Υπάρχουν εκλογικά αποτελέσματα που απλώς αλλάζουν τους συσχετισμούς. Και υπάρχουν αποτελέσματα που αξίζει να τα διαβάσουμε σαν κοινωνικά μηνύματα.
Οι εκλογές του Βερολίνου ανήκουν στη δεύτερη κατηγορία.
Στις 20 Σεπτεμβρίου 2026, η Die Linke αναδείχθηκε πρώτη δύναμη στην πόλη, με 25,7% των ψήφων, υπερδιπλασιάζοντας το ποσοστό της από το 12,2% του 2023. Η CDU περιορίστηκε στο 18,8%, οι Πράσινοι στο 14,3% και το SPD στο 12,1%. Την ίδια στιγμή, η AfD ανέβηκε επίσης σημαντικά, φτάνοντας το 16,3%.
Αυτό το τελευταίο στοιχείο είναι σημαντικό. Γιατί το Βερολίνο δεν μας λέει απλώς ότι «η Αριστερά ανεβαίνει». Μας δείχνει ότι ένα μεγάλο μέρος της κοινωνικής δυσαρέσκειας αναζητά πολιτική έκφραση σε αντίθετες κατευθύνσεις.
Τι ζητούν οι άνθρωποι;
Η απάντηση βρίσκεται σε μεγάλο βαθμό στην καθημερινότητα. Στο Βερολίνο η κατοικία και τα ενοίκια έχουν μετατραπεί σε κεντρικό κοινωνικό ζήτημα. Η υποψηφιότητα της Elif Eralp έβαλε ακριβώς αυτό το πρόβλημα στο επίκεντρο της προεκλογικής εκστρατείας της Die Linke, με αιχμή την αντιμετώπιση της στεγαστικής κρίσης και της κερδοσκοπίας στην αγορά κατοικίας.
Όταν η πολιτική μιλά για το ενοίκιο, ο πολίτης καταλαβαίνει αμέσως τι σημαίνει. Όταν μιλά για το σπίτι που δεν μπορεί να βρει, για τον μισθό που δεν φτάνει, για τη δημόσια συγκοινωνία, για το σχολείο, για την υγεία, για την κοινωνική προστασία, δεν χρειάζεται να του εξηγήσει κανείς τι είναι κοινωνική πολιτική. Είναι η ίδια του η ζωή.
Και αυτό ίσως είναι το πρώτο μήνυμα του Βερολίνου: Η Αριστερά δεν χρειάζεται να αναζητήσει την κοινωνία στα λεξικά της ιδεολογίας. Χρειάζεται να τη συναντήσει στους δρόμους της πόλης.
Μέσα στην κρίση, δύο διαφορετικές απαντήσεις
Η άνοδος της Αριστεράς συνυπάρχει με την άνοδο της Ακροδεξιάς. Η AfD αύξησε επίσης σημαντικά τη δύναμή της στις εκλογές.
Δύο διαφορετικές πολιτικές απαντήσεις σε μια κοινωνία που αισθάνεται ανασφάλεια.
Η μία απάντηση αναζητά προστασία μέσα από περισσότερη κοινωνική δικαιοσύνη. Η άλλη αναζητά τον …ένοχο: τον μετανάστη, τον ξένο, τον «άλλο», εκείνον που υποτίθεται ότι ευθύνεται για όσα δεν λειτουργούν.
Αυτή η διαφορά είναι αποφασιστική… Όταν η κοινωνική ανασφάλεια μένει χωρίς δημοκρατική και κοινωνική απάντηση, μπορεί να μετατραπεί σε φόβο, εθνικισμό και ξενοφοβία.
Αντίθετα, όταν μετατρέπεται σε διεκδίκηση για στέγη, εργασία, δημόσια αγαθά και κοινωνική προστασία, αποκτά διαφορετικό πολιτικό περιεχόμενο.
Την ίδια ώρα, η Γερμανία, η Ευρώπη επανεξοπλίζεται. Ζούμε μία από τις κραυγαλέες αντιφάσεις του καπιταλισμού… Την ώρα, που οι ευρωπαϊκές κοινωνίες αντιμετωπίζουν στεγαστική κρίση, ακρίβεια, κοινωνικές ανισότητες, προβλήματα στις δημόσιες υπηρεσίες και ανασφάλεια για το μέλλον, η απάντηση της ευρωπαϊκής πολιτικής ηγεσίας μετατοπίζεται όλο και περισσότερο προς τη στρατιωτική ασφάλεια.
Η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει θέσει σε εφαρμογή το σχέδιο Readiness 2030 / ReArm Europe, με στόχο να κινητοποιηθούν έως 800 δισεκατομμύρια ευρώ για την ενίσχυση των αμυντικών δυνατοτήτων των κρατών-μελών.
Η Γερμανία βρίσκεται στην πρώτη γραμμή αυτής της αλλαγής. Για το 2027 προβλέπονται 109,7 δισ. ευρώ στον βασικό αμυντικό προϋπολογισμό, έναντι 82,7 δισ. το 2026, ενώ με το ειδικό ταμείο για την Bundeswehr το συνολικό ποσό ανεβαίνει ακόμη περισσότερο.
Η Γερμανική κυβέρνηση παρουσιάζει αυτή την πολιτική ως απάντηση στις αυξημένες απειλές ασφαλείας από την …ρωσική επιθετικότητα στην Ευρώπη.
Ακόμη και αν το πολεμικό αυτό σκηνικό έχει βάση, για ποιά ασφάλεια, για ποιον και με ποια έννοια;
Ασφάλεια δεν είναι μόνο η προστασία από έναν εξωτερικό στρατιωτικό κίνδυνο.
Είναι και το να μπορείς να πληρώσεις το ενοίκιό σου. Να βρεις δουλειά. Να μεγαλώσεις τα παιδιά σου.Να έχεις γιατρό όταν χρειάζεσαι. Να μη φοβάσαι ότι αύριο θα χάσεις το σπίτι ή την δουλειά σου. Να αισθάνεσαι ότι η κοινωνία που ζεις σε προστατεύει.
Η κοινωνική ασφάλεια είναι θεμελιώδης ασφάλεια. Το κλίμα του φόβου δεν είναι ουδέτερο
Όταν η Ευρώπη μετατρέπει την πολιτική της συζήτηση σε διαρκή αναφορά στον κίνδυνο, στον επανεξοπλισμό, στην πολεμική ετοιμότητα και στην ανάγκη διαρκούς αύξησης των στρατιωτικών δαπανών, διαμορφώνει αναπόφευκτα ένα διαφορετικό πολιτικό περιβάλλον.
Ένα πολιτικό κλίμα μόνιμου φόβου λειτουργεί υπέρ των δυνάμεων που πολιτεύονται πάνω στον φόβο.
Ιδού η σοβαρή αντίφαση, που βιώνει η Ευρώπη. Η ηγεσία από την μία μεριά ζητά από τους πολίτες να αποδεχθούν τεράστιες αυξήσεις στις στρατιωτικές δαπάνες στο όνομα της ασφάλειας. Από την άλλη, οι ίδιοι πολίτες ζητούν να αντιμετωπιστούν οι ανασφάλειες που βιώνουν καθημερινά: σπίτι, μισθός. εργασία, υγεία, παιδεία, κοινωνική προστασία.
Δεν είναι μικρότερες ανάγκες επειδή δεν έχουν στρατιωτική ορολογία.
Το αποτέλεσμα της Die Linke στο Βερολίνο έχει ενδιαφέρον πολύ πέρα από τα γερμανικά σύνορα. Ασφαλώς, δεν σημαίνει ότι η Αριστερά «κέρδισε την Ευρώπη». Ούτε, ότι τα προβλήματα της Αριστεράς λύθηκαν.
Ένα τοπικό εκλογικό αποτέλεσμα δεν μπορεί από μόνο του να αποτελέσει απόδειξη μιας γενικότερης ευρωπαϊκής τάσης. Μπορεί όμως να δείξει ότι υπάρχει κοινωνική ζήτηση για μια πολιτική που βάζει ξανά στο κέντρο την κοινωνική ζωή.
Και ίσως αυτό είναι το σημαντικότερο.
Η Ευρώπη -πάνω απ’ όλα- έχει ανάγκη και από μια στρατηγική κοινωνικής προστασίας απέναντι στην ανασφάλεια των ίδιων των πολιτών της.
Αν ο Ευρωπαίος πολίτης αισθάνεται εγκαταλειμμένος, η κοινωνική δυσαρέσκεια δεν εξαφανίζεται. Κάποιος θα την εκφράσει.
Το Βερολίνο δείχνει ότι μπορεί να την εκφράσει η Αριστερά.
Με ένα σύνθημα που είναι παλιό, αλλά σήμερα γίνεται ξανά εξαιρετικά επίκαιρο:
Ο άνθρωπος πριν από τους αριθμούς.
Η κοινωνία πριν από την αγορά.
Η ειρήνη και η κοινωνική ασφάλεια πριν από τη μόνιμη καλλιέργεια του φόβου.
Ίσως λοιπόν το σωστό ερώτημα δεν είναι μόνο:
«Γιατί ανεβαίνει η Αριστερά στο Βερολίνο;»
Αλλά και: «Τί ακριβώς ζητούν οι άνθρωποι όταν αποφασίζουν να την ακούσουν ξανά;»
Η απάντηση, τουλάχιστον από το Βερολίνο, μοιάζει να ακούγεται αρκετά καθαρά: Ζητούν να ξαναμπεί η ζωή τους στην πολιτική.

