Από στόμα σε στόμα Κερκυραίων, μια μαρτιάτικη μέρα του 1947, μια πληροφορία-φωτιά πέρασε την πύλη της φυλακής και τρύπησε τα σιδερόφραχτα κελιά των εκατοντάδων πολιτικών κρατουμένων: ένας έφεδρος αξιωματικός της Σχολής του Παλαιού Φρουρίου της πόλης «τίναξε τα μυαλά του στον αέρα» για να μην εκτελέσει αθώους ανθρώπους. Κάποιους από τους ίδιους, δηλαδή. Ακόμη και δύο-τρεις δεσμοφύλακες άφηναν να εννοηθεί πως συνέβη κάτι τρομερό σαν αυτό, ενώ άλλοι το διέψευδαν ως ένα ακόμη χοντροκομμένο ψέμα των κομμουνιστών και των «συνοδοιπόρων» τους.
Ένα όνομα σκοτωμένου νέου ανθρώπου «ξέφυγε» από το απροσπέλαστο ιστορικό φρούριο με το Φρουραρχείο και τον στρατώνα της Σχολής Εφέδρων Αξιωματικών Κέρκυρας (ΣΕΑΚ) και διέτρεξε την πόλη: Μπάρλας. Γιώργος Μπάρλας. Ή κάπως έτσι. Τον έστειλαν πρώτο-πρώτο να σκοτώσει κόσμο στο Λαζαρέτο και αρνήθηκε, έλεγε η φήμη. Τα στόματα όμως που ήξεραν «βούλωσαν». Τι και πώς να πιστέψεις σε εκείνη την καταχνιά όπου όλα ήταν δυνατά και το ψέμα βασίλευε;
Κάποιοι κοντά στο Παλαιό Φρούριο και στα Μουράγια της πόλης επέμεναν πάντως πως τα χαράματα της Παρασκευής 14 Μάρτη είχαν τιναχτεί από τα κρεβάτια τους από δυνατό κρότο πυροβολισμού, μάλλον όχι μοναδικό. Ακούστηκε -είπαν- από το Φρούριο, έφθασε το «μπαμ» από τη θάλασσα, ο Θεός μόνο ξέρει! Ήταν Μάρτης και η «μαυρίλα» στο νησί ήταν ανυπόφορη. Η Ήπειρος απέναντι βροντοκοπούσε, από τον ναυτικό αποκλεισμό δεν πέρναγε ούτε ψάρι αθέατο και οι φήμες ότι σε λίγο «θα κλαίγανε μανούλες» στο Λαζαρέτο έδιναν κι έπαιρναν. Σιγά-σιγά διαδόθηκε και το άλλο: στο νεκροταφείο, εκείνη τη μέρα, την Παρασκευή 14 του Μάρτη, κάπως αργά το μεσημέρι, έγινε η πιο γρήγορη κηδεία που έχουν δει τα μάτια ανθρώπου.
Πώς και τι να ρωτήσεις αυτούς που ήξερες ότι ξέρουν, όταν αυτοί έλεγαν πως βρίσκεται σε εξέλιξη «κομμουνιστική συνωμοσία» για απελευθέρωση των φυλακισμένων του ΕΑΜ και εξέγερση απ’ άκρου σ’ άκρο στο νησί-φρούριο;
Τριάντα χρόνια μετά, το 1977, ένας από εκείνους τους μελλοθάνατους των φοβερών αυτών φυλακών του Ιονίου Πελάγους που είδε τον χάρο με τα μάτια του μα γλίτωσε χωρίς να λυγίσει τη μέση, ονόματι Σταμάτης Σκούρτης από τα Μέγαρα, προχώρησε όπως του ‘χε πει σ’ ένα ξερονήσι του Αιγαίου ο ποιητής Γιάννης Ρίτσος: γράψτα όλα όσα έζησες στην Κέρκυρα! Μετά τη χούντα είχε έρθει στο νησί για να μαζέψει κι άλλα στοιχεία, μα χωρίς να καταφέρει να γίνει κατά τι σοφότερος, για εκείνη την «υπόθεση Μπάρλας», από ένστικτο πήρε το ρίσκο και έβαλε το όνομά του στο βιβλίο «Ώσπου να ξημερώσει», που εξέδωσε για τους φυλακισμένους και το έγκλημα ολκής στο Λαζαρέτο. Ίσως αρνήθηκε να γίνει εκτελεστής και αυτοπυροβολήθηκε ή, διαφορετικά, τι άλλο μπορεί να συνέβη; Να ήταν όλα – και ο αδιευκρίνιστος μάλλον παρατεταμένος κροταλισμός όπλου ή όπλων μέσα στο σκοτάδι και το ανύπαρκτο όπως επέμεναν κάποιοι όνομα και όλα μα όλα – ένα μεγάλο ψέμα;
Όπως συμβαίνει πάντα στη ζωή με όλα, από τον Σκούρτη πέρασε σε νεότερα χέρια η σκυτάλη. Και υπάρχει πια κάτι πολύ περισσότερο από αποχρώσες ενδείξεις, κατά πως θα έλεγε ένας δικαστικός, ότι ο Γιώργος Μπάρλας όχι μόνο ήταν υπαρκτό πρόσωπο, αλλά έπεσε τραγικό θύμα του φονικού μετώπου που εκείνον το Μάη στην Κέρκυρα καταπλάκωσε δικαιώματα, νόμους και ελευθερίες – για να κουρσέψουν βέβαια οι λίγοι τους πολλούς, σύμφωνα με όλα όσα γίνονταν στη χώρα με σιδερένια μπότα. Τα στοιχεία – που βρέθηκαν σε επίσημα τοπικά αρχεία – βοούν για ένα έγκλημα, με θύμα έναν 26χρονο μαθητή της Σχολής Εφέδρων Αξιωματικών Κέρκυρας, γεννημένο στην Αθήνα, που τον πατέρα του τον έλεγαν Νικόλαο και η μητέρα του ονομαζόταν Ασημίνα και ο ίδιος πράγματι λεγόταν Γεώργιος Μπάρλας!
Θάφτηκε ο Γιώργος Μπάρλας στο κεντρικό νεκροταφείο της Γαρίτσας άρον-άρον, το ίδιο μεσημέρι, χωρίς έναν δικό του άνθρωπο, αφού ακόμη και αν οι γονείς του ειδοποιήθηκαν δεν προλάβαιναν την κηδεία-εξπρές.
Σαν να είχε κριθεί προδότης κάποιου «εθνικού καθήκοντος» που επέβαλε να προδώσει τον ιερό όρκο που είχε δώσει στο όνομα του λαού και του άξιζε θάνατος «εκ τραύματος διαμπερούς θώρακος δια οπλοβόλου όπλου». Ούτε κάπου αλλού μέσω απόφασης κάποιου στρατοδικείου, αλλά ακριβώς εκεί όπου είχε ορκιστεί -ή θεωρούσε πως ορκιζόταν- να υπηρετεί τον τίμιο λαό και όχι να τον φονεύει: «εν τη Κερκύρα Σχολή Εφέδρων Αξιωματικών, κειμένη εν τω Παλαιώ Φρουρίω».
“Αυτοκτονία” με βολή όπλου στον θώρακα
Αυτά ακριβώς αναφέρει επίσημη ληξιαρχική πράξη θανάτου, έτσι διατυπωμένη ώστε να παραπέμπει σε αυτοκτονία, αν και σε κανένα σημείο δεν αναφερόταν αν ο θάνατος ήταν αποτέλεσμα αυτοπυροβολισμού, συμπλοκής ή άλλου λόγου. Εντοπίστηκε καταχωρημένη στις 14 Μάρτη 1947 στα ληξιαρχικά βιβλία του κεντρικού Δήμου της Κέρκυρας. Όσα μόλις προαναφέρθηκαν επακριβώς, ορίζονται ως αιτία και τόπος του θανάτου του παραλίγο αξιωματικού. Άψογο, γραμμένο θαρρείς από καλλιγράφο είναι ολόκληρο το ληξιαρχικό βιβλίο με τις πράξεις αποδημίας εκείνου του μήνα, πλην αυτής της σελίδας. Οι υπάλληλοι του σχετικού τμήματος σήκωναν τα χέρια ψηλά, όταν παρακλήθηκαν να βοηθήσουν στην αποκρυπτογράφηση – γιατί περί αυτού επρόκειτο – των ονομάτων ενός προσώπου φερόμενου ως υπολοχαγού πεζικού και ενός προσώπου φερόμενου ως γιατρού, που προσήλθαν κατά τα γραφόμενα στο Ληξιαρχείο και δήλωσαν τον αποτρόπαιο αυτό θάνατο του 26χρονου μαθητή της Σχολής, όπου δέκα χρόνια πριν φοιτούσε ο Οδυσσέας Ελύτης. Άκρη δεν βγαίνει. Αγνώριστο το όνομα του υπολοχαγού, το ίδιο και του γιατρού. Τι λόγος όμως υπήρχε εάν επρόκειτο για μία αυτοκτονία; Ως ώρα του θανάτου οριζόταν η πέμπτη πρωινή της ίδιας μέρας. Ήταν η ώρα που, σύμφωνα με διαταγές, ετοιμάζονταν για αναχώρηση εκτελεστικά αποσπάσματα με προορισμό το Λαζαρέτο, αποτελούμενα κυρίως από μαθητές της ΣΕΑΚ, όταν επρόκειτο να γίνουν εκτελέσεις.
Τι ώθησε και ποιο χέρι και ποιανού όπλο αφαίρεσε τη ζωή του 26χρονου;
Επιβεβαιώθηκε και στην αρμόδια δημοτική υπηρεσία τη σχετική με το ταφολόγιο και τους τάφους η καταγραφή και το άνοιγμα τάφου για την εσπευσμένη ταφή το μεσημέρι της 14ης Μάρτη 1947 θανόντα με τα στοιχεία Γεώργιος Μπάρλας του Νικολάου και της Ασημίνας, άνευ λοιπών στοιχείων για συγγενείς ή υπεύθυνους του τάφου. Δεν προκύπτει από τα δημοτολόγια η ύπαρξη συγγενών του στην Κέρκυρα, παρά μόνο στην Αθήνα.
Ερώτημά μας προς αρμόδιες υπηρεσίες για ενδεχόμενη έρευνα εκείνης της περιόδου σχετικά με τις συνθήκες και τις αιτίες του θανάτου του Γιώργου Μπάρλα έχουν μείνει έως τώρα αναπάντητα.
Φαίνεται, ωστόσο, ότι η υπόθεση των εκτελέσεων κομμουνιστών και άλλων λαϊκών αγωνιστών στο Λαζαρέτο δεν «άνοιξε» τον Μάη του 1947, με την εκτέλεση εκεί στις 23 αυτού του μήνα, σύμφωνα με όσα στοιχεία έχουν γίνει γνωστά μέχρι σήμερα, του Θεσσαλού νεαρού αγωνιστή Πολύβιου Κολοβού. Υπάρχουν ορισμένες ενδείξεις ότι οι πρώτες εκτελέσεις αγωνιστών στη νησίδα είχε προγραμματιστεί να γίνουν στις 4 Φλεβάρη 1947. Επίσης, έγγραφο του Φρουραρχείου Κέρκυρας με ημερομηνία 25 Απρίλη 1947, το οποίο σώζεται στα Αρχεία Νομού Κέρκυρας και εκφράζει σαφή άρνησή του να αναλάβει το έργο της εκτέλεσης πολιτικών κρατουμένων καταδικασμένων από πολιτικά δικαστήρια, υποδηλώνει ότι σε αυτό και στους κόλπους της Σχολής Εφέδρων Αξιωματικών συνέχιζαν να υπάρχουν δυνάμεις που αρνούνταν να μετατραπούν, κατά παράβαση κάθε είδους νομιμότητας, σε φονιάδες λαϊκών αγωνιστών.
Ο διοικητής της ΣΕΑΚ είχε εκδώσει την ίδια μέρα του θανάτου του μαθητή της εμπιστευτική Διαταγή αποκήρυξής του, χαρακτηρίζοντας τον θάνατο αυτοκτονία και συνδέοντάς την με τον… εσωτερικό εχθρό και τις αναγκαίες διώξεις -όπως έλεγε- των… αναρχικών στοιχείων. Ο Γιώργος Μπάρλας, κατά τον διοικητή της ΣΕΑΚ, έπασχε και δεν άντεξε σε κάποιες πιέσεις που του επέφεραν ψυχολογικό κλονισμό, πέφτοντας… ένα ακόμη θύμα της επιχείρησης σωτηρίας της Πατρίδας!

