από τις πράξεις, τις παραλείψεις, τις επιλογές και τις συγκρούσεις των άλλων. Και ίσως αυτό είναι τελικά το πιο οδυνηρό ερώτημα του βιβλίου: πόσο από τη ζωή μας είναι πραγματικά δικό μας και πόσο είναι αποτέλεσμα των προσδοκιών, των αποφάσεων και των φόβων των ανθρώπων που μας περιβάλλουν.
Η μητέρα του ήρωα είναι μια παρουσία που, ακόμη και μετά τον θάνατό της, εξακολουθεί να καθορίζει τη σκέψη, την ενοχή και την αδυναμία του να αγαπηθεί ελεύθερα. Πώς δουλέψατε έναν τέτοιο χαρακτήρα χωρίς να τον κάνετε μονοδιάστατα σκληρό, αλλά δείχνοντας και τις δικές του κληρονομημένες πληγές;
Γ.Μ.: Η σκιά των ανθρώπων που με τον έναν ή τον άλλον τρόπο μας καθόρισαν, δε φεύγει ποτέ από τη ψυχή μας. Όπως κάπου αναφέρεται και στο βιβλίο, η μητέρα του Αίμονα συνεχίζει να περιπλανάται πάνω από τα κεφάλια τους, κουβαριάζεται στις ντουλάπες της κρεβατοκάμαρας, ζει μέσα στα συρτάρια της βιβλιοθήκης, κρύβεται κάτω από τις σανίδες του πατώματος· δίνει βροντερά το παρόν, ακόμα και όταν λάμπει δια της απουσίας της.
Νομίζω πως δεν υπάρχει άνθρωπος που να είναι μονοδιάστατα σκληρός ή καλός. Πίσω από κάθε άνθρωπο κρύβεται μια ιστορία από τραύματα, φόβους και ανάγκες που τον έχουν διαμορφώσει. Και ίσως ο άνθρωπος να αναπτύσσει τελικά τον χαρακτήρα που του επιτρέπεται- βιολογικά, ψυχικά και πνευματικά- ως απάντηση στα ερεθίσματα που δέχεται και, πρωτίστως, στην ανάγκη του να επιβιώσει.
Πίσω από τη σκληρότητα και την αδιαφορία της μητέρας του Αίμονα υπάρχει ένας αυταρχικός και συναισθηματικά καταπιεσμένος πατέρας· μια ανήμπορη και απούσα μητέρα, πιστή στη νοητή γραμμή που ενώνει το υπνοδωμάτιο με την κουζίνα. Οι πληγές δεν σταματούν στον άνθρωπο που τις υπέστη· περνούν συχνά από γενιά σε γενιά, αλλάζοντας μορφή. Προσπαθώντας να προστατευτούμε από τις δικές μας πληγές, γινόμαστε τελικά η πληγή κάποιου άλλου.
Στη νουβέλα η Αθήνα, και ειδικά οι περιοχές γύρω από τη Λυκαβηττού, τη Νεάπολη, το Κολωνάκι και τα Εξάρχεια, μοιάζουν να συνομιλούν με τον ψυχισμό του Αίμονα. Θέλατε η πόλη να λειτουργήσει ως χάρτης μνήμης, ως καθρέφτης ή ως ένας δεύτερος αφηγητής της ιστορίας;
Γ.Μ.: Οι τόποι είναι πάντα ένα βασικό στοιχείο της εξίσωσης του ποιοι καταλήξαμε να είμαστε. Είμαστε οι δρόμοι που περπατήσαμε ξανά και ξανά, τα μαγαζιά που έγιναν τα στέκια μας, οι θάλασσες όπου ερωτευτήκαμε. Οι άνθρωποι είμαστε πάντα οι τόποι μας και οι τόποι είναι οι άνθρωποί τους.
Ο Αίμονας, περιδιαβαίνοντας το αθηναϊκό κέντρο, αναγκάζεται να ανασύρει από τη μνήμη του, όλα όσα έζησε και συνδέονται με συγκεκριμένα σταυροδρόμια της ζωής του. Η πόλη, λοιπόν, αφενός λειτουργεί ως αφηγηματικό μέσο, αφετέρου ως πρόσκληση για ζωή. Στα ίδια μέρη που εκείνος μεγάλωσε, εργάστηκε, αντιπαρατέθηκε, απέτυχε, ο κόσμος γύρω του συνεχίζει να διασκεδάζει, να σχεδιάζει το μέλλον του, να ερωτεύεται και να διαδηλώνει, καλώντας τον άλλοτε σιωπηλά και άλλοτε σχεδόν ιερουργικά, να ξαναζήσει τη ζωή του και γιατί όχι, να ξεκινήσει μια καινούργια.
Ο Ιάκωβος, ο μοναδικός φίλος του Αίμονα, αλλά και η Αθηνά, η πρώην σύζυγός του, φωτίζουν διαφορετικές πλευρές του ήρωα. Πόσο σημαντικοί ήταν αυτοί οι δύο χαρακτήρες για να φανεί όχι μόνο η μοναξιά του Αίμονα, αλλά και η δυσκολία του να συνδεθεί ουσιαστικά με τους άλλους;
Γ.Μ.: Αρχικά, ο Ιάκωβος λειτουργεί ως μάρτυρας της προσωπικής ενήλικης ιστορίας του Αίμονα. Η συμβίωσή του με την Αθηνά, από την άλλη, ανατέμνει τους ρόλους και τα πρότυπα των σχέσεων που κουβαλάει από την πρώτη του οικογένεια. Αμφότερες οι σχέσεις καταδεικνύουν τη δυσκολία του ήρωα να συνδεθεί ουσιαστικά και την αίσθηση αναξιότητας που τον κατακλύζει.
Παράλληλα όμως, λειτουργούν ως εναύσματα μιας καλύτερης ζωής που θα μπορούσε να ζήσει. Η Αθηνά ως προσωποποίηση ενός έρωτα με τη μορφή της ανώδυνης βίας και ο Ιάκωβος ως το σταθερό εκείνο σημείο αναφοράς που θα του επέτρεπε να νοηματοδοτήσει τον κόσμο μέσα από μια πιο τρυφερή και επιεική- για την ανθρώπινη μοίρα- ματιά.
Στο «Τεσσάρι της Λυκαβηττού» παρεμβάλλονται κεφάλαια που θυμίζουν θεατρικές σκηνές ή εσωτερικούς διαλόγους, δίνοντας φωνή σε πρόσωπα και συγκρούσεις του παρελθόντος. Τι σας πρόσφερε αυτή η μορφή αφήγησης στην προσπάθειά σας να πλησιάσετε μια τόσο διαλυμένη οικογενειακή ιστορία;
Γ.Μ.: Η αλήθεια είναι ότι τα συγκεκριμένα κεφάλαια έχουν δομηθεί στη λογική ενός θεατρικού σεναρίου, θέτοντας τους βασικούς ήρωες της ιστορίας αντιμέτωπους τόσο μεταξύ τους όσο και με τον εαυτό τους. Η συγκεκριμένη δομή είχε σαν πρωταρχικό σκοπό την ενίσχυση του ρυθμού στην ανάπτυξη της ιστορίας. Παράλληλα, οι συγκεκριμένοι διάλογοι λειτουργούν σαν την ηχώ των αναμνήσεων των ηρώων.
Αν ο βίος ενός ανθρώπου, όσο περίπλοκος και πολυσύνθετος και αν μοιάζει, μπορεί να συνοψιστεί σε μια και μόνο στιγμή, σε μια και μόνο απόφαση, τότε ένας διάλογος ή ακόμα και η απουσία του, μπορεί να συμπυκνώσει τη δυναμική μιας σχέσης, να σκιαγραφήσει τους χαρακτήρες και τις συγκρούσεις τους, να βοηθήσει ώστε να αναδειχθεί καλύτερα η αλήθεια τους σε μια συνθήκη τόσο καθημερινή όσο η αντιπαράθεση μητέρας και γιου ή κόρης και πατέρα.
Το «Τεσσάρι της Λυκαβηττού» μιλά για τοξικές οικογενειακές σχέσεις, διαγενεακά τραύματα, αποτυχία, αυτογνωσία και την αγωνία ενός ανθρώπου να μη γίνει τελικά αντίγραφο όσων τον πλήγωσαν. Πιστεύετε ότι η δύναμη της λογοτεχνίας μπορεί από μόνη της να αναδιαμορφώσει τον τρόπο με τον οποίο οι άνθρωποι βλέπουν τα βιβλία, την ανάγνωση και τις αόρατες πληγές που κουβαλούν μέσα τους; Ποια είναι η δική σας άποψη;
Γ.Μ.: Η τέχνη συνολικά, πιστεύω, έχει αυτή την αποστολή: να λειτουργεί ως πρόγευση ζωής ή και θανάτου. Η επιτυχία ή όχι ενός έργου μετριέται σε όρους εμπειριών. Μια καλή ιστορία έχει τη δύναμη να σε τραβήξει από τα σκοτάδια της ψυχής και να σε οδηγήσει ξανά πίσω στο φως. Αν το καλοσκεφτούμε, η λογοτεχνία δεν είναι τίποτα παραπάνω από μια προσπάθεια σύνδεσης. Μέσα από τις ιστορίες οι συγγραφείς αφηγούμαστε τον εαυτό μας σε μια απόπειρα να αγγίξουμε τους άλλους. Το αν αυτό θα συμβεί τελικά, εναπόκειται στον αναγνώστη.

