Μια βιωματική διαδρομή στην ιστορία των Τερμιτών, από τα πρώτα βήματα της PLJ Bandκαι τις περιπέτειες στο εξωτερικό, μέχρι τη στιγμή που το ελληνικό ροκ βρήκε μια φωνή που ακόμη αντηχεί.
Στην εφημερίδα «CorfuPress» φιλοξενούμε τον μουσικό και συγγραφέα κύριο Παύλο Κικριλή, με αφορμή το βιβλίο του «Το ταξίδι», μια προσωπική κατάθεση για την πορεία των Τερμιτών και για μια εποχή όπου η μουσική γραφόταν με πείσμα, παρέα, όνειρο και πολλή αλήθεια. Ο Παύλος Κικριλής υπήρξε ιδρυτικό μέλος μιας διαδρομής που ξεκίνησε από την PLJ Band, με τον ίδιο, τον Λαυρέντη Μαχαιρίτσα και τον Δημήτρη Βασαλάκη, και εξελίχθηκε σε ένα από τα πιο χαρακτηριστικά κεφάλαια του ελληνικού ροκ, όταν το συγκρότημα άφησε πίσω του τον ξένο στίχο και ξαναγεννήθηκε ως Τερμίτες.
Το βιβλίο είναι περισσότερο μια επιστροφή σε χρόνια δύσκολα και φωτεινά μαζί, τότε που μια παρέα μουσικών δοκίμαζε ήχους, λέξεις, δρόμους και αντοχές. Από το «Armaggedon»της PLJ Band μέχρι την επιτυχία των Τερμιτών, από το Παρίσι όπου το αυτοκίνητο μπορούσε να γίνει σπίτι, μέχρι τα ελληνικά στούντιο, τις συναυλίες, τις συνεργασίες και τα τραγούδια που έμειναν, ο Παύλος Κικριλής ξεδιπλώνει μια ιστορία γεμάτη μνήμες, πρόσωπα και στιγμές που σημάδεψαν τη μουσική σκηνή.
Μέσα από τις σελίδες του βιβλίου βλέπουμε η μετάβαση από την αναζήτηση στην ταυτότητα. Η PLJ Band μπορεί να μην βρήκε τότε την ανταπόκριση που περίμενε, όμως μέσα από εκείνη τη διαδρομή γεννήθηκαν οι Τερμίτες, με ελληνικό στίχο, με δικό τους ήχο και με τραγούδια όπως «Η πόλη κοιμάται», «Πόσο σε θέλω» και οι στιγμές των «Τσιμεντένιων Τραίνων», που εξακολουθούν να συγκινούν. Το βιβλίο είναι φόρος τιμής σε μια παρέα που τόλμησε να ονειρευτεί, να αποτύχει, να ξανασηκωθεί και να αφήσει πίσω της τραγούδια που δεν χάθηκαν στη σκόνη του χρόνου.
Συνέντευξη στη δημοσιογράφο-συγγραφέα Νεκταρία Βαρσαμή-Πουλτσίδη
Κύριε Κικριλή, στο «Ταξίδι» επιστρέφετε σε μια εποχή που δεν υπήρχαν οι σημερινές ευκολίες, αλλά υπήρχε παρέα, ρίσκο, ένστικτο και μουσική ανάγκη. Πότε νιώσατε ότι η ιστορία των Τερμιτών έπρεπε να γραφτεί από μέσα, από έναν άνθρωπο που την έζησε και όχι απλώς την παρακολούθησε;
Π.Κ.: Πρώτα απ όλα σας ευχαριστώ που μου δίνεται την ευκαιρία να μοιραστώ μαζί σας μερικές σημαντικές στιγμές της ζωής μου και να ξεδιπλώσω εν μέρη κάποιες από αυτές που με σημάδεψαν .. Νεαρός τότε με όνειρα και μουσικές φιλοδοξίες αλλά πάνω απ όλα φιλίες, όνειρα, προβληματισμοί, γέλια, κλάματα και τόσα άλλα …
Κάποια στιγμή όλες αυτές οι μνήμες ήθελα να καταγραφούν σαν ένα μουσικό διαβατήριο σαν εξιλέωση σαν μια καταγραφή σεβασμού προς την ίδια τη ζωή που μας χάρισε ό,τι ονειρευτήκαμε και μάλιστα με το παραπάνω !
Έτσι ήρθε μια στιγμή που απλά έπιασα μια πένα και άρχισα να γράφω ότι μπορούσα να θυμηθώ από αυτό το περίεργο αλλά και υπέροχο μουσικό παρελθόν .. χωρίς καμία σκέψη να κυκλοφορήσει σε βιβλίο, απλά έγραφα .. ήταν επίσης μια παρακαταθήκη προς τα παιδιά μου για το παρελθόν μου που θα ήθελα να γνωρίσουν από πρώτο χέρι .. αργότερα μπήκε η ιδέα της έκδοσης και έτσι κυκλοφόρησε το βιβλίο «Το Ταξίδι»
Η PLJ Band γεννήθηκε από τα αρχικά τριών ανθρώπων, του Παύλου, του Λαυρέντη και του Δημήτρη, και στη συνέχεια με την προσθήκη νέων μελών άρχισε να διαμορφώνει έναν δικό της ήχο. Πώς θυμάστε εκείνη την πρώτη περίοδο, πριν ακόμη έρθει το όνομα «Τερμίτες», όταν όλα ήταν αναζήτηση, δοκιμή και αβεβαιότητα;
Π.Κ.: Με το όνομα P.L.J band ξεκίνησαν τα πρώτα μας όνειρα .. επηρεασμένοι από συγκροτήματα της εποχής προσπαθούσαμε να φτιάξουμε τον δικό μας ήχο χωρίς όμως να είμαστε σίγουροι αν θα συνεχίσουμε να υπάρχουμε σαν μουσικό σχήμα .. ήταν δύσκολα αλλά και όμορφα .. οι φιλίες ήταν αληθινές και αυτή ήταν η βασική αιτία που δεν διαλύθηκε το συγκρότημα … αντίθετα φτιάχναμε καινούργια όνειρα νέους στόχους και από ιδέες όσες θες ! Ήταν η εποχή που βάλαμε δικά μας χρήματα και κυκλοφορήσαμε ένα μικρό άλμπουμ με τέσσερα τραγούδια σε αγγλικό στίχο με τίτλο “Gaspar” Μετά απ αυτό το δισκάκι μας ήρθε η ιδέα για κάτι ποιο σοβαρό και μεγάλο .. έτσι άρχισε το “Armageddon” Υπήρχε όμως ένα βασικό πρόβλημα στον ήχο μας.. έλειπε ένα καλός lead κιθαρίστας .. εκεί έγινε μία γνωριμία που σημάδεψε τον ήχο του συγκροτήματος… γνωρίσαμε τον Αντώνη Μιτζέλο έναν πολύ καλό κιθαρίστα με προσωπικό στυλ και ο οποίος παρέμεινε μέχρι το τέλος βασικό στέλεχος της ομάδας . Ολα όμως εξακολουθούσαν να είναι ρευστά ..
Στο βιβλίο φαίνεται πως η αποτυχία της PLJ Band δεν λειτούργησε ως τέλος, αλλά ως αφετηρία για κάτι πιο ώριμο, πιο ελληνικό και τελικά πιο αναγνωρίσιμο. Πόσο καθοριστική ήταν η μετάβαση από τον ξένο στον ελληνικό στίχο για να βρουν οι Τερμίτες την πραγματική τους ταυτότητα;
Π.Κ.: Η αποτυχία σαν PLJ Band ήταν καθαρά εποχική απ ότι τελικά αποδείχτηκε εκ των υστέρων… σήμερα ο δίσκος “Armageddon” ειδικά η πρώτη έκδοση θεωρείται συλλεκτικός με ψηλή αγοραστική αξία και αν δεις στο Google θεωρείται ένας από τους καλύτερους progressive rock δίσκους παγκοσμίως. Για την εποχή όμως που κυκλοφόρησε και ειδικά στην χώρα μας .. ήταν πράγματι αποτυχία … τότε μεσουρανούσε άλλο είδος μουσικής στην Ελλάδα…
Η ιδέα του παραγωγού μας Γιάννη Δουλάμη να μετονομαστεί το συγκρότημα σε «Τερμίτες» και να κυκλοφορήσουν τα τραγούδια μας με Ελληνικούς στίχους αποδείχτηκε τελικά σωτήρια και καθοριστική αφού έτσι βρήκαμε μια μουσική ταυτότητα που μας έδωσε δύναμη και πάνω απ όλα μέλλον γιατί αλλιώς θα είχαμε διαλύσει. Ήταν και η γνωριμία μας με τον Μιχάλη Μαρματάκη έναν περίεργο ποιητή που ταίριαξαν οι ιδέες μας και έτσι πήγαμε σε άλλη φάση ..
Η ιστορία των Τερμιτών μοιάζει με κυριολεκτικό και μεταφορικό ταξίδι: εξωτερικό, Παρίσι, Ελλάδα, στούντιο, δρόμοι, αυτοκίνητα, φιλίες, μουσικές αναζητήσεις. Ποια στιγμή αυτού του ταξιδιού νιώθετε σήμερα ότι συμπυκνώνει περισσότερο το πνεύμα της μπάντας;
Π.Κ.: Το ταξίδι ήταν μεγάλο δύσκολο και συνάμα όμορφο .. πολλές οι στιγμές όχι μια .. όταν ανοίγαμε μια σκηνή και οι μισοί κοιμόμασταν σ αυτή και οι άλλοι μισοί μέσα στο αυτοκίνητο και όλα αυτά κάπου στο Παρίσι και με μοναδικό σκοπό να πετύχουμε ένα συμβόλαιο με την Polygram της Γαλλίας τότε καταλαβαίνεις πόσο κοντά υπήρξαμε ο ένας στον άλλον ..Στιγμές όπως η συναυλίες στον Λυκαβηττό το 1986 με καλεσμένους πολλούς φίλους καλλιτέχνες ή στο ΣΕΦ το 1998 (δέκα χρόνια μετά την διάλυση του συγκροτήματος), ακόμα και στο Ηρώδειο το 2014, έδιναν το πραγματικό πνεύμα της μπάντας ..
Τραγούδια όπως «Η πόλη κοιμάται» και «Πόσο σε θέλω» εξακολουθούν να αγγίζουν ακροατές που ίσως δεν έζησαν την εποχή των Τερμιτών. Τι πιστεύετε ότι κάνει ένα τραγούδι να ξεφεύγει από τη στιγμή της δημιουργίας του και να γίνεται κομμάτι της μνήμης περισσότερων γενιών;
Π.Κ.: Οταν γράφαμε ένα τραγούδι δεν ήταν αυτοσκοπός να γίνει «σουξέ».. ήταν απλά ένας τρόπος έκφρασης που για διαφορετικούς λόγους εξέφραζε και κάποιους άλλους ανθρώπους.. μερικά από τα τραγούδια μας έγιναν ας πούμε επιτυχία και ακούγονται ακόμα και σήμερα γιατί είναι αυτό που είπαμε … ίσως συμπτωματικά οι λέξεις οι μελωδίες και ο τρόπος ενορχήστρωσης άγγιξαν την ψυχή αυτών των ανθρώπων .. «στην άκρη του απείρου στιγμούλα του ονείρου» έγραψε σε στίχους ο Γιάννης Σπυρόπουλος .. στη συνέχεια «πόσο σε θέλω» Νομίζω ότι αυτό το τραγούδι θα παίζεται όσα χρόνια και να περάσουν …γενικά λογική δεν υπάρχει στη μουσική .. ο κόσμος αντιδρά με τον δικό του τρόπο και αγαπάει ή εκφράζεται κάθε εποχή διαφορετικά …
Στις σελίδες του βιβλίου αναδεικνύεται και η σχέση των Τερμιτών με πρόσωπα της μουσικής σκηνής, με συνεργασίες, φιλίες, στούντιο, σπάνιο υλικό, φωτογραφίες, στίχους και σημειώματα. Πόσο δύσκολο ήταν να διαλέξετε τι θα χωρέσει στο βιβλίο και τι θα μείνει αναγκαστικά έξω από αυτή την προσωπική και συλλογική μνήμη;
Π.Κ.: Προσωπικά έγραψα αυτά που θεώρησα ενδεικτικά συμβάντα αυτά που κάποιος αν διαβάσει θα του αφήσει μια γεύση για το πώς ήταν τότε η μουσική σκηνή στην Ελλάδα και πώς μια παρέα μουσικών προσπάθησε να κάνει τα όνειρα της πραγματικότητα.. υπήρξαν και άλλα πολλά που θα μπορούσα να γράψω όμως νομίζω ότι δεν θα άγγιζαν τον σκοπό μου .. περιγράφω επίσης πως ήταν η Αθήνα και ιδιαίτερα η Πλάκα εκείνη την εποχή … παρέες, μαγαζιά, ξενύχτια και τόσα άλλα.. εκεί που δυσκολεύτηκα ήταν όταν έπρεπε να αναφερθώ και στις διαφωνίες μας και κατά συνέχεια στους τσακωμούς.. όμως είναι και αυτό μέρος της ζωής και κομμάτι της ιδιαίτερης φιλίας που αναπτύχθηκε μεταξύ μας ..μια φιλία που κρατάει ακόμα και σήμερα .
Οι Τερμίτες ξεκίνησαν ως μια ροκ παρέα, όμως κατόρθωσαν να περάσουν σε ένα ευρύτερο κοινό χωρίς να χάσουν την ηλεκτρισμένη τους ταυτότητα. Πιστεύετε ότι αυτή ήταν τελικά η μεγάλη τους δύναμη, ότι μπόρεσαν να ενώσουν το ροκ ένστικτο με το ελληνικό συναίσθημα;
Π.Κ.: Ναι, θα μπορούσε να ειπωθεί ότι αυτή ήταν η βασική μας δύναμη.
Οι Τερμίτες καταφέραμε κάτι που δεν είναι καθόλου εύκολο..να κρατήσουμε ζωντανό το ροκ μας ένστικτο, την ενέργεια και την ηλεκτρισμένη μας ταυτότητα, αλλά ταυτόχρονα να το «ντύσουμε» με ελληνικό συναίσθημα, με μελωδία και στίχο που μπορούσε να αγγίξει ένα πολύ πιο ευρύ κοινό.
Αυτός ο συνδυασμός είναι που μας έκανε να ξεχωρίσουμε. Δεν γίναμε πιο «εμπορικοί» με την έννοια της απώλειας ταυτότητας..μάλλον βρήκαμε έναν τρόπο να επικοινωνήσουμε το «ροκ μας»χωρίς να αποκλείσουμε τον ακροατή που δεν ήταν απαραίτητα φανατικός του είδους.
Τελικά, η επιτυχία μας φαίνεται να βασίστηκε ακριβώς σε αυτή την ισορροπία: ένταση και ευαισθησία μαζί, ροκ ενέργεια και ελληνική ψυχή στην ίδια πρόταση.
Το «Ταξίδι» δεν είναι μόνο βιβλίο για ένα συγκρότημα, αλλά και μια κατάθεση για μια εποχή, για τη φιλία, τη δημιουργία, τον χωρισμό των δρόμων και την αντοχή των τραγουδιών στον χρόνο. Πιστεύετε ότι η δύναμη της μουσικής και της λογοτεχνικής αφήγησης μπορεί από μόνη της να αναδιαμορφώσει τον τρόπο με τον οποίο οι άνθρωποι βλέπουν τα βιβλία, την ανάγνωση και τις μνήμες μιας ολόκληρης γενιάς; Ποια είναι η δική σας άποψη;
Π.Κ.: Ναι, πιστεύω πως η μουσική και η λογοτεχνική αφήγηση έχουν τη δύναμη να αλλάζουν τον τρόπο που βλέπουμε τα βιβλία και τις μνήμες μιας εποχής. Όταν ένα έργο δεν περιορίζεται απλώς στην αφήγηση μιας ιστορίας, αλλά συνδέει συναισθήματα, εμπειρίες και ήχους μιας γενιάς, τότε γίνεται κάτι πιο ζωντανό από ένα απλό βιβλίο.
Όμως δεν θα έλεγα ότι η τέχνη από μόνη της αλλάζει τον κόσμο μαγικά, αλλά σίγουρα μπορεί να αλλάξει τον τρόπο που θυμόμαστε και καταλαβαίνουμε τον κόσμο. Και αυτό είναι ήδη πολύ δυνατό.
Στην περίπτωση του «Ταξιδιού» προσπαθώ η ανάγνωση να γίνεται εμπειρία και όχι απλή πληροφορία.

