Ένα αστυνομικό μυθιστόρημα όπου ο θάνατος μιας νεαρής δασκάλας αναστατώνει ένα απομονωμένο νησί και αναγκάζει έναν πληγωμένο υπαστυνόμο να αναμετρηθεί όχι μόνο με τους υπόπτους, αλλά και με έναν θρύλο που αρνείται να μείνει θαμμένος.
Στην εφημερίδα «Corfupress» φιλοξενούμε την εκπαιδευτικό και συγγραφέα κυρία Αγγελική Κωστάκη, με αφορμή το μυθιστόρημά της «Ξωθιά», που κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Κύφαντα. Η Αγγελική Κωστάκη γεννήθηκε και μεγάλωσε στη Θεσσαλονίκη και η καλλιτεχνική έκφραση υπήρξε από νωρίς βασικό κομμάτι της ζωής της. Σπούδασε πιάνο στο Κρατικό Ωδείο Θεσσαλονίκης, ακολούθησε μια μακρά πορεία στη μουσική μέσα από ζωντανές εμφανίσεις και συνεργασίες με jazz και latin σχήματα, ενώ στη συνέχεια στράφηκε και στο θέατρο, δουλεύοντας στη σύνθεση, στη σκηνή και στη διδασκαλία. Η περίοδος της καραντίνας την οδήγησε σε μια νέα δημιουργική διαδρομή, αυτή της συγγραφής.
Η ιστορία μάς μεταφέρει σε ένα ακριτικό νησί, όπου η Μυρτώ Μπαρζάκου, μια νεαρή δασκάλα, βρίσκεται νεκρή σε έναν γκρεμό δίπλα στη θάλασσα. Οι κάτοικοι προτιμούν να μιλούν για ατύχημα, όμως ο υπαστυνόμος Κάλαρης, που αναλαμβάνει την έρευνα, αντιλαμβάνεται γρήγορα πως πίσω από τον θάνατό της κρύβονται περισσότερα από όσα είναι πρόθυμη να παραδεχτεί η τοπική κοινωνία. Τα κλειστά στόματα, οι προσωπικές ενοχές και τα διαφορετικά κίνητρα δημιουργούν έναν ασφυκτικό κύκλο υπόπτων, ενώ το παρατσούκλι που είχαν δώσει στη Μυρτώ, «Ξωθιά», μετατρέπει την υπόθεση σε κάτι πολύ πιο σύνθετο από ένα συνηθισμένο έγκλημα.
Καθώς η έρευνα προχωρά, τα όρια ανάμεσα στο πραγματικό και στο υπερφυσικό αρχίζουν να θολώνουν. Οι κάτοικοι επιμένουν πως η Ξωθιά επέστρεψε από τους νεκρούς, ενώ ο Κάλαρης, κουβαλώντας τις δικές του πληγές, προσπαθεί να στηριχθεί στη λογική σε έναν τόπο όπου οι θρύλοι επηρεάζουν τις πράξεις των ανθρώπων. Η αλήθεια δεν βρίσκεται μόνο στο ποιος σκότωσε τη Μυρτώ, αλλά και στο ποια ήταν πραγματικά, τι γνώριζε και γιατί η παρουσία της εξακολουθεί να στοιχειώνει το νησί ακόμη και μετά τον θάνατό της.
Συνέντευξη στη δημοσιογράφο-συγγραφέα Νεκταρία Βαρσαμή-Πουλτσίδη
Κυρία Κωστάκη, η Μυρτώ Μπαρζάκου φτάνει στο ακριτικό νησί ως νεαρή δασκάλα, όμως οι κάτοικοι δεν τη βλέπουν ποτέ ως μια συνηθισμένη γυναίκα και της δίνουν το παρατσούκλι «Ξωθιά». Ποιο στοιχείο της προσωπικότητας ή της παρουσίας της γέννησε αυτή την απόσταση και πώς επηρέασε τον τρόπο με τον οποίο την αντιμετώπισε η κλειστή κοινωνία του νησιού;
Α.Κ.: Πριν ξεκινήσουμε, θα ήθελα να ευχαριστήσω θερμά την εφημερίδα Corfupress και ιδιαίτερα τη δημοσιογράφο κυρία Νεκταρία Βαρσαμή-Πουλτσίδη για την τόσο ενδιαφέρουσα συνέντευξη με αφορμή το μυθιστόρημά μου «ξωθιά», που κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Κύφαντα. Οι ερωτήσεις της μου έδωσαν την ευκαιρία να μιλήσω όχι μόνο για την ιστορία του βιβλίου, αλλά και για τις σκέψεις και τους προβληματισμούς που συνόδευσαν τη συγγραφή του. Την ευχαριστώ ειλικρινά για τον χρόνο της, την προσεκτική ανάγνωση και τη φιλοξενία. Αλλά ας περάσουμε στις ερωτήσεις.
Νομίζω πως η Μυρτώ δεν στιγματίζεται ποτέ για έναν και μόνο λόγο. Είναι ένας συνδυασμός πραγμάτων. Είναι μια πολύ όμορφη γυναίκα, αλλά όχι με μια ομορφιά διακριτική. Είναι μια ομορφιά που, σε συνδυασμό με τον φιλελεύθερο χαρακτήρα της, μοιάζει προκλητική στα μάτια μιας συντηρητικής κοινωνίας. Είναι μορφωμένη, βαθιά πολιτικοποιημένη, ενδιαφέρεται για το νησί, έχει άποψη και δεν διστάζει να την εκφράσει, παρότι είναι ξένη. Και πάνω απ’ όλα, δεν είναι διατεθειμένη να αλλάξει τον εαυτό της μόνο και μόνο για να γίνει αποδεκτή.
Από εκεί και πέρα, όμως, η ιστορία της Μυρτώς παύει να αφορά μόνο ένα ακριτικό νησί. Νομίζω ότι όλοι μας έχουμε συναντήσει ανθρώπους που στιγματίστηκαν επειδή δεν ταίριαζαν στο καλούπι της ομάδας. Και όταν λέω ομάδα, μπορεί να είναι ένα χωριό, μια γειτονιά, ένας χώρος εργασίας ή ακόμα και μια παρέα. Ίσως γιατί τέτοιοι άνθρωποι λειτουργούν σαν καθρέφτης. Μας φέρνουν αντιμέτωπους με στερεότυπα και φόβους που έχουμε μάθει να θεωρούμε φυσιολογικούς. Κυρίως, όμως, μας θυμίζουν κάτι που δεν είναι καθόλου εύκολο: ότι μπορεί κανείς να επιλέξει να μείνει πιστός στον εαυτό του, ακόμα κι αν αυτό σημαίνει πως δεν θα ανήκει κάπου. Και αυτή η ελευθερία, όσο γοητευτική κι αν είναι, μπορεί ταυτόχρονα να προκαλέσει αμηχανία, φόβο ή ακόμη και εχθρότητα. Οι κοινωνίες συχνά δεν απορρίπτουν εκείνον που είναι διαφορετικός. Απορρίπτουν εκείνον που δείχνει πως μπορεί να επιβιώσει χωρίς την έγκρισή τους.
Ο υπαστυνόμος Κάλαρης αρνείται να αποδεχτεί εύκολα την εκδοχή του ατυχήματος, παρότι σχεδόν όλοι γύρω του δείχνουν πρόθυμοι να κλείσουν γρήγορα την υπόθεση. Τι είναι αυτό που τον κάνει να επιμένει και πόσο οι προσωπικές του ρωγμές επηρεάζουν τον τρόπο με τον οποίο διαβάζει τους ανθρώπους και τις σιωπές τους;
Α.Κ.: Ο υπαστυνόμος Κάλαρης πηγαίνει στο Νησί με σκοπό να κλείσει όσο το δυνατόν γρηγορότερα την υπόθεση. Όμως, από τη στιγμή που πατάει το πόδι του εκεί, νιώθει να τον κυριεύει κάτι δυνατό και ανεξήγητο.
Πιστεύω πως κάπως έτσι λειτουργεί και ο έρωτας όταν πρωτοεμφανίζεται. Στην αρχή είναι σαν να τρως μια σφαλιάρα. Έπειτα προσπαθείς να καταλάβεις αν αυτή η τεράστια δύναμη που μόλις σε χτύπησε είναι ευλογία ή απειλή. Το μόνο βέβαιο είναι πως κάτι μέσα σου έχει μετακινηθεί.
Αντιλαμβάνεται λοιπόν πως αυτός ο τόπος είναι ιδιαίτερος. Κι αυτό είναι ένα από τα υπερφυσικά στοιχεία του βιβλίου. Το Νησί δεν λειτουργεί απλώς ως σκηνικό. Μοιάζει με έναν αυτόνομο, ζωντανό οργανισμό που αναπνέει, παρατηρεί και επηρεάζει τους ανθρώπους που ζουν πάνω του. Κι έτσι γεννιέται μέσα του η πεποίθηση πως, σε έναν τέτοιο τόπο, κάλλιστα θα μπορούσαν να συμβούν τα πάντα.
Στη συνέχεια γνωρίζει τη Μυρτώ μέσα από τις αφηγήσεις των κατοίκων. Και όσο περισσότερο τη γνωρίζει, τόσο περισσότερο απομακρύνεται από την εύκολη εκδοχή του δυστυχήματος. Γιατί μια ολόκληρη κοινωνία ένιωσε την ανάγκη να τη βαφτίσει «ξωθιά»;
Όσο για τις προσωπικές του ρωγμές… φοβάμαι πως ακόμα κι εγώ δεν μπορώ να ισχυριστώ ότι γνωρίζω τον Κάλαρη απόλυτα. Σίγουρα είναι ένας μοναχικός άνθρωπος. Κάπου μέσα στο βιβλίο τείνει να παραδεχτεί πως ίσως είναι μισάνθρωπος. Δεν ξέρω αν είναι πραγματικά. Νομίζω πως πολλές φορές πιστεύουμε ότι δεν μας αρέσουν οι άνθρωποι, ενώ στην πραγματικότητα δεν μας αρέσει απλά ο εαυτός μας σε σχέση με τους άλλους.
Καθώς λοιπόν ανακαλύπτει τον χαρακτήρα της Μυρτώς, αρχίζει να ταυτίζεται μαζί της. Είναι κι εκείνος ένας ξένος. Ένας άνθρωπος που δεν νιώθει ότι ανήκει πουθενά. Έτσι, σχεδόν χωρίς να το καταλάβει, παύει να είναι απλώς ο αστυνομικός που ερευνά τον θάνατό της. Γίνεται ο άνθρωπος που θέλει να τη δικαιώσει, ίσως και να την προστατεύσει. Είναι το δεύτερο υπερφυσικό στοιχείο του βιβλίου. Η παράξενη σχέση ανάμεσα σε έναν ζωντανό και μια νεκρή. Και το παράδοξο είναι πως μέσα από αυτή τη σχέση ο Κάλαρης προσπαθεί να αφήσει πίσω του το σκοτάδι και να βαδίσει προς το φως.
Το νησί όπως και κάθε νησί είναι ένας κλειστός κόσμος όπου όλοι γνωρίζονται, αλλά κανείς δεν γνωρίζει πραγματικά τον άλλον. Πώς χτίσατε αυτή την κοινωνία των κρυμμένων ενοχών και πόσο σημαντικό ήταν να μετατρέψετε τον ίδιο τον τόπο σε έναν ακόμη ύποπτο της ιστορίας;
Α.Κ.: Θα διαφωνήσω λίγο με την ερώτηση. Δεν νομίζω πως σε μια μικρή κοινωνία οι άνθρωποι δεν γνωρίζουν πραγματικά ο ένας τον άλλον. Νομίζω πως γνωρίζουν πολύ περισσότερα απ’ όσα φανταζόμαστε. Απλώς επιλέγουν να μη μιλούν. Υπάρχει ένας άγραφος κώδικας συνενοχής. Ο ένας κάνει πλάτη στον άλλον, γιατί ο καθένας γνωρίζει τα ένοχα μυστικά του άλλου. Η σιωπή λειτουργεί σαν ένα άτυπο συμβόλαιο: σήμερα σε καλύπτω εγώ, αύριο θα με καλύψεις εσύ. Από την άλλη σιωπούν γιατί ξέρουν πως την επόμενη μέρα θα συναντηθούν στο καφενείο, στην εκκλησία, στον δρόμο. Και έτσι η συνοχή της κοινότητας μπαίνει πάνω από την αλήθεια. Το λέω αυτό γιατί το έχω ζήσει. Δεν χρειάστηκε καθόλου να επινοήσω αυτόν τον μηχανισμό. Τον έχω ήδη συναντήσει στην πραγματική ζωή. Και για του λόγου το αληθές, επιτρέψτε μου να σας διηγηθώ μια προσωπική εμπειρία.
Πριν από αρκετά χρόνια, ως μουσικός, βρέθηκα να δουλεύω ένα καλοκαίρι σε μια ξενοδοχειακή μονάδα στην Κρήτη. Έμενα μόνη μου σε ένα κοντινό χωριουδάκι. Μια νέα γυναίκα, μόνη και μουσικός. Όπως καταλαβαίνετε, έχω υπάρξει κι εγώ «Μυρτώ» και μάλιστα περισσότερες από μία φορές. Κάποια στιγμή μου πρότειναν να δώσω, αφιλοκερδώς, μια συναυλία στην πλατεία του χωριού στο πλαίσιο μιας τοπικής γιορτής. Την ώρα που έπαιζα, κάποιοι μπήκαν στο σπίτι που νοίκιαζα και μου έκλεψαν τα δύο πολυτιμότερα πράγματα που είχα τότε: το λάπτοπ μου, μέσα στο οποίο βρισκόταν σχεδόν όλη η δουλειά μου χωρίς αντίγραφα ασφαλείας, και την κάμερά μου. Δήλωσα την κλοπή στην αστυνομία, αλλά από την πρώτη στιγμή μου είπαν πως οι πιθανότητες να βρεθούν οι δράστες ήταν ελάχιστες. Έτσι αποφάσισα να ψάξω μόνη μου. Απευθύνθηκα λοιπόν στους ανθρώπους του χωριού. Δεν θα ξεχάσω ποτέ την απάντησή τους: «Φυσικά και ξέρουμε ποιοι το έκαναν. Αλλά δεν μπορούμε να τους «δώσουμε». Πώς θα τους αντικρίσουμε αύριο;»
Εκείνη τη στιγμή κατάλαβα τι σημαίνει πραγματικά κλειστή κοινωνία. Δεν ήταν ότι προστάτευαν την αδικία. Προστάτευαν τη συνοχή της κοινότητας απέναντι σε μία ξένη. Αυτή η εμπειρία με σημάδεψε και με βοήθησε να καταλάβω πολύ καλύτερα τη θέση της Μυρτώς. Με τη διαφορά ότι εγώ τότε προσπάθησα να κρατήσω χαμηλό προφίλ. Εκείνη όχι.
Νομίζω όσον αφορά το Νησί δεν είναι ο σωστός όρος το «ύποπτος». Ήθελα απλά να του δώσω προσωπικότητα. Πιστεύω ότι υπάρχουν τόποι που κουβαλούν μια πολύ έντονη ενέργεια. Τόποι που επηρεάζουν τον τρόπο με τον οποίο σκεφτόμαστε, αισθανόμαστε ή ακόμη και αποφασίζουμε. Το Νησί της «ξωθιάς» είναι ένας τέτοιος τόπος. Δεν σκοτώνει ούτε αποφασίζει για λογαριασμό των ανθρώπων. Όμως τους πιέζει, τους δοκιμάζει και τους φέρνει αντιμέτωπους με τον ίδιο τους τον εαυτ
Πιστεύω ότι αυτό συμβαίνει συχνά σε περιορισμένα περιβάλλοντα όπου το φυσικό στοιχείο κυριαρχεί. Η θάλασσα, ο αέρας, οι βράχοι, η αίσθηση της απομόνωσης λειτουργούν σαν ένας μεγεθυντικός φακός. Ό,τι κουβαλά κανείς μέσα του αποκτά μεγαλύτερη ένταση. Ο έρωτας γίνεται πιο δυνατός, ο φόβος πιο απειλητικός, η μοναξιά πιο βαθιά, η ενοχή πιο βαριά.
Η έρευνα κινείται συνεχώς ανάμεσα στη λογική εξήγηση και στον θρύλο μιας γυναικείας ύπαρξης που ίσως δεν ανήκει στον κόσμο των ανθρώπων. Θέλατε ο αναγνώστης να αποφασίσει μόνος του αν η Ξωθιά είναι μια υπερφυσική παρουσία ή αν ο φόβος και οι ενοχές των κατοίκων είναι αρκετά ισχυρά ώστε να δημιουργήσουν το δικό τους φάντασμα;
Α.Κ.: Όσον αφορά τη λογική εξήγηση και τον θρύλο, ναι, ήθελα ο αναγνώστης να αποφασίσει μόνος του. Βλέπετε, όταν ξεκινάμε να διαβάζουμε ένα βιβλίο είμαστε, κατά κάποιον τρόπο, ανυποψίαστοι. Αφήνουμε τον συγγραφέα να μας οδηγήσει μέσα στην ιστορία, να μας δείξει μόνο όσα εκείνος επιλέγει να μας δείξει. Τον αφήνουμε να μας χειραγωγήσει γλυκά, γνωρίζοντας εκ των προτέρων πως η πρόθεσή του είναι να μας ψυχαγωγήσει, να μας συγκινήσει και, ίσως, να μας βάλει σε σκέψεις. Αυτό, φυσικά, ο συγγραφέας το γνωρίζει και, οφείλω να παραδεχτώ, το απολαμβάνει κιόλας. Είναι ένα παιχνίδι που το χαίρονται και οι δύο πλευρές. Εδώ, αυτό συνέβη μέχρι κάποιο σημείο.
Ναι, στην «ξωθιά», η νεκρή Μυρτώ επιστρέφει. Αυτό παρουσιάζεται ως γεγονός αδιαμφισβήτητο. Όμως στο πώς θα το ερμηνεύσει ο αναγνώστης εκείνη τη στιγμή είναι αποκλειστικά δική του υπόθεση. Αν αγαπά το υπερφυσικό, πιθανότατα θα πιστέψει πως πρόκειται για ένα φάντασμα. Αν πάλι είναι ορθολογιστής, ίσως θεωρήσει πως αργότερα θα δοθεί μια λογική εξήγηση.
Εκεί βρίσκεται, πιστεύω, το πραγματικό στοίχημα του συγγραφέα: να μην απογοητεύσει ούτε τον έναν ούτε τον άλλον. Να αφήσει και τις δύο αναγνώσεις να αναπνέουν όσο εξελίσσεται η ιστορία. Είναι δύσκολο, αλλά όχι ακατόρθωτο. Γιατί ακόμη κι όταν το ανεξήγητο αποκτήσει μια λογική ερμηνεία, η ατμόσφαιρα που έχει αφήσει πίσω του δεν χάνεται. Παραμένει εκεί, σαν μια σκιά που συνεχίζει να συνοδεύει τον αναγνώστη ακόμη κι όταν τελειώσει το βιβλίο.
Η Μυρτώ είναι νεκρή από τις πρώτες σελίδες, όμως η προσωπικότητά της φαίνεται να κυριαρχεί σε όλο το βιβλίο. Πώς δουλέψατε έναν χαρακτήρα που αποκαλύπτεται μέσα από τις αφηγήσεις, τις προκαταλήψεις και τα μυστικά των άλλων, χωρίς ο αναγνώστης να μπορεί να είναι βέβαιος ποια εκδοχή της είναι αληθινή;
Α.Κ.:Θα σας απαντήσω με μια άλλη ερώτηση. Μήπως τελικά ξέρουμε ποια είναι η αληθινή εκδοχή του ίδιου μας του εαυτού
Η αλήθεια είναι πως δεν πιστεύω στους μονοδιάστατους χαρακτήρες. Κατά τη γνώμη μου δεν υπάρχουν ούτε απόλυτα καλοί ούτε απόλυτα κακοί. Δεν πιστεύω γιατί δεν έχω γνωρίσει τέτοιους ανθρώπους. Ακόμα και οι πιο φαινομενικά συνετοί και ενάρετοι άνθρωποι μπορεί να δίνουν καθημερινά μάχες με τους δικούς τους δαίμονες. Μάχες που κανένας δεν ξέρει πως τελικά θα καταλήξουν. Αν αυτό ισχύει για τους ζωντανούς, πόσο μάλλον για μια νεκρή γυναίκα που δεν μπορεί πια να υπερασπιστεί τον εαυτό της
Η Μυρτώ, λοιπόν, δεν παρουσιάζεται ποτέ αυτούσια. Τη γνωρίζουμε μέσα από τις αφηγήσεις και τις προβολές των άλλων. Κάθε άνθρωπος κουβαλά τη δική του Μυρτώ και όλες αυτές οι εκδοχές συνθέτουν ένα πρόσωπο που ίσως να μην είναι ποτέ ολόκληρο.
Βέβαια, δεν θα κρυφτώ πίσω από το δάχτυλό μου. Η ιστορία ξεδιπλώνεται μέσα από τη ματιά του Κάλαρη, ο οποίος, όσο προχωρά στην έρευνα, αρχίζει να βλέπει τη Μυρτώ με όλο και μεγαλύτερη κατανόηση και τρυφερότητα. Αναπόφευκτα, αυτή η ματιά επηρεάζει και τον αναγνώστη. Όμως δεν του αφαιρεί την ελευθερία να σχηματίσει τη δική του γνώμη.
Η Μυρτώ είναι ίσως ο μοναδικός χαρακτήρας του βιβλίου που ο χαρακτήρας της διαπλάθεται συνεχώς, σαν ένα παζλ του οποίου κάθε καινούργιο κομμάτι προσθέτει κάτι στην εικόνα ολόκληρου του έργου. Και ίσως ούτε τότε να ολοκληρώνεται πραγματικά. Ακόμη κι αφού κλείσει το βιβλίο, ο καθένας μπορεί να κρατήσει μέσα του μια διαφορετική Μυρτώ. Γιατί, τελικά, όταν ένας άνθρωπος φεύγει, ίσως να μην είναι τίποτε άλλο παρά οι εκδοχές που έχει αφήσει πίσω του στις ζωές των άλλων.
Στο μυθιστόρημα οι βεβαιότητες ανατρέπονται μέχρι την τελευταία σελίδα και ο κύκλος της ιστορίας ολοκληρώνεται με έναν τρόπο που καλεί τον αναγνώστη να ξαναδεί όσα προηγήθηκαν. Πόσο νωρίς γνωρίζατε το τέλος και ποια στοιχεία φυτέψατε στην αφήγηση ώστε η αποκάλυψη να αιφνιδιάζει, αλλά να μην προκύπτει αυθαίρετα;
Α.Κ.: Το τέλος το ήξερα από την αρχή. Και με τη λέξη «τέλος» εννοώ τη λύση της υπόθεσης, όχι απαραίτητα τον δολοφόνο. Βλέπετε, σ’ αυτό το βιβλίο δεν ήταν ο δολοφόνος η ουσία, αλλά όλα εκείνα τα ανείπωτα που οδήγησαν τον δολοφόνο -όποιος κι αν ήταν τελικά- να δράσει.
Θα πω τώρα κάτι και ίσως ακουστεί λίγο προκλητικό. Πιστεύω πως όλοι μας είμαστε δυνάμει τόσο άγιοι, όσο και δολοφόνοι. Δολοφόνοι, όχι γιατί κρύβουμε μέσα μας κάποιο τέρας, αλλά γιατί κανείς δεν μπορεί να γνωρίζει πώς θα αντιδρούσε αν η ζωή τον έφερνε στα απόλυτα όριά του. Κρατώντας λοιπόν αυτή τη σκέψη μού ήταν πολύ εύκολο να ενοχοποιήσω τον μισό… ντουνιά του βιβλίου. (Γελάει.)
Καθώς λοιπόν βρισκόμουν μπροστά σε μια μεγάλη γκάμα υπόπτων -ίσως πάλι να παρεξηγηθώ με αυτό που θα πω- εμπιστεύτηκα λίγο εκείνο το μεταφυσικό πράγμα της δημιουργίας. Περίμενα κάποιος από όλους αυτούς να σηκώσει το χεράκι του και να μου πει: «Εγώ. Εγώ τελικά υπέκυψα στη μοίρα μου». Και έτσι και έγινε.
Αυτή ήταν ίσως και η πιο όμορφη στιγμή της συγγραφής. Όχι γιατί επιτέλους βρέθηκε ο δολοφόνος. Αλλά γιατί τότε ένιωσα πως, από όλους αυτούς τους ανθρώπους που είχα δημιουργήσει, ένας μόνο είχε εγκλωβιστεί τόσο πολύ στις επιλογές του, ώστε να φτάσει αναπόφευκτα στο σημείο χωρίς επιστροφή.
Πιστεύετε ότι η δύναμη της λογοτεχνίας μπορεί από μόνη της να αναδιαμορφώσει τον τρόπο με τον οποίο οι άνθρωποι βλέπουν τα βιβλία και την ανάγνωση; Μπορεί ειδικότερα ένα αστυνομικό μυθιστόρημα που συνομιλεί με τον μύθο και το υπερφυσικό να μας κάνει να αμφισβητήσουμε όσα θεωρούμε πραγματικά ή βέβαια; Ποια είναι η δική σας άποψη;
Α.Κ.: Δεν ξέρω αν η λογοτεχνία μπορεί να αλλάξει τον κόσμο. Ξέρω όμως πως μπορεί να αλλάξει τον τρόπο με τον οποίο τον κοιτάζουμε. Και καμιά φορά αυτό είναι αρκετό
Στη «ξωθιά» δεν νομίζω πως το υπερφυσικό είναι εκείνο που μας κάνει να αμφισβητήσουμε την πραγματικότητα. Το υπερφυσικό δημιουργεί την ατμόσφαιρα. Η ιστορία είναι εκείνη που μας αναγκάζει να αμφισβητήσουμε τις βεβαιότητές μας
Όπως συμβαίνει με την αλληγορία του σπηλαίου του Πλάτωνα. Οι άνθρωποι είμαστε πεπεισμένοι πως βλέπουμε την πραγματικότητα, ενώ στην ουσία βλέπουμε μόνο τις σκιές της. Βγάζουμε συμπεράσματα για τους ανθρώπους, για τις προθέσεις τους, για τα γεγονότα, για την ίδια τη ζωή θεωρώντας πως κατέχουμε την αλήθεια. Κι όμως, τις περισσότερες φορές αυτή βασίζεται σε ελλιπή στοιχεία, σε προηγούμενες εμπειρίες μας, στις προκαταλήψεις μας ή απλώς στην ανάγκη μας να βάλουμε τάξη σε έναν περίπλοκο κόσμο.
Γι’ αυτό πιστεύω πως το αστυνομικό μυθιστόρημα μπορεί κάλλιστα να θεωρηθεί φιλοσοφικό, λογοτεχνικό είδος. Δεν προσπαθεί απλώς να απαντήσει στο ερώτημα «ποιος είναι ο δολοφόνος». Μας υπενθυμίζει πόσο εύκολα μπορούμε να πειστούμε για κάτι που αποδεικνύεται λανθασμένο. Μας αναγκάζει να επιστρέψουμε πίσω, να ξαναδούμε τα ίδια γεγονότα με διαφορετική ματιά και να παραδεχτούμε πως οι μεγαλύτερες αυταπάτες δεν βρίσκονται στο υπερφυσικό, αλλά μέσα στην ίδια την πραγματικότητα.
Και ίσως εκεί να βρίσκεται και η δύναμη της λογοτεχνίας. Όχι στο να μας δώσει καινούργιες βεβαιότητες, αλλά στο να μας μάθει να αμφιβάλλουμε λίγο περισσότερο για εκείνες που ήδη έχουμε.

