Πέραν της όποιας κομματικής – πολιτικής επικοινωνίας, οι επερχόμενες εκλογές, θεωρούνται εκλογές «προκριματικές», καθώς δεν αναμένεται να αναδείξουν πρωθυπουργό αλλά τους διεκδικητές της πρωθυπουργίας, σε μια επόμενη ή ίσως και μεθεπόμενη εκλογική αναμέτρηση και η οποία θα διεξαχθεί σε ένα εντελώς νέο πολιτικό περιβάλλον.
Στο παρόν εκλογικό τερέν, στον πολιτικό χώρο της κεντροδεξιάς, ο πρωθυπουργός και πρόεδρος της Νέας Δημοκρατίας, Κυριάκος Μητσοτάκης, εμφανίζεται ως ο Λεύκιος Κορνήλιος Σύλλας (Lucius Cornelius Sulla, 138 π.Χ. – 78 π.Χ.), ο πανίσχυρος Ρωμαίος στρατηγός – ηγέτης των Αριστοκρατικών (Optimates) κι απέναντί του βρίσκει τον Αντώνη Σαμαρά, ως Γάιο Μάριο, (Gaius Marius), ηγέτη των Λαϊκών (Populares). Από το ποσοστό, που θα αποσπάσει ο Αντώνης Σαμαράς, στις επερχόμενες εκλογές, θα εξαρτηθεί, τόσο ο επόμενος ρόλος του Αντώνη Σαμαρά, όσο και το πολιτικό μέλλον του Κυριάκου Μητσοτάκη καθώς και η επακόλουθη διευθέτηση των εσωκομματικών ισορροπιών στην γαλάζια παράταξη.
Από την άλλη πλευρά του πολιτικού φεγγαριού, στην ευρύτερη κεντροαριστερά, η πολιτική μονομαχία Αλέξη Τσίπρα και Νίκου Ανδρουλάκη, για το ποιος θα κυριαρχήσει στον συγκεκριμένο πολιτικό χώρο, μας θυμίζει κυριολεκτικά την αμερικανική δραματική ταινία The Current War (2017) στα ελληνικά, «Η Μάχη της Επικράτησης», βασισμένη στη μεγάλη διαμάχη ανάμεσα στον Τόμας Έντισον και τον Τζορτζ Γουέστινγκχαουζ για το ποιο σύστημα ηλεκτρικής ενέργειας (συνεχές ή εναλλασσόμενο ρεύμα) θα κυριαρχήσει στις ΗΠΑ.
Κατά τα λοιπά, στα δεξιά του Αντώνη Σαμαρά και στα Αριστερά του Αλέξη Τσίπρα, μικρότεροι πολιτικοί σχηματισμοί διεξάγουν την «μάχη της πολιτικής επιβίωσης», καθώς τα κόμματα και οι ηγέτες τους, βρίσκονται αντιμέτωποι με έντονη αμφισβήτηση, εκλογικές απώλειες κι εσωκομματικές έριδες, πλην ΚΚΕ, που απολαμβάνει τη ρομαντική πολιτική σιγουριά στο απάνεμο λιμάνι της ιδεολογικής του ορθοδοξίας και του Κυριάκου Βελόπουλου, ο οποίος έχει μπετονάρει ένα ικανό ποσοστό για να περάσει το κατώφλι και της επόμενης Βουλής με την μακρόχρονη κι άνετη τηλεοπτική του παρουσία.
Αντώνης Σαμαράς ως Game Changer
Ο πρώην πρωθυπουργός, Αντώνης Σαμαράς, θεωρείται από πολιτικούς αναλυτές, ως ο «game changer», (Αυτός που αλλάζει το παιχνίδι), καθώς οι μέχρι τώρα παρεμβάσεις, οι ομιλίες του και το πολιτικό κόμμα που αναμένεται να ιδρύσει, έχουν τη δύναμη να αλλάξουν τις ισορροπίες στο πολιτικό σκηνικό. Ο πολύπειρος Μεσσήνιος πολιτικός απευθύνεται στο θυμικό των γνήσιων δεξιών νεοδημοκρατών που διατηρούν συναισθηματική και πολιτική απόσταση από το σύστημα εξουσίας που έχει δημιουργήσει ο Κυριάκος Μητσοτάκης.
Στόχος του πρώην πρωθυπουργού Αντώνη Σαμαρά, θεωρείται η πτώση της, υπό τον Κυριάκο Μητσοτάκη, Νέας Δημοκρατίας, κάτω από το 25% στις επερχόμενες εκλογές. Μια τέτοια εξέλιξη θα ήταν στρατηγική ήττα του Κυριάκου Μητσοτάκη, καθώς θα έχανε το bonus της εκλογικής πρωτιάς και ταυτόχρονα θα έχανε την κυριαρχία στο πολιτικό σκηνικό και την όποια πρωτοβουλία στις εσωκομματικές ισορροπίες της Νέας Δημοκρατίας. Αντίθετα θα άνοιγε διάπλατα η συζήτηση για εκλογή νέας ηγεσίας με αρνητικές πολιτικές συνέπειες για τον Κυριάκο Μητσοτάκη καθώς ο Αντώνης Σαμαράς θα είχε τη δυνατότητα να διαπραγματευτεί συγκυβέρνηση με άλλον πρωθυπουργό και όχι τον Κυριάκο Μητσοτάκη.
Σ αυτό το διόλου εύκρατο πολιτικό κλίμα για την Νέα Δημοκρατία και τον πρόεδρό της, Κυριάκο Μητσοτάκη, εύλογα γεννάται το ερώτημα, αν ο πολιτικός στόχος του Αντώνη Σαμαρά μπορεί να επιτευχθεί ή όχι.
Οι μέχρι τώρα μετρήσεις των εκλογικών τάσεων της κοινής γνώμης, δεν αφήνουν χώρο για ωραιοποίηση της εικόνας για την κυβερνώσα παράταξη. Η ALCO κατέγραψε την Νέα Δημοκρατία στο 24,3% στην πρόθεση ψήφου επί των εγκύρων, από 24% τον Ιούνιο. Η ίδια δημοσκόπηση έδειξε μάλιστα ότι 67% των πολιτών επιθυμεί αλλαγή διακυβέρνησης. Η επίσημη χρονοσειρά της Opinion Poll εμφανίζει την Νέα Δημοκρατία στο 24,5%, με νέα υποχώρηση 0,3 της μονάδας. Η Metron Analysis την μέτρησε στο 25,1%, ενώ η GPO στο 25,8%. Το εύρος είναι πλέον καθαρό: η πραγματική πρόθεση ψήφου κινείται περίπου από το 24% έως το 26%.
Στην αμφισβητούμενη αναγωγή ψήφου, στις «εκτιμήσεις εκλογικού αποτελέσματος» το κυβερνών κόμμα εξακολουθεί να εμφανίζεται γύρω από το 28,1%, των τελευταίων ευρωεκλογών.
Παράλληλα, οι δημοσκοπήσεις για ένα νέο κόμμα υπό τον Αντώνη Σαμαρά καταγράφουν μια σημαντική δυνητική εκλογική βάση, η οποία μετουσιώνεται σε ισχυρή πολιτική απειλή για τη συνοχή της Νέας Δημοκρατίας. Η «δεξαμενή» των ψηφοφόρων που δηλώνουν ότι θα μπορούσαν να ψηφίσουν το κόμμα Σαμαρά κυμαίνεται από 9% έως 16,8% ανάλογα με την εταιρεία, ενώ το ποσοστό των πολιτών που δηλώνουν «σίγουρα» έτοιμοι να το ψηφίσουν εντοπίζεται σταθερά γύρω στο 5%.
Με τα δεδομένα των δημοσκοπήσεων , ακόμα και με ένα ποσοστό γύρω στο «ταληράκι», το κόμμα του Αντώνη Σαμαρά θα πετύχαινε το στόχο του, να ρίξει την Νέα Δημοκρατία κάτω του 25% και να εγείρει θέμα ηγεσίας. Επιπλέον δε, αν το ενδεχόμενο «ταληράκι», του 5%, αφαιρεθεί από την αναγωγή ψήφου, που κυμαίνεται γύρω στο 28,1%, η Νέα Δημοκρατία χάνει το bonus της εκλογικής πρωτιάς και εγείρει θέμα ηγεσίας. Αν το ενδεχόμενο «ταληράκι», του 5%, αφαιρεθεί από την πρόθεση ψήφου, η οποία κυμαίνεται μεταξύ 24 με 26%, τότε το όποιο δεύτερο κόμμα από την κεντροαριστερά, ΕΛ.Α.Σ ή ΠΑΣΟΚ, θα έρθει πολύ κοντά στην Νέα Δημοκρατία, όποτε το πολιτικό παιγνίδι θα είναι ανοικτό για τη διεκδίκηση της διακυβέρνησης μεταξύ των δυο πρώτων κομμάτων, καθώς θα δημιουργήσουν κεντρομόλες πολιτικές ροές υπέρ τους, για την επόμενη εκλογική αναμέτρηση.
«Μάχη της Επικράτησης»
Μεταξύ Αλέξη Τσίπρα – Νίκου Ανδρουλάκη
Στον πολιτικό χώρο της ευρύτερης κεντροαριστεράς, παρατηρείται μια ακόμα πολιτική παραδοξότητα από τις πολλές που εκδηλώνονται καθημερινά στην πολιτική μας ζωή. Στις ηγεσίες Χαριλάου Τρικούπη και Αμαλίας, γνωρίζουν άριστα, πως σε περίπτωση εκλογικής πρωτιάς του ΠΑΣΟΚ φυσικός σύμμαχος – συγκυβερνήτης θα ήταν η ΕΛ.Α.Σ, όπως και σε περίπτωση εκλογικής πρωτιάς της ΕΛ.Α.Σ, φυσικός σύμμαχος – συγκυβερνήτης θα ήταν το ΠΑΣΟΚ. Στην πολιτικά απευκταία και για τα δύο κόμματα, -ΠΑΣΟΚ και ΕΛ.Α.Σ – , μια Τρίτη πρωθυπουργία Κυριάκου Μητσοτάκη, έστω και σε συνεργατική κυβέρνηση, οι ηγεσίες της Χαριλάου Τρικούπη και Αμαλίας, θα αντιμετώπιζαν ζήτημα πολιτικής επιβίωσης και τα κόμματά τους πρόβλημα ριζικού πολιτικού επανακαθορισμού, μηδέ αποκλειόμενης και μιας δικομματικής συγχώνευσης.
Παρά ταύτα, Αλέξης Τσίπρας και Νίκος Ανδρουλάκης βρίσκονται σε μια συνεχιζόμενη πολιτική και επικοινωνιακή αντιπαράθεση στον χώρο της κεντροαριστεράς και της αντιπολίτευσης, με αλληλοκατηγορίες για τη στρατηγική τους απέναντι στην κυβέρνηση και τις ισορροπίες στο πολιτικό σκηνικό.
Ειδικότερα, ο πρώην πρωθυπουργός, Αλέξης Τσίπρας, πύκνωσε τις παρεμβάσεις του για την οικονομία και την κοινωνική πολιτική, δεχόμενος παράλληλα κριτική από τα άλλα κόμματα της αντιπολίτευσης. Στο νεοϊδρυθέν κόμμα, ΕΛ.Α.Σ, μέχρι τώρα υπάρχει μόνον η «θετική πολιτική αύρα» του Αλέξη, ενώ έντονα έως και δραματικά διακριτά είναι τα κενά ομάδας «κυβερνησιμότητας» και η σε εμβρυακή κατάσταση ευρισκομένη οργανωτική δομή είναι αμφίβολο αν μπορει να τραβήξει το κάρο στην σκληρή προεκλογική αντιπαράθεση.
Από την δική του πλευρά ο Πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ, Νίκος Ανδρουλάκης διεξάγει διμέτωπο αγώνα, ασκώντας κριτική στην κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας, ενώ το κόμμα του έχει έρθει σε μετωπική σύγκρουση με τις κινήσεις και το περιβάλλον του Αλέξη Τσίπρα. Ωστόσο, η μέχρι τούδε πορεία και η ευτυχής συγκυρία της αξιωματικής αντιπολίτευσης, που του προσέφερε η διάλυση του ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ, δεν έπεισαν για ικανότητα κυβερνησιμότητας.
Είναι σαφές, πως οι δύο Αρχηγοί, Αλέξης Τσίπρας και Νίκος Ανδρουλάκης, διεξάγουν την «Μάχη της Επικράτησης». Ο όποιος από τους δυο επικρατήσει, θα αντιμετωπίσει τον όποιο διαδεχθεί τον Κυριάκο Μητσοτάκη στην Νέα Δημοκρατία, σε μια επόμενη εκλογική αναμέτρηση, καθώς η επερχόμενη, όπως αναλύεται στο παρόν κείμενο, έχει όλα τα χαρακτηριστικά των «προκριματικών εκλογών», υπό την έννοια ότι θα «προκρίνουν» τους πρωταγωνιστές στις εθνικές κάλπες που θα ακολουθήσουν.

