Όταν τα παραμύθια ξαναγράφονται με αίμα, η αλήθεια κρύβεται στο «τέλος» που άφησε κάποιος σκισμένο.
Στην εφημερίδα «CorfuPress» φιλοξενούμε τη δικηγόρος-Εγκληματολόγο και συγγραφέα κυρία Έλενα Μπολονάση με αφορμή το βιβλίο «Μια φορά κι ένας φόνος», που κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Μίνωας. Στους τόπους των εγκλημάτων μένει μια σκισμένη σελίδα και ένα κόκκινο αντικείμενο, σαν υπογραφή που σε κοροϊδεύει, γιατί σου δείχνει τον δρόμο και ταυτόχρονα σε παραπλανεί.
Ο αστυνόμος Πετρίδης και η ομάδα του μπαίνουν σε έναν λαβύρινθο συμβόλων, όπου κάθε «χαριτωμένη» παιδική ιστορία έχει παραμορφωθεί σε κάτι πολύ πιο σκοτεινό. Κι όσο ο χρόνος στενεύει πριν από τον επόμενο φόνο, το βιβλίο σε αναγκάζει να κοιτάξεις κατάματα μια άβολη σκέψη. Τι γίνεται όταν κάποιος αποφασίζει πως ξέρει το «σωστό τέλος» για τους άλλους.
Συνέντευξη στη δημοσιογράφο-συγγραφέα Νεκταρία Βαρσαμή
Κυρία Μπολονάση, στήνετε έναν δολοφόνο που δεν σκοτώνει απλώς, «γράφει». Γιατί σας ενδιέφερε η ιδέα του εγκλήματος ως αφήγησης, σαν κάποιος να ζητά να τον διαβάσουν πριν τον πιάσουν;
Ε.Μ.: Κάθε έγκλημα δεν είναι μόνο η πράξη, αλλά μια ολόκληρη διαδρομή μέχρι την τέλεσή του. Ο «παραμυθάς» είναι ένας κατ’ εξακολούθηση δολοφόνος που φαντασιώνεται ένα διαφορετικό τέλος για να μπορέσει να αποκοιμηθεί. Ταυτόχρονα, μια εγκληματική φυσιογνωμία διαμορφώνεται μέσα από τα βιώματα, τις εμπειρίες και το τραύμα. Υπάρχει ένα υπόβαθρο, η προσωπική ιστορία του δολοφόνου που ο αναγνώστης παρακολουθεί από την αρχή μέχρι το τέλος. Γράφοντας την ιστορία του, ο «παραμυθάς» πετυχαίνει να κατανοήσει ο αναγνώστης τους λόγους που οδηγήθηκε στα εγκλήματα.
Η σκισμένη σελίδα με το τέλος του παραμυθιού είναι το ίχνος που αφήνει πίσω του. Τι σημαίνει για εσάς αυτό το «τέλος»; Είναι μήνυμα, είναι πρόκληση, ή είναι η ψευδαίσθηση ελέγχου που έχει πάνω στη ζωή και στον θάνατο;
Ε.Μ.: Η δίψα για έλεγχο πάνω στη ζωή και τον θάνατο είναι ένα από τα βαθύτερα ψυχολογικά κίνητρα ενός κατ’ εξακολούθηση ανθρωποκτόνου. Η σκισμένη σελίδα είναι μέρος της υπογραφής του, υποδηλώνοντας την αντικατάσταση του τέλους της ιστορίας με εκείνο που ο ίδιος έχει επιλέξει μέσα από το δικό του πρίσμα διαστρεβλωμένης ηθικής. Για εκείνον είναι η απόδοση δικαιοσύνης.
Το κόκκινο αντικείμενο επανέρχεται σαν σταθερά. Γιατί κόκκινο; Είναι αίμα, είναι προειδοποίηση, ή είναι ο τρόπος του δολοφόνου να κάνει το έγκλημα να μοιάζει τελετουργία;
Ε.Μ.: Ο δολοφόνος σχεδιάζει με κάθε λεπτομέρεια τις σκηνές εγκλήματος έτσι ώστε να παραπέμπουν σε κάποιο από τα πιο γνωστά κλασικά παραμύθια. Το κόκκινο χρώμα είναι χαρακτηριστικό χρώμα στις αφηγήσεις αυτές και συνδέεται με την ανάγκη του να υπογραμμίσει πως κάποιες φορές το «ζήσαν αυτοί καλά» δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Αποτελεί, επίσης, στοιχείο της υπογραφής του, δίνοντας στην αστυνομία τη δυνατότητα να συνδέσει τις σκηνές εγκλήματος μεταξύ τους.
Τι σας τρόμαζε περισσότερο γράφοντάς τα, να χαθεί η παιδική μνήμη ή να αποκαλυφθεί πόσο σκοτεινό ήταν πάντα το υπόστρωμά τους;
Ε.Μ.: Περισσότερο με τρομάζει πως τα παραμύθια διαβάζονται για να κοιμόμαστε ήσυχοι, να αισθανόμαστε ασφαλείς και βέβαιοι πως η τάξη πάντα αποκαθίσταται. Η πραγματικότητα όμως έχει γκρίζες ζώνες, ακόμα και σήμερα διαπράττονται εγκλήματα πίσω από κλειστές πόρτες: γυναίκες, παιδιά και ηλικιωμένοι κακοποιούνται. Αν δεν φωτιστούν αυτές οι σκοτεινές πλευρές των αφηγήσεων και δεν αναγνωριστεί πως η βία στην εποχή μας είναι συχνή και σκληρή, δεν θα μπορέσουμε να την αντιμετωπίσουμε.
Ο δολοφόνος μοιάζει να διαλέγει «σωστό τέλος» όπου ο καθένας παίρνει ό,τι του αξίζει. Πώς δουλέψατε αυτή τη νοοτροπία ώστε να είναι ανατριχιαστική, αλλά και πειστική, σαν λογική που έχει ρίζα;
Ε.Μ.: Ο δολοφόνος δεν θεωρεί πως διαπράττει έγκλημα, αλλά πως αποκαθιστά μια αδικία. Αυτό που τον κάνει ανατριχιαστικό είναι η ακλόνητη πεποίθησή του ότι επιβάλλει την τάξη στο χάος. Δεν σκοτώνει από τυφλό μίσος, αλλά από μια διαστρεβλωμένη ηθική υποχρέωση. Αν η κοινωνία εθελοτυφλεί και δεν καταγγέλλει το κακό, εκείνος επιλέγει να γίνει ο τιμωρός του. Αυτή η ορθολογική προσέγγιση της βίας είναι που την κάνει τόσο τρομακτική, γιατί μοιάζει με μια «δικαιοσύνη» που έχει βγει εκτός ελέγχου.
Επιλέγετε να μην αποκαλύπτετε το φύλο του ενόχου, σε μια γλώσσα που σε προδίδει εύκολα. Γιατί θέλατε αυτό το παιχνίδι με τον αναγνώστη και τι κερδίζει η ιστορία όταν δεν έχει «εύκολη» εικόνα του θύτη;
Ε.Μ.: Είναι σημαντικό ο αναγνώστης να σχηματίσει εικόνα για τον δολοφόνο μέσα από τις πράξεις του και τα βιώματά του. Έτσι, αναγκάζεται να εστιάσει στα κίνητρα, στη λογική και στην ψυχοσύνθεση του δράστη, παρακολουθώντας μια σκιά που μοιάζει με αδιόρατη απειλή. Με αυτόν τον τρόπο, άλλωστε, γίνεται και ο σχηματισμός προφίλ του δράστη: παρακολουθώντας τις σκιές που αφήνει στη σκηνή του εγκλήματος και από τον τρόπο που λειτουργεί πριν, κατά τη διάρκεια και μετά την εγκληματική πράξη.
Δίνετε χώρο και στην ομάδα του Ανθρωποκτονιών, με μικρές προσωπικές ρωγμές, έναν αστυνόμο που ψάχνει σταθερότητα, μια υπαστυνόμο που παλεύει να «φαίνεται», σχέσεις που βράζουν από κάτω. Γιατί ήταν σημαντικό να μη μένουμε μόνο στο τέρας, αλλά να βλέπουμε και τους ανθρώπους που το κυνηγούν;
Ε.Μ.: Γιατί μόνο όταν οι χαρακτήρες είναι ανθρώπινοι η ιστορία αναπτύσσεται σε ένα πλαίσιο ρεαλιστικό. Το ενδιαφέρον του αναγνώστη δεν περιορίζεται μόνο στην υπόθεση που πρέπει να επιλυθεί, αλλά και στα πρόσωπα που εμπλέκονται στην όλη διαδικασία.
Ο Πετρίδης δείχνει εμμονικός με τη λεπτομέρεια και τις ρουτίνες, σαν να θέλει να «κρατήσει» τον κόσμο για να μη διαλυθεί. Πόσο κοντά είναι αυτό στον τρόπο που σκέφτεται και ο δολοφόνος, μόνο από την άλλη πλευρά;
Ε.Μ.: Ο αστυνόμος Πετρίδης και ο δολοφόνος είναι, κατά μία έννοια, οι δύο όψεις του ίδιου νομίσματος. Και οι δύο διακατέχονται από μια βαθιά ανάγκη για έλεγχο απέναντι σε έναν κόσμο που μοιάζει να αποσυντίθεται. Η ανατριχιαστική ομοιότητά τους έγκειται στο ότι και οι δύο πιστεύουν πως η λεπτομέρεια είναι η κλειδαριά της αλήθειας. Ενώ όμως ο Πετρίδης αναζητά τη λεπτομέρεια για να υπηρετήσει τον νόμο, ο δράστης τη χρησιμοποιεί για να χτίσει ένα δικό του, κλειστό σύστημα αξιών.
Στο βιβλίο η παντοδυναμία παρουσιάζεται σαν γεύση που κάποιος τη δοκιμάζει μέχρι την τελευταία μπουκιά. Αν σας ρωτήσω ποια είναι η πιο επικίνδυνη μορφή παντοδυναμίας, αυτή της βίας ή αυτή της αφήγησης, τι θα μου απαντούσατε;
Ε.Μ.: Η πιο επικίνδυνη μορφή παντοδυναμίας είναι η ψευδαίσθηση ότι κάποιος μπορεί να γίνει «δικαστής» των πάντων. Η βία είναι το μέσο, αλλά η πραγματική παγίδα είναι η αλαζονεία ενός ανθρώπου να πιστεύει ότι μπορεί να ορίζει τη μοίρα των άλλων. Ο δολοφόνος στο βιβλίο δεν θεωρεί τον εαυτό του εγκληματία, αλλά έναν «διορθωτή» που επιβάλλει τη δική του τάξη εκεί που η δικαιοσύνη αποτυγχάνει. Η πεποίθηση κάποιου ότι στέκεται πάνω από τον νόμο και την ανθρώπινη ζωή είναι που οδηγεί στην πιο επικίνδυνη αυθαιρεσία.
Πιστεύετε ότι η δύναμη της λογοτεχνίας μπορεί από μόνη της να αναδιαμορφώσει τον τρόπο με τον οποίο οι άνθρωποι βλέπουν τα βιβλία και την ανάγνωση; Ποια είναι η δική σας άποψη;
Ε.Μ.: Η λογοτεχνία μπορεί να μετατρέψει την ανάγνωση σε μια ενεργή εμπειρία. Ένα βιβλίο αποτελεί παράθυρο στον ψυχισμό του άλλου, ακόμα και του πιο ακραίου χαρακτήρα. Μπορεί να μην αλλάζει την πραγματικότητα, αλλά αλλάζει τον τρόπο που την ερμηνεύουμε. Κάθε φορά που ένας αναγνώστης κλείνει ένα βιβλίο και νιώθει ότι «κάτι μετακινήθηκε» μέσα του, η ανάγνωση παύει να είναι μια απλή συνήθεια και γίνεται μια ουσιαστική συνάντηση.

