Μια παιδική ιστορία για τη χαρά που δεν αγοράζεται, δεν κρύβεται σε οθόνες και δεν αντέχει μακριά από την αγάπη.
Στην εφημερίδα «Corfupress» φιλοξενούμε την παιδαγωγό και συγγραφέα κυρία Κατερίνα Μήλα, με αφορμή το παιδικό βιβλίο της «Το μυστικό της χαράς», που κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Χάρτινη Πόλη, σε εικονογράφηση της Κριστίν Μενάρ.
Η συγγραφέας είναι Παιδαγωγός Πρώιμης Παιδικής Ηλικίας, με μεταπτυχιακές σπουδές και ερευνητική πορεία στον χώρο της αγωγής και της φροντίδας των μικρών παιδιών. Η επαφή της με την προσχολική ηλικία, αλλά και η πίστη της στη δύναμη των βιβλίων ως εργαλείων συναισθηματικής καλλιέργειας, φαίνεται πως την οδήγησαν σε μια ιστορία που μιλά απλά, αλλά όχι επιφανειακά.
Στο βιβλίο, σε ένα μακρινό νησί, το Θλιψί, οι κάτοικοι ζουν μέσα σε μια μόνιμη λύπη. Η θάλασσα, οι γοργόνες, οι ψαράδες, ακόμη και οι πιο καλοπροαίρετες προσπάθειες δεν καταφέρνουν να τους χαρίσουν ουσιαστική χαρά. Όσο κι αν ψάχνουν το μυστικό της ευτυχίας έξω από τον εαυτό τους, κάτι συνεχίζει να λείπει. Μέσα από μια τρυφερή και καθαρή αφήγηση, η ιστορία οδηγεί τα παιδιά στην πιο απλή, αλλά και πιο δύσκολη αλήθεια: η χαρά βρίσκεται δίπλα μας, στους ανθρώπους μας, στο παιχνίδι, στη ζεστή αγκαλιά, στη λέξη «σ’ αγαπώ» όταν δεν μένει φυλακισμένη μέσα μας.

Συνέντευξη στη Νεκταρία Βαρσαμή-Πουλτσίδη
Κυρία Μήλα, στο «Μυστικό της χαράς» δημιουργείτε ένα νησί όπου οι άνθρωποι έχουν ξεχάσει πώς να χαίρονται. Τι σας έκανε να χτίσετε την ιστορία γύρω από μια συλλογική λύπη και όχι μόνο γύρω από τη δυσκολία ενός παιδιού;
Κ.Μ.: Στο βιβλίο μου η ιστορία εκτυλίσσεται σε ένα νησί που ονομάζεται Θλιψί, γιατί όπως φανερώνει το όνομά του, οι κάτοικοί του είναι πάντα θλιμμένοι. Ο λόγος που επέλεξα η λύπη να είναι μια ομαδική υπόθεση και όχι ατομική είναι γιατί ήθελα στο τέλος, όταν αποκαλύπτεται το «μυστικό της χαράς», να υπερτονιστεί ότι η δύναμη της αγάπης, της καλοσύνης, της διάθεσης για προσφορά μπορεί να κάνει πραγματικά θαύματα. Να καταφέρει ακόμα και να κάνει χαρούμενους τους νησιώτες ενός μεγάλου νησιού. Θεώρησα ότι όταν ένα συναίσθημα βιώνεται συλλογικά, τότε και η αλλαγή αποκτά μεγαλύτερη δύναμη και ουσία.
Η θάλασσα προσπαθεί να βοηθήσει τους κατοίκους του νησιού με τα κύματά της, οι γοργόνες με την προσφορά τους, άλλοι με ιδέες και λύσεις. Τι συμβολίζουν όλες αυτές οι μορφές και οι προσπάθειες μέσα στην ιστορία;
Κ.Μ.: Έτσι όπως είναι δομημένη η πλοκή, σε κάθε σελίδα του βιβλίου, μέσα από κάθε προσφορά που αποβαίνει άκαρπη, αναδεικνύεται και ένα διαφορετικό παιδαγωγικό μήνυμα. Για παράδειγμα, στη σκηνή όπου οι Θλιψιανοί θυμώνουν με τα κύματα, αντί να εκτιμήσουν την προσπάθεια που αυτά καταβάλλουν για να τους προσφέρουν χαρά, ήθελα να περάσω το μήνυμα ότι πολλές φορές οι εξωτερικές λύσεις δεν επαρκούν, αν μέσα μας δεν έχουμε μάθει να αναγνωρίζουμε τι είναι αυτό που πραγματικά μας ενοχλεί. Όταν οι ψαράδες προσφέρουν άφθονα ψάρια, επιδιώκω να γίνει κατανοητό από τους μικρούς αναγνώστες ότι στη ζωή χρειάζεται μέτρο σε όλα. Αντίστοιχα, όταν οι γοργόνες προβάλλουν την ομορφιά τους ως το μοναδικό μέσο που φέρνει χαρά, σκοπός μου είναι να «καυστηριάσω» την τάση που παρατηρείται τελευταία να δίνεται μεγαλύτερη σημασία στην εξωτερική εμφάνιση παρά στην εσωτερική καλλιέργεια.
Σε ένα σημείο της ιστορίας, οι κάτοικοι στρέφονται στα κινητά τηλέφωνα αναζητώντας εκεί το μυστικό της χαράς, όμως τελικά απομακρύνονται ακόμη περισσότερο ο ένας από τον άλλον. Πόσο σας απασχολεί σήμερα η σχέση των παιδιών, αλλά και των ενηλίκων, με την οθόνη ως υποκατάστατο της επικοινωνίας;
Κ.Μ.: Αρκετοί από τους αναγνώστες του βιβλίου στάθηκαν στο σημείο αυτό, χαρακτηρίζοντας την ιστορία μου ως σύγχρονη, γιατί μάλλον αυτή η συνθήκη τους θυμίζει κάτι από την πραγματική ζωή. Η τεχνολογία και τα κινητά έχουν προσφέρει σημαντικά οφέλη και έχουν αλλάξει την επικοινωνία προς το καλύτερο. Ωστόσο, με προβληματίζει το πόσο συχνά η οθόνη αντικαθιστά την ουσιαστική ανθρώπινη επαφή. Βλέπω παιδιά αλλά και ενήλικες να είναι συνεχώς «συνδεδεμένοι», αλλά πολλές φορές πιο απομακρυσμένοι μεταξύ τους. Πιστεύω πως η τεχνολογία είναι πολύτιμη, αρκεί να χρησιμοποιείται με μέτρο, χωρίς να χάνουμε τη χαρά της αληθινής επικοινωνίας και της ανθρώπινης παρουσίας.
Το βιβλίο μιλά για τη χαρά χωρίς να την παρουσιάζει ως κάτι εύκολο ή δεδομένο. Πιστεύετε ότι χρειάζεται να μάθουμε στα παιδιά από νωρίς πως η ευτυχία δεν είναι συνεχής κατάσταση, αλλά κάτι που καλλιεργείται μέσα από μικρές, καθημερινές πράξεις;
Κ.Μ.: Ξεκάθαρα ναι. Πιστεύω πως είναι πολύ σημαντικό τα παιδιά να μάθουν από νωρίς ότι η ευτυχία δεν είναι μια μόνιμη κατάσταση και πως δεν πρέπει να είμαστε συνεχώς χαρούμενοι. Ζούμε σε μια εποχή όπου συχνά φοβόμαστε το αρνητικό συναίσθημα και προσπαθούμε να προστατεύσουμε τα παιδιά από κάθε απογοήτευση ή δυσκολία. Όμως και η λύπη, η ματαίωση ή το «όχι» είναι απαραίτητα για να χτίσουν ανθεκτικότητα, όρια και ουσιαστική συναισθηματική ωριμότητα.
Η χαρά, για μένα, καλλιεργείται μέσα από μικρές καθημερινές στιγμές: τη σύνδεση με τους ανθρώπους μας, τη φροντίδα, την αγάπη, την προσφορά και την αλληλεγγύη. Ήθελα μέσα από το βιβλίο να δείξω πως η αληθινή ευτυχία δεν βρίσκεται στην τελειότητα ή στη συνεχή ικανοποίηση, αλλά στις ανθρώπινες σχέσεις και στα μικρά πράγματα που δίνουν νόημα στην καθημερινότητά μας.
Ως Παιδαγωγός Πρώιμης Παιδικής Ηλικίας γνωρίζετε καλά πόσο καθοριστικά είναι τα πρώτα χρόνια για τη συναισθηματική ανάπτυξη ενός παιδιού. Πώς επηρέασε η επιστημονική και παιδαγωγική σας εμπειρία τον τρόπο με τον οποίο γράψατε αυτή την ιστορία;
Κ.Μ.: Στα πρώτα χρόνια της ζωής τίθενται τα θεμέλια σε κάθε τομέα ανάπτυξης των παιδιών. Έτσι, θέλησα να δημιουργήσω μια ιστορία που να μιλά στην καρδιά των παιδιών με απλό, τρυφερό και κατανοητό τρόπο για κάτι το οποίο επειδή από τους μεγάλους θεωρείται αυτονόητο, τελικά δεν διδάσκεται στα παιδιά, αλλά αναρωτιέμαι αν είναι τόσο αυτονόητο τελικά στη σημερινή εποχή…
Αυτό που θέλω να τονίσω με αφορμή αυτή την ερώτηση είναι ότι ο στόχος μου δεν ήταν μόνο να ψυχαγωγήσω, αλλά να συμβάλω στη συναισθηματική καλλιέργεια των παιδιών και να δώσω αφορμές για συζήτηση τόσο μέσα στην οικογένεια όσο και στο σχολικό περιβάλλον για την αξία της ενσυναίσθησης. Γι’ αυτό και το συγκεκριμένο βιβλίο είναι μια καθαρά παιδαγωγική ιστορία.
Η εικονογράφηση της κας Μενάρ δίνει έντονη αντίθεση ανάμεσα στη θλίψη των κατοίκων και στη ζωντάνια της θάλασσας, των παιδιών και της αγάπης. Πόσο σημαντικό είναι για ένα παιδικό βιβλίο η εικόνα να μην συνοδεύει απλώς το κείμενο, αλλά να βοηθά το παιδί να αισθανθεί την ιστορία πριν ακόμη την καταλάβει πλήρως;
Κ.Μ.: Η παιδική εικονογράφηση σε ένα παραμύθι είναι πολύ σημαντική, γιατί βοηθά το παιδί να αισθανθεί την ιστορία. Αν η εικόνες είναι έντονες το παιδί μαγνητίζεται από αυτές. Μέσα από τα χρώματα, τις εκφράσεις και τις εικόνες δημιουργούνται συναισθήματα, ατμόσφαιρα και ενεργοποιείται η φαντασία, κάνοντας το βιβλίο πιο ζωντανό και φέρνοντας πιο κοντά τον μικρό αναγνώστη.
Πιστεύετε ότι η δύναμη της λογοτεχνίας μπορεί από μόνη της να αναδιαμορφώσει τον τρόπο με τον οποίο οι άνθρωποι βλέπουν τα βιβλία και την ανάγνωση; Ποια είναι η δική σας άποψη;
Κ.Μ.: Πιστεύω πως η λογοτεχνία μπορεί σε μεγάλο βαθμό να επηρεάσει τον τρόπο με τον οποίο οι άνθρωποι βλέπουν τα βιβλία και την ανάγνωση, αρκεί το είδος της να ταιριάζει στα ενδιαφέροντα και την προσωπικότητα του κάθε αναγνώστη. Ωστόσο, σημαντικό ρόλο παίζουν και άλλοι παράγοντες, όπως το οικογενειακό περιβάλλον, το σχολείο και οι προσωπικές εμπειρίες του καθενός.

