Σύμφωνα με το απόκρυφο κείμενο Πράξεις του Πέτρου, ο Απόστολος Πέτρος φεύγοντας από τη Ρώμη για να σωθεί από τους διωγμούς, στο δρόμο του συνάντησε τον Ιησού Χριστό και τον ρώτησε, «Domine, quo vadis?» (Κύριε, πού πηγαίνεις;) και ο Ιησούς Χριστός του απάντησε, «Πάω στη Ρώμη για να σταυρωθώ ξανά», οπότε ο Πέτρος μετανόησε και επέστρεψε στην πόλη.
Σ΄ αυτό το πνεύμα, το διαχρονικό ερώτημα, ολίγον τι παραφρασμένο, «Europa quo vadis?» – «Πού βαδίζεις, Ευρώπη;», μπορεί να τεθεί και για την πολιτική, οικονομική και ηθική πορεία της Ευρωπαϊκής Ένωσης και δη σε μια περίοδο οικονομικής κρίσης, πολιτικής αστάθειας και κοινωνικής αναστάτωσης.
Απάντηση στο ερώτημα θα μπορούσε να ήταν, η επιστροφή της Ευρωπαϊκής Ένωσης στο αρχικό όραμα των εμπνευστών της. Όπως ακριβώς ο Απόστολος Πέτρος πείστηκε από τον Ιησού Χριστό να επιστρέψει κι αυτός στη Ρώμη, έτσι και η Ευρωπαίκή Ένωση να επιστρέψει στους αρχικούς στόχους της ίδιας της δημιουργίας της. Η φράση «Ενωμένη Ευρώπη από τη Λισαβόνα (ή το Γιβραλτάρ) έως το Βλαδιβοστόκ», (επίσης γνωστή ως «Μεγάλη Ευρώπη»), αποτελεί ένα ιστορικό και γεωπολιτικό όραμα. Περιγράφει την ιδέα μιας ενιαίας οικονομικής, πολιτικής και ανθρωπιστικής ζώνης που θα εκτείνεται σε ολόκληρη την Ευρασιατική Ήπειρο, συνδέοντας τον Ατλαντικό με τον Ειρηνικό Ωκεανό.
Η εγκατάλειψη του οράματος.
Η φράση «μια Ευρώπη από τον Ατλαντικό έως τα Ουράλια» ή «Ενωμένη Ευρώπη από τη Λισαβόνα, (ή το Γιβραλτάρ), έως το Βλαδιβοστόκ», είναι ένα ιστορικό γεωπολιτικό όραμα που διατύπωσε με ομιλία του στο Στρασβούργο, στις 23 Νοεμβρίου 1959, ο τότε Γάλλος Πρόεδρος – Στρατηγός Σαρλ Ντε Γκωλ. Στόχος του ήταν μια ανεξάρτητη Ευρώπη που θα περιλάμβανε και την τότε Σοβιετική Ένωση, (σημερινή Ρωσία), απαλλαγμένη από την αμερικανική κηδεμονία.
Υπενθυμίζεται πως, ο Στρατηγός Σαρλ ντε Γκωλ εξελέγη πρώτος πρόεδρος της Ε΄ Γαλλικής Δημοκρατίας το 1958 και με την άνοδό του στο αξίωμα έθεσε, μεταξύ άλλων, ως στόχο την ενδυνάμωση της Ευρώπης, ώστε να αποτελέσει τον τρίτο πόλο στη διαμάχη μεταξύ ΗΠΑ και Σοβιετικής Ένωσης. Εξάλλου τα σχέδια για μια ενωμένη Ευρώπη είχαν ήδη τεθεί σε εφαρμογή με την ίδρυση της ΕΟΚ, με την υπογραφή της Συνθήκης του Palazzo Barberini, στη Ρώμη, την 25η Μαρτίου του 1957 από την Γαλλία, την Δυτική Γερμανία, την Ιταλία, το Βέλγιο, την Ολλανδία και το Λουξεμβούργο. Δεν μπορεί να παραβλεφθεί ότι η φράση – στόχος του Σαρλ Ντε Γκωλ, έγινε σημαία και στόχος πολλών αγώνων και πολιτικών αναλύσεων της Ευρωαριστεράς και πολλών άλλων πολιτικών – ιδεολογικών ρευμάτων.
Γενικότερη πολιτική επιδίωξή του Γάλλου Προέδρου ήταν η «απελευθέρωση» της Γαλλίας και της Ευρώπης από την επιρροή ΗΠΑ και Μεγάλης Βρετανίας, με την προώθηση της ανάπτυξης πυρηνικών όπλων από τη Γαλλία και την αποχώρησή της από το ΝΑΤΟ. Η ένταξη της Σοβιετικής Ένωσης στο όραμά του, τοποθετώντας το σύνορο της Ευρώπης στα Ουράλια, έδειχνε ότι ο Σαρλ ντε Γκώλ ήταν διατεθειμένος να χαλαρώσει τις τεταμένες σχέσεις με την Σοβιετική Ένωση. Παράλληλα, έπαιξε μεγάλο ρόλο στην αποκατάσταση των φιλικών σχέσεων Γαλλίας-Γερμανίας με την προσωπική φιλία του με τον καγκελάριο Κόνραντ Αντενάουερ.
Στα τέλη της δεκαετίας του 1980, ο Ρώσος Πρόεδρος, Μιχαήλ Γκορμπατσόφ, υιοθέτησε την ιδέα του Στρατηγού Ντε Γκωλ και πρότεινε την ιδέα ενός «Κοινού Ευρωπαϊκού Σπιτιού», το οποίο θα περιλάμβανε και τη Σοβιετική Ένωση.
Το 2010, με άρθρο του στη γερμανική εφημερίδα Sueddeutsche Zeitung, ο τότε πρωθυπουργός της Ρωσίας Βλαντίμιρ Πούτιν πρότεινε επίσημα στην Ευρωπαϊκή Ένωση τη δημιουργία μιας κοινής οικονομικής ζώνης και ελεύθερου εμπορίου από τη Λισαβόνα έως το Βλαδιβοστόκ.
Αν και αρχικό όραμα συζητήθηκε για χρόνια από Ευρωπαίους και Ρώσους ηγέτες και διπλωμάτες, (με υποστηρικτές όπως ο Γάλλος πρόεδρος Εμανουέλ Μακρόν το 2019), θεωρείται πλέον γεωπολιτικά «νεκρό».
Η βαθιά ρήξη στις σχέσεις της Ρωσίας με τη Δύση, η ρωσική εισβολή στην Ουκρανία και η επακόλουθη στρατηγική στροφή της Μόσχας προς την Ασία και την Κίνα έχουν θέσει οριστικό τέλος στις προοπτικές μιας τέτοιας ηπειρωτικής ενοποίησης.
Οι 3 πυλώνες της Μεταπολεμικής Ευρωπαϊκής Οικονομίας
Μετά τον 2ο Παγκόσμιο Πόλεμο, η Ευρωπαϊκή Οικονομία στήριξε την ανάπτυξη της σε τρεις βασικούς πυλώνες :
– Την φθηνή ενέργεια, (Πετρέλαιο και Φυσικό Αέριο), που εισήγαγε από την Ρωσία, όπως και κάθε είδους ορυκτό είχε ανάγκη η βιομηχανική της παραγωγή.
– Τις παρθένες αγορές της Μέσης και Άπω Ανατολής, στις οποίες εξήγαγε τα βιομηχανικά της προϊόντα και στις μη βιομηχανικά ανεπτυγμένες αγορές του Ευρωπαϊκού Νότου.
– Τα φθηνά εργατικά χέρια που εισέρρευσαν στις ραγδαίως, (για τους προαναφερθέντες λόγους), αναπτυσσόμενες οικονομίες του Ευρωπαϊκού Βορρά από τις ερειπωμένες από τον πόλεμο χώρες του Ευρωπαϊκού Νότου, είτε από πρώην αφρικανικές αποικίες .
Στην παρούσα, χρονική περίοδο οι τρεις προαναφερθέντες πυλώνες δεν υπάρχουν. Η Φθηνή ενέργεια από την Ρωσία σταμάτησε να ρέει, λόγω των επιβληθεισών κυρώσεων σε βάρος της από την Ευρωπαϊκή Ένωση, οι πρώην παρθένες αγορές της Άπω Ανατολής έχουν αναπτυχθεί και αντί να εισάγουν βιομηχανικά προϊόντα εξάγουν και σε βαθμό να καλύπτουν αγορές της Ασίας, της Ευρώπης και της Αφρικής. Παράλληλα, φθηνά εργατικά χέρια από ευρωπαϊκές χώρες δεν υπάρχουν και οι όποιες ανάγκες καλύπτονται από μετανάστες προερχόμενους από μουσουλμανικές εμπόλεμες χώρες, προκαλώντας άλλου είδους προθήματα στις κοινωνίες υποδοχής.
Με απλά λόγια, οι τρεις πυλώνες πάνω στους οποίους στηρίχθηκε η μεταπολεμική οικονομική ανάπτυξη της Ευρώπης έχουν πλήρως καταρρεύσει. Δεν υφίστανται πλέον.
Κατάρρευση της Ευρωπαϊκής Οικονομίας
Οι οικονομικές κυρώσεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης κατά της Ρωσίας έχουν λειτουργήσει ως δίκοπο μαχαίρι, προκαλώντας σημαντικό κόστος και επιβράδυνση στην ανάπτυξη της ευρωπαϊκής οικονομίας, παρά τον αρχικό στόχο για την αποδυνάμωση της Μόσχας. Η ανάγκη για άμεση απεξάρτηση από τα φθηνά ρωσικά ορυκτά καύσιμα αναδιαμόρφωσε βίαια το οικονομικό μοντέλο της Γηραιάς Ηπείρου. Η διακοπή των ροών ρωσικού πετρελαίου και φυσικού αερίου είχε άμεσα αρνητικές συνέπειες για την Ευρώπη :
1. Ανάγκασε την Ευρώπη να στραφεί σε ακριβότερες εναλλακτικές λύσεις, όπως το υγροποιημένο φυσικό αέριο (LNG), ανεβάζοντας ανάλογα και το κόστος παραγωγής.
2. Η κατακόρυφη άνοδος των τιμών της ενέργειας, πετρελαίου και φυσικού αερίου, οδήγησε σε ιστορικά υψηλά επίπεδα πληθωρισμού, συμπιέζοντας το διαθέσιμο εισόδημα των πολιτών.
3. Χώρες με βαριά βιομηχανική βάση που στηρίζονταν στην προσιτή ενέργεια (όπως η Γερμανία) βρέθηκαν αντιμέτωπες με απώλεια ανταγωνιστικότητας, αναγκάζοντας εργοστάσια να μειώσουν την παραγωγή τους ή να μεταφερθούν εκτός Ευρωπαϊκής Ένωσης, προκαλώντας επιπλέον εσωτερική ανεργία.
Μέσα σ αυτό το διόλου εύκρατο οικονομικό κλίμα, τα κράτη-μέλη της Ευρωπαϊκές Ένωσης δαπανούν εκατοντάδες δισεκατομμύρια ευρώ για να στηρίξουν τα νοικοκυριά και επιχειρήσεις και δη από μια αναιμική οικονομία. Επιπλέον, η γεωπολιτική αστάθεια οδήγησε σε ραγδαία αύξηση των στρατιωτικών εξόδων, στερώντας πολύτιμους πόρους από την παιδεία, την υγεία και την πράσινη μετάβαση.
Τούτων, όλων των ανωτέρω δοθέντων, η Ευρώπη είναι οικονομικά αιωρούμενη, πολιτικά ασταθής και κοινωνικά αναστατωμένη έως και εύφλεκτη. Παράλληλα, η διπλωματική της παρέμβαση, στις ραγδαίες γεωπολιτικές αλλαγές, είναι ισχνή έως μηδενική.
Οι ηγεσίες της Γηραιάς Ηπείρου οφείλουν να αναστοχαστούν πολιτικά και να επαναπροσδιορίσουν την πολιτική τους, σύμφωνα με το αιώνιο αξίωμα : «Η πολιτική εξαρτάται από την οικονομία και η οικονομία καθορίζεται από την γεωγραφία».
Είναι πλέον σαφής και λίαν διακριτή μια κοινωνικοπολιτική αλήθεια: τα μεγάλα γεγονότα, οι κρίσεις και οι μεταβολές που παρατηρούνται σήμερα στην Ευρώπη αποτελούν το σύμπτωμα (το αποτέλεσμα) βαθύτερων, μακροχρόνιων διεργασιών και όχι την αρχική τους αφορμή (την αιτία).

