“…Βλέπεις τα μάτια είναι στραμμένα αποκλειστικά στις ερχόμενες εκλογές και όχι στις επόμενες γενεές…»
Σύμφωνα με το ΙΟΒΕ, το πρώτο τρίμηνο του 2026, το ιδιωτικό χρέος ανήλθε στα 420,9 δισ. ευρώ, ποσό που αντιστοιχεί περίπου στο 169% του ΑΕΠ. Την ίδια στιγμή, το δημόσιο χρέος της Γενικής Κυβέρνησης διαμορφώθηκε στα 357,6 δισ. ευρώ στο τέλος Ιουνίου 2026. Τα 778,5 δισ. ευρώ, που αποτελούν το άθροισμα του ιδιωτικού και του δημόσιου χρέους της Ελλάδας, είναι τεράστιο. Πίσω από αυτό κρύβονται πολλαπλοί κίνδυνοι. Και ένας από τους μεγαλύτερους δεν αφορά μόνο το σήμερα, αλλά το μέλλον: τη γήρανση του πληθυσμού, τη συρρίκνωση της ασφαλιστικής βάσης και την αναπτυξιακή στασιμότητα της χώρας.
Μπορεί τα δύο αυτά μεγέθη να μην αποτελούν έναν ενιαίο λογαριασμό. Είναι, όμως, δύο διαφορετικές πλευρές της ίδιας οικονομίας και, σε περίπτωση μιας σοβαρής, πολύ πιθανής ύφεσης, σίγουρα θα αλληλοτροφοδοτηθούν.
Πίσω από τα €420,9 δισ. κρύβονται δύο σημαντικά μεγέθη: τα €254,6 δισ. δανείων και τα €238,6 δισ. ληξιπρόθεσμων οφειλών. Τα δύο ποσά, φυσικά, και δεν προστίθενται, καθώς υπάρχει σημαντική αλληλοεπικάλυψη.
Τα €254,6 δισ. αντιπροσωπεύουν το δανειακό σκέλος του ιδιωτικού χρέους. Περιλαμβάνουν χρηματοδότηση προς νοικοκυριά και επιχειρήσεις, είτε αυτή βρίσκεται στο τραπεζικό σύστημα είτε έχει μεταφερθεί σε εταιρείες διαχείρισης απαιτήσεων.
Το δάνειο, φυσικά, δεν σημαίνει προβληματικό χρέος. Ο κίνδυνος εμφανίζεται όταν ένα μέρος αυτών των δανείων μετατρέπεται σε μη εξυπηρετούμενο, όπως ακριβώς συμβαίνει σήμερα. Τότε επηρεάζεται όχι μόνο ο δανειολήπτης, αλλά δυνητικά και η κατανάλωση, οι επενδύσεις και, σίγουρα, η χρηματοδότηση της οικονομίας.
Η σημερινή κατάσταση των τραπεζών είναι σαφώς καλύτερη από την περίοδο της κρίσης. Ο δείκτης μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων των τραπεζών είχε υποχωρήσει στο 3,3% στο τέλος του 2025. Ωστόσο, μεγάλο μέρος των παλαιών προβληματικών δανείων έχει μεταφερθεί στους servicers.
Τα €238,6 δισ. των ληξιπρόθεσμων οφειλών αποτελούν μία από τις πιο ευαίσθητες πλευρές του ιδιωτικού χρέους. Αφορούν υποχρεώσεις που δεν εξυπηρετούνται σύμφωνα με τους αρχικούς όρους. Περιλαμβάνουν οφειλές προς χρηματοπιστωτικούς φορείς, αλλά και προς το Δημόσιο και τους ασφαλιστικούς οργανισμούς.
Σχεδόν το 70%, δηλαδή 160,6 δισ., των ληξιπρόθεσμων οφειλών αφορά την ΑΑΔΕ και τον ΕΦΚΑ. Αυτό σημαίνει ότι το πρόβλημα του ιδιωτικού χρέους δεν είναι πλέον μόνο τραπεζικό. Ένα μεγάλο μέρος του έχει μετατραπεί σε φορολογικές και ασφαλιστικές οφειλές.
Ληξιπρόθεσμο δάνειο δεν σημαίνει και, σίγουρα, μη εισπράξιμο. Κάποιες οφειλές μπορούν να ρυθμιστούν και να αποπληρωθούν. Και εδώ τίθεται ένα ερώτημα απλής λογικής. Γιατί η κυβέρνηση άργησε τόσο πολύ να αποδεχθεί τις προτάσεις σύσσωμης της αντιπολίτευσης να μπορούν οι οφειλέτες των κόκκινων δανείων να τα εξυπηρετήσουν σε 120 δόσεις; Αν αυτή η πρόταση είχε εγκαίρως υιοθετηθεί από την κυβέρνηση, σίγουρα δεκάδες χιλιάδες δάνεια δεν θα είχαν κοκκινίσει.
Το μεγάλο πρόβλημα είναι οι ληξιπρόθεσμες οφειλές προς τον ΕΦΚΑ, οι οποίες επιτείνονται σε επικίνδυνο βαθμό εξαιτίας του δημογραφικού.
Η μείωση του πληθυσμού στις παραγωγικές ηλικίες 20-39 είναι ιδιαίτερα έντονη. Τα τελευταία, μάλιστα, οκτώ χρόνια περισσότεροι από 200.000 Έλληνες της δυναμικής ηλικίας μετανάστευσαν. Κάποιοι, μάλιστα, υπερηφανεύονται ότι μειώθηκε και η ανεργία! Συνεπώς, λιγότεροι εργαζόμενοι και ασφαλισμένοι καλούνται μακροπρόθεσμα να στηρίζουν έναν μεγαλύτερο αριθμό ηλικιωμένων και συνταξιούχων. Έτσι, ενώ στη δεκαετία του εξήντα η αναλογία ασφαλισμένων προς συνταξιούχους ήταν 4/1, σήμερα είναι 1,7/1. Και τα πράγματα χειροτερεύουν. Οι συνολικές οφειλές προς τον ΕΦΚΑ, περιλαμβανομένων των προσαυξήσεων, είναι 52,43 δισ. Συνεπώς, το ασφαλιστικό σύστημα είναι πολύ πιθανό κάποια στιγμή να καταπέσει. Και ίσως έχουμε συνταξιούχους να ψάχνονται να βρουν σύνταξη!
Και οι οφειλές προς τον ΕΦΚΑ μπορούν μακροπρόθεσμα να δημιουργήσουν δημοσιονομική κρίση. Και τούτο, ανεξάρτητα από το γεγονός ότι το δημόσιο χρέος της Γενικής Κυβέρνησης, που είναι €357,6 δισ., έχει διάρθρωση που περιορίζει τον άμεσο κίνδυνο αναχρηματοδότησης, καθώς η μέση σταθμισμένη διάρκεια βρίσκεται περίπου στα 18,3 χρόνια.
Και επειδή μια σοβαρή ύφεση μπορεί να φέρει τα πάνω κάτω, η πολιτεία οφείλει να εντείνει τον εξωδικαστικό μηχανισμό οφειλών προς το Δημόσιο, τις τράπεζες και τους servicers. Παράλληλα, χρειάζεται αυστηρότερη και ουσιαστικότερη επιτήρηση των servicers, αναδιάρθρωση μόνο των βιώσιμων επιχειρήσεων και αποτελεσματικότερη είσπραξη των ασφαλιστικών εισφορών, οι οποίες, αντί να μειώνονται συνεχώς, αυξάνουν.
Σημείωση
Πάντως, καλό θα ήταν η κυβέρνηση να μην ασχολείται αποκλειστικά με τις επόμενες εκλογές, αλλά να ασχολείται και με τις επόμενες γενεές, ώστε να μην τους κληρονομήσει ένα ασφαλιστικό σύστημα που θα έχει καταρρεύσει και ένα κοκτέιλ Δημόσιου και Ιδιωτικού Χρέους που θα τις φέρει μπροστά στην τέλεια οικονομική καταιγίδα.

