Οι διαταραχές ακοής και ο ίλιγγος μπορούν να επηρεάσουν αισθητά την καθημερινότητα, την επικοινωνία και την αίσθηση ασφάλειας. Παρότι πρόκειται για διαφορετικά προβλήματα, σε ορισμένες περιπτώσεις συνδέονται με τη λειτουργία του έσω αυτιού. Η σωστή αξιολόγηση των συμπτωμάτων είναι σημαντική, καθώς βοηθά στον εντοπισμό της αιτίας και στην επιλογή της κατάλληλης αντιμετώπισης.
Πώς εμφανίζονται οι διαταραχές ακοής;
Η φυσιολογική ακοή εξαρτάται από τη συνεργασία του έξω, του μέσου και του έσω ωτός, αλλά και του ακουστικού νεύρου. Όταν κάποιο από αυτά τα σημεία δεν λειτουργεί σωστά, μπορεί να επηρεαστεί η μετάδοση ή η επεξεργασία των ήχων.
Η απώλεια ακοής μπορεί να είναι μερική ή ολική, προσωρινή ή μόνιμη. Ενδέχεται επίσης να αφορά το ένα ή και τα δύο αυτιά. Μερικές φορές εμφανίζεται σταδιακά, ενώ σε άλλες περιπτώσεις προκύπτει ξαφνικά.
Οι διαταραχές διακρίνονται σε αγωγιμότητας, νευροαισθητήριες και μικτού τύπου. Ανάμεσα στα πιθανά αίτια βρίσκονται η ηλικία, η παρατεταμένη έκθεση σε δυνατό θόρυβο, οι λοιμώξεις, οι τραυματισμοί, γενετικοί παράγοντες και ορισμένα ωτοτοξικά φάρμακα.
Ποια σημάδια μπορεί να δείχνουν πρόβλημα ακοής;
Ένα συχνό σύμπτωμα είναι η δυσκολία κατανόησης της ομιλίας, κυρίως όταν υπάρχει θόρυβος στο περιβάλλον. Το άτομο μπορεί να ακούει έναν ήχο, αλλά να μην αντιλαμβάνεται καθαρά τις λέξεις.
Παράλληλα, μπορεί να χρειάζεται μεγαλύτερη ένταση στην τηλεόραση ή στο τηλέφωνο. Σε ορισμένες περιπτώσεις εμφανίζονται εμβοές, αίσθημα πίεσης στο αυτί, ζάλη ή αστάθεια.
Τι είναι ο ίλιγγος;
Ο ίλιγγος χαρακτηρίζεται από την αίσθηση ότι το σώμα ή ο χώρος γύρω από το άτομο κινείται ή περιστρέφεται, ακόμη και όταν δεν υπάρχει πραγματική κίνηση. Συχνά συνοδεύεται από ναυτία, αστάθεια ή δυσκολία στη βάδιση.
Μία συχνή αιτία είναι ο καλοήθης παροξυσμικός ίλιγγος θέσης, στον οποίο μικροσκοπικοί κρύσταλλοι του εσωτερικού αυτιού μετακινούνται από τη φυσιολογική τους θέση. Τα επεισόδια εμφανίζονται συχνά μετά από αλλαγές στη θέση του κεφαλιού.
Ο ίλιγγος μπορεί επίσης να συνδέεται με τη νόσο Ménière, με αιθουσαία νευρίτιδα ή λαβυρινθίτιδα. Σε άλλες περιπτώσεις σχετίζεται με ημικρανίες, τραυματισμούς, νευρολογικές παθήσεις ή διαταραχές της κυκλοφορίας.
Πώς γίνεται η διάγνωση;
Η διερεύνηση ξεκινά με το ιατρικό ιστορικό και την κλινική εξέταση. Για τις διαταραχές ακοής μπορεί να πραγματοποιηθεί ακοολογικός έλεγχος, ώστε να αξιολογηθεί η αντίληψη διαφορετικών συχνοτήτων και εντάσεων.
Στην περίπτωση του ιλίγγου, εξετάζεται η ισορροπία και η λειτουργία του αιθουσαίου συστήματος. Μπορεί να χρησιμοποιηθεί και η δοκιμασία Dix-Hallpike, ενώ σε συγκεκριμένες περιπτώσεις χρειάζονται πρόσθετες ακοολογικές ή απεικονιστικές εξετάσεις.
Αντιμετώπιση ανάλογα με την αιτία
Η θεραπευτική προσέγγιση καθορίζεται από την αιτία και τη βαρύτητα του προβλήματος. Οι αναστρέψιμες διαταραχές ακοής μπορεί να βελτιωθούν μετά την αντιμετώπιση λοιμώξεων, φλεγμονών ή συσσώρευσης κυψελίδας. Σε μόνιμη απώλεια ακοής μπορούν να χρησιμοποιηθούν ακουστικά βαρηκοΐας, ενώ σε συγκεκριμένες περιπτώσεις εξετάζονται χειρουργικές λύσεις ή κοχλιακά εμφυτεύματα.
Για τον ίλιγγο μπορεί να εφαρμοστεί φαρμακευτική αγωγή για την ανακούφιση των συμπτωμάτων. Στον καλοήθη παροξυσμικό ίλιγγο θέσης χρησιμοποιούνται ειδικοί χειρισμοί επανατοποθέτησης, ενώ η αιθουσαία αποκατάσταση μπορεί να βοηθήσει στην καλύτερη διαχείριση των διαταραχών ισορροπίας.
Όταν η ακοή μεταβάλλεται ή τα επεισόδια ιλίγγου επιμένουν και επαναλαμβάνονται, η εξειδικευμένη αξιολόγηση βοηθά στον εντοπισμό της αιτίας. Για περισσότερες πληροφορίες και εξατομικευμένη εκτίμηση, μπορείτε να επικοινωνήσετε με τον ΩΡΛ Δρ. Χρήστο Γκιώνη.

