Παραμονές της παρουσίασης του βιβλίου, «Ιθάκη», ο Άγγλος συγγραφέας Λούις Κάρολ, (1832-1898), θα ψιθύριζε στον πρώην πρωθυπουργό Αλέξη Τσίπρα , «Δεν μπορώ να πάω πίσω στο χθες, γιατί ήμουν κάποιος άλλος», ενώ ο Φραντς Κάφκα, Τσέχος συγγραφέας (1883-1924), θα του προσέθετε πως, «Από ένα σημείο και μετά δεν υπάρχει πλέον επιστροφή. Αυτό είναι το σημείο που πρέπει να φτάσουμε«». Άρα Αλέξη μου, από εδώ και πέρα, «μπρος βαθύ και πίσω ρέμα», ξεκίνησες, όλοι σε προσμένουν, άλλοι σαν φίλοι κι άλλοι σαν αντίπαλοι κι εσύ δεν μπορείς να κάνεις πίσω.
Στον πρωθυπουργό, Κυριάκο Μητσοτάκη και στους λοιπούς φερέλπιδες αρχηγούς του πολιτικού μας σκηνικού για μια όσο το δυνατόν καλύτερη εκλογική επίδοση, αφιερώνεται το ρηθέν της Αμερικανίδας Γυμνάστριας, Bonnie Prudden, (1914-2011), «Δεν μπορείς να γυρίσεις πίσω το ρολόι. Μπορείς όμως να το κουρδίσεις ξανά».
Εκλογές που δεν βγάζουν πρωθυπουργό
Για πρώτη φορά από την μεταπολίτευση του 1974, σε εκλογές, οποτεδήποτε κι αν αυτές διεξαχθούν, ουδείς γνωρίζει ποιος μπορεί να είναι ο επόμενος πρωθυπουργός. Από ένα διπολικό πολιτικό σκηνικό, με δύο κόμματα κύριους διεκδικητές της διακυβέρνησης, περνάμε αδιαμφισβήτητα και λίαν διακριτά, όπως όλες οι διενεργούμενες δημοσκοπήσεις καταδεικνύουν, σε ένα πολυπολικό πολιτικό σκηνικό, στο οποίο οι ρόλοι είναι ιδιαίτερα δυναμικοί και πολιτικά καθοριστικοί για το οποιοδήποτε κόμμα περάσει το κατώφλι του ελληνικού κοινοβουλίου.
Η τελευταία έρευνα της GPO, για λογαριασμό του Star, στην πρόθεση ψήφου η Νέα Δημοκρατία είναι στο 25,2%, το ΠΑΣΟΚ 12,6%, η Ελληνική Λύση 10,4%, το ΚΚΕ 8,5%, η Πλεύση Ελευθερίας 5,8%, ο ΣΥΡΙΖΑ 4,1%, η Φωνή Λογικής 3%, η Νίκη 2,3%, το Κίνημα Δημοκρατίας 2,2%, το ΜέΡΑ25 1,9%, η Νέα Αριστερά 1,5%.
Με τα παραπάνω αναφερθέντα ποσοστά, τα οποία επαναλαμβάνονται, με ελάχιστες ίσως διαφορές, σε όλες τις δημοσκοπήσεις, η Νέα Δημοκρατία παραμένει μακράν του στόχου της κοινοβουλευτικά αυτοδύναμης κυβέρνησης και μιας τρίτης πρωθυπουργικής θητείας του νυν πρωθυπουργού, Κυριάκου Μητσοτάκη. Επιπλέον, όσο η γαλάζια παράταξη απομακρύνεται από το ψυχολογικό – εκλογικό όριο του 30%, τόσο καθίσταται πολιτικά μη διαχειρίσιμη η επόμενη ημέρα των εκλογών, ενώ καθίσταται λίαν επισφαλής η παραμονή του Κυριάκου Μητσοτάκη στην ηγεσία της Νέας Δημοκρατίας.
Πέραν της προαναφερθείσας σκληρής πολιτικής πραγματικότητας για την κυβερνώσα παράταξη, υπάρχει κι ακόμα μια εξίσου σκληρή δημοσκοπική κόπωση για την αξιωματική αντιπολίτευση. Το ΠΑΣΟΚ, συνεχίζει να διατηρεί διψήφια διαφορά από το προπορευόμενο κόμμα της Νέας Δημοκρατίας, παρά το γεγονός ότι 7 στους 10 ερωτηθέντες προκρίνουν την προοπτική αλλαγής κυβέρνησης, ενώ το σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ φαίνεται να διαταράσσει την εμπιστοσύνη των πολιτών προς την κυβέρνηση.
Μέσα σ αυτό το πολιτικό κλίμα, ο πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ ως αξιωματική αντιπολίτευση, δεν μπορεί με βεβαιότητα να πει ότι διεκδικεί την πρωθυπουργία. Ακόμα και στην μαθηματικά λίαν απίθανη περίπτωση που το ΠΑΣΟΚ ξεπερνά την Νέα Δημοκρατία, με ένα συνδυασμό δικής του ανόδου και αντίστοιχης πτώσης της Νέας Δημοκρατίας, οι μετεκλογικές διαπραγματεύσεις για σχηματισμό κυβέρνησης, μάλλον θα οδηγήσουν, είτε σε επαναληπτικές εκλογές με υπηρεσιακή κυβέρνηση, είτε σε σχηματισμό κυβέρνησης ειδικού σκοπού με πρωθυπουργό κοινής αποδοχής. Διόλου τυχαία, στο πολιτικό παρασκήνιο αναφέρεται το όνομα του Ευάγγελου Βενιζέλου, ως η επιλογή στην οποία θα μπορούσε να συγκλίνει ένα Συμβούλιο Πολιτικών Αρχηγών υπό τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας.
Καταλύτες Αλέξης Τσίπρας και Αντώνης Σαμαράς
Ουδείς καλοπροαίρετος αναλυτής θα αμφισβητήσει, ότι, η επανεμφάνιση των πρώην πρωθυπουργών Αλέξη Τσίπρα και Αντώνη Σαμαρά, ως επικεφαλής νέων πολιτικών σχηματισμών, θα επηρεάσει τα μέγιστα τη διαμόρφωση των νέων εκλογικών – πολιτικών συσχετικών.
Η πιθανή ίδρυση κόμματος από τον Αλέξη Τσίπρα αξιολογείται θετικά από το 14%, με ενδιαφέρον από το 10%, σύνολο 24%, δυνητικής ψήφου, σύμφωνα με δημοσκόπηση της Pulse που παρουσιάστηκε στο κεντρικό δελτίο του ΣΚΑΪ.
Για ενδεχόμενο κόμμα του Αντώνη Σαμαρά, τα αντίστοιχα ποσοστά, το 6% βλέπει την προοπτική θετικά, το 10% με ενδιαφέρον, σύνολο 16% δυνητικής ψήφου.
Σαφώς και η όποια εκλογική απήχηση των ενδεχόμενων κομμάτων από τους δύο πρώην πρωθυπουργούς, Αλέξη Τσίπρα και Αντώνη Σαμαρά, θα εξαρτηθεί τα μέγιστα και λίαν καθοριστικά, όχι μόνον από την ηγετική παρουσία αλλά και σε συνδυασμό με το επιτελείο στελεχών που θα περιβάλλει την ηγεσία και σαφώς το εναλλακτικό πρόγραμμα διακυβέρνησης που θα προταθεί σε μια κοινωνία πολιτικά προβληματισμένη, οργισμένη, κουρασμένη, προδομένη και δύσπιστη.
Ωστόσο, μια δυνητική ψήφος 24% για τον Αλέξη Τσίπρα και 16% για τον Αντώνη Σαμαρά, σαφώς καθιστά καταλύτες των πολιτικών εξελίξεων τους δύο πρώην πρωθυπουργούς.
Αντώνης Σαμαράς απέναντι στον Κυριάκο Μητσοτάκη
Δημοσκόποι, αναλυτές και πολιτικοί με μακροχρόνια κοινοβουλευτική και κομματική εμπειρία στην κεντροδεξιά πολυκατοικία συγκλίνουν στην άποψη πως μια παρουσία του Αντώνη Σαμαρά με δικό του κόμμα στην επόμενη βουλή, ανεξάρτητα από το όποιο ποσοστό κατακτήσει, σαφώς και θα αδυνατήσει έτι περαιτέρω την Νέα Δημοκρατία.
Σε μια ενδεχόμενη συζήτηση για σχηματισμό κυβέρνησης Κεντροδεξιάς απόκλισης, αν τα ποσοστά βγαίνουν…, είναι σαφές πως ο Αντώνης Σαμαράς θα ζητήσει αλλαγή ηγεσίας στην γαλάζια παράταξη και ταυτόχρονα άλλον θα προτείνει για πρωθυπουργό. Είναι κοινός τόπος στα γαλάζια μετερίζια πως ο ευνοούμενος στη συγκεκριμένη συγκυρία θα ήταν ο Κερκυραίος πολιτικός και νυν υπουργός Άμυνας, Νίκος Δένδιας.
Αλέξης Τσίπρας απέναντι στον Νίκο Ανδρουλάκη
Η ηγεσία του ΠΑΣΟΚ, έχει χαράξει αυτόνομη πορεία, ενόψει των εκλογών οποτεδήποτε κι αν αυτές διεξαχθούν. Με απλά λόγια, η ηγεσία της Χαριλάου Τρικούπη, παίζει ακριβώς το ίδιο παιγνίδι με εκείνο που έπαιζε, η Κουμουνδούρου, στις εκλογές του 2019 και 2023, όταν ήταν αξιωματική αντιπολίτευση, Τότε Προοδευτική Διακυβέρνηση με κορμό τον ΣΥΡΙΖΑ – ΠΣ, τώρα Προοδευτική Διακυβέρνηση με κορμό το ΠΑΣΟΚ. Ζητούμενο του τότε… και τώρα, είναι αν βγαίνουν τα νούμερα. Τότε δεν βγήκαν για την πλατεία Κουμουνδούρου, ενώ κάτι ανάλογο συμβαίνει και τώρα με την Χαριλάου Τρικούπη.
Άρα οι δύο μονομάχοι της κεντροαριστεράς είναι Αλέξης Τσίπρας και Νίκος Ανδρουλάκης.
Φαντασίωση η Πρώτη Φορά Αριστερά
Ο πρώην πρωθυπουργός με το βιβλίο του, «Ιθάκη», καταγράφει την διακυβέρνηση του, επιρρίπτει ευθύνες σε συνεργάτες του και ταυτόχρονα αναλαμβάνει, έστω και δια της πολιτικής καραμπόλας δικές τους ευθύνες. Με την εμπειρία μια διακυβέρνησης της χώρας, 4 και πλέον ετών, ο Αλέξης Τσίπρας, παρουσιάζεται ως ηγέτης μιας ευρύτερης κεντροαριστεράς κι όχι ως αριστερός ριζοσπάστης, όπως το 2012. Είναι σαφές, ότι ο Αλέξης Τσίπρας, χαράσσει μια νέα πολιτική πορεία,, καθώς οι κυβερνήσεις του ήταν κυβερνήσεις της ευρύτατης κεντροαριστεράς σε συνεργασία με ένα κομμάτι της κεντροδεξιάς, τους ΑΝΕΛ του Πάνου Καμμένου, που διασπάστηκαν από την Νέα Δημοκρατία, εξαιτίας της μνημονιακής πολιτικής που ακολουθήσε η κυβέρνηση Σαμαρά – Βενιζέλου. Κάτι ανάλογο συνέβη και στον ΣΥΡΙΖΑ με την αποχώρηση της Αριστερής Πλατφόρμας, του Παναγιώτη Λαφαζάνη, μετά το Δημοψήφισμα της 5Ης Ιουλίου του 2015 και τους συμβιβασμούς που έκανε η κυβέρνηση του Αλέξη Τσίπρα με τους Ευρωπαίους.
Τούτων όλων δοθέντων, η κυβέρνηση, «Πρώτη Φορά Αριστερά», ήταν και παραμένει μια πολιτική φαντασίωση. Οι αριστεροί των κυβερνήσεων ΣΥΡΙΖΑ ήταν τα παραδοσιακό 4 με 5%, στο οποίο προστέθηκε ένα 32% από την ευρύτερη κεντροαριστερά και σχημάτισε το 36,5% του στις εκλογές του Γενάρη του 2015 και με τη στήριξη των ΑΝΕΛ, σχημάτισε κυβέρνηση.
Αυτή ήταν η κυβέρνηση που οδήγησε την Ελλάδα στην οριστική έξοδο από τα μνημόνια, στην επανένταξη της χώρας στις αγορές από τις οποίες είχε αποκλειστεί το 2010, στη ρύθμιση του χρέους που εξασφάλισε έναν ασφαλή διάδρομο ως το 2032, τουλάχιστον, και θωράκισε τη χώρα με ένα ισχυρό απόθεμα ρευστότητας, πάνω από 32 δισ. ευρώ.
Ο Αλέξης Τσίπρας, ευστόχως και λίαν ευφυώς, προσπαθεί να προσεγγίσει τους ψηφοφόρους που δυσαρέστησε, ως αρχηγός της Αξιωματικής Αντιπολίτευσης από το 2019 μέχρι το 2023, στους οποίους οφείλει τα επιτεύγματα της διακυβέρνησής του και τους οποίους δυσαρέστησε τα μέγιστα, αθετώντας τις υποσχέσεις του, την βραδιά της εκλογικής ήττας το 2019, μη δημιουργώντας κόμμα.

