Το «Omniscient Reader’s Viewpoint, Τόμος 1», που κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Anubis, σε μετάφραση του Χρήστου Τσέλιου και εικονογράφηση της Sleepy-C, στηρίζεται σε μια ιδέα βαθιά γοητευτική και ανησυχητική: τι θα έκανες, αν ήξερες το τέλος της ιστορίας;
Ο Κιμ Ντοκτζά είναι ένας συνηθισμένος υπάλληλος γραφείου, παγιδευμένος σε μια ζωή χωρίς ιδιαίτερη λάμψη. Δεν είναι ήρωας, δεν είναι πολεμιστής, δεν είναι κάποιος που έχει μάθει να πρωταγωνιστεί. Είναι ένας άνθρωπος της καθημερινότητας, κουρασμένος, μόνος μέσα στη ρουτίνα του, με μία και μοναδική πραγματική απόλαυση: ένα άγνωστο διαδικτυακό μυθιστόρημα, το οποίο διαβάζει σχεδόν εμμονικά. Το παράδοξο είναι πως είναι ο μοναδικός του αναγνώστης. Και αυτό που αρχικά μοιάζει με μια μικρή προσωπική ιδιορρυθμία, γίνεται σύντομα το κέντρο μιας ολόκληρης κοσμογονίας.
Όταν το μυθιστόρημα φτάνει στο τέλος του, τελειώνει μαζί του και ο κόσμος όπως τον ήξερε ο Ντοκτζά. Η φαντασία περνά βίαια στην πραγματικότητα. Φρικιαστικά τέρατα εμφανίζονται, άνθρωποι σφαγιάζονται, οι κανόνες της καθημερινής ζωής καταρρέουν και η ανθρωπότητα παγιδεύεται σε σαδιστικά σενάρια επιβίωσης. Όλα όσα ο Ντοκτζά διάβαζε για χρόνια ως μυθοπλασία γίνονται πραγματικότητα μπροστά στα μάτια του. Μόνο που εκείνος γνωρίζει κάτι που οι υπόλοιποι αγνοούν: αυτό είναι μόνο το πρώτο κεφάλαιο.
Η δύναμη του Omniscient Reader’s Viewpoint βρίσκεται ακριβώς σε αυτή την ανατροπή. Ο ήρωας δεν αποκτά εξαρχής δύναμη επειδή είναι γεννημένος εκλεκτός. Δεν μπαίνει στην ιστορία με μυϊκή υπεροχή, μαγικές ικανότητες ή ακατανίκητο θάρρος. Η δύναμή του είναι η γνώση. Ξέρει την ιστορία. Ξέρει τα σενάρια. Ξέρει τις καταστροφές που θα ακολουθήσουν. Ξέρει, με άλλα λόγια, αυτά που ένας αναγνώστης γνωρίζει όταν έχει διαβάσει μέχρι το τέλος. Και αυτή η ιδέα είναι πραγματικά εξαιρετική, γιατί μετατρέπει την ίδια την πράξη της ανάγνωσης σε όπλο.
Ο Ντοκτζά πρέπει να εγκαταλείψει τον παθητικό ρόλο του αναγνώστη και να γίνει μέρος της ιστορίας. Δεν έχουμε απλώς έναν άνθρωπο που προσπαθεί να επιβιώσει σε έναν κατεστραμμένο κόσμο. Έχουμε έναν αναγνώστη που καλείται να μπει μέσα στο βιβλίο που αγαπούσε και να αναμετρηθεί με όσα μέχρι τότε παρακολουθούσε από απόσταση. Είναι σαν να ρωτά η ίδια η αφήγηση τον καθένα μας: αν γνώριζες τι θα συμβεί, θα είχες το θάρρος να αλλάξεις την πορεία των γεγονότων ή θα έμενες θεατής;
Ο πρώτος τόμος λειτουργεί εξαιρετικά ως είσοδος στον κόσμο της σειράς. Δεν προσπαθεί να εξηγήσει τα πάντα από την αρχή, και καλά κάνει. Κρατά μια αίσθηση μυστηρίου, επιτρέπει στον αναγνώστη να νιώσει την αποσύνθεση της πραγματικότητας μαζί με τους χαρακτήρες και στήνει γρήγορα τους βασικούς κανόνες του νέου κόσμου. Η καθημερινότητα διαλύεται σχεδόν απότομα, χωρίς συναισθηματική προειδοποίηση. Αυτό δίνει στην ιστορία έναν σκληρό, νευρικό ρυθμό. Η μετάβαση από τη ρουτίνα στο χάος δεν γίνεται αργά και ποιητικά. Γίνεται βίαια, όπως ακριβώς θα έπρεπε σε μια ιστορία αποκάλυψης.
Παράλληλα, το έργο διατηρεί τη λογική του webtoon, με γρήγορη ροή, έντονες μεταβάσεις και σκηνές που χτίζουν σταδιακά ένταση. Αυτό μπορεί να είναι μεγάλο πλεονέκτημα για αναγνώστες που αγαπούν τη σύγχρονη ψηφιακή αφήγηση και τα manhwa με κινηματογραφική αίσθηση. Η ιστορία δεν απλώνεται αργά. Προχωρά με αποφασιστικότητα. Στήνει το ερώτημα, ρίχνει τον ήρωα στην καταστροφή και τον αναγκάζει να δράσει.
Το ενδιαφέρον με τον Ντοκτζά είναι ότι δεν είναι αμέσως συμπαθητικός με τον εύκολο τρόπο. Δεν είναι ο φωτεινός ήρωας που μπαίνει μπροστά από όλους με αυταπάρνηση. Είναι παρατηρητής, υπολογιστικός, κάποιος που έχει μάθει να ζει μέσα από μια ιστορία και όχι απαραίτητα μέσα στην ίδια τη ζωή. Αυτή η ιδιαιτερότητα τον κάνει πιο γοητευτικό. Δεν ξέρουμε ακόμη αν θα γίνει σωτήρας, χειριστής ή κάτι ενδιάμεσο. Και αυτό το γκρίζο σημείο είναι πολύτιμο, γιατί κρατά την αφήγηση μακριά από την απλοϊκή ηρωοποίηση.
Ο πρώτος τόμος είναι δυνατός, έξυπνος και ελκυστικός. Το βασικό του εύρημα, ο μοναδικός αναγνώστης που γνωρίζει το τέλος, του δίνει ταυτότητα και αφηγηματική ένταση. Εκεί όπου άλλες ιστορίες στηρίζονται μόνο στη σωματική δύναμη του ήρωα, εδώ η αφετηρία είναι η γνώση, η μνήμη και η αναγνωστική εμπειρία. Αυτό είναι που το κάνει να ξεχωρίζει.
Ανοίγει πολλά υποσχόμενα μονοπάτια, αλλά η πρόκληση είναι να μη μείνει μόνο στην εντυπωσιακή ιδέα. Θα χρειαστεί να αναπτύξει χαρακτήρες, να βαθύνει τον κόσμο, να δείξει τις συνέπειες της γνώσης και να αποφύγει την παγίδα της επανάληψης σε διαδοχικά σενάρια επιβίωσης. Το ξεκίνημα, πάντως, είναι αρκετά ισχυρό ώστε να δημιουργεί προσδοκίες.
Τελικά, το ερώτημα δεν είναι μόνο τι θα έκανε κανείς αν ήξερε το τέλος της ιστορίας. Το πραγματικό ερώτημα είναι αν θα είχε το θάρρος να πάψει να διαβάζει από απόσταση και να μπει ο ίδιος μέσα στην ιστορία για να αλλάξει τη μοίρα της.

