Ένα γαμήλιο ταξίδι στην Κέρκυρα μετατρέπεται σε πέρασμα προς μια κρυμμένη εκδοχή της Ιστορίας, όπου οι μύθοι δεν ανήκουν στο παρελθόν και η σωτηρία του κόσμου δεν εγγυάται την επιστροφή των ηρώων στην προηγούμενη ζωή τους.
Στην εφημερίδα «CorfuPress» φιλοξενούμε τους συγγραφείς κυρίους Γιώργο Κλάγκο και Χρήστο Σμυρναίο, με αφορμή το μυθιστόρημά τους «Η Πύλη της Μέδουσας», που κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Anubis. Ο Γιώργος Κλάγκος έχει ακολουθήσει σπουδές σε διαφορετικά πεδία, από τον προγραμματισμό και την ανάλυση συστημάτων έως τον τουρισμό και την άθληση. Έχει εκδώσει τη συλλογή διηγημάτων «Βιαιοθάνατοι», έχει συμμετάσχει σε πολυάριθμες ανθολογίες και έχει ασχοληθεί με τη μετάφραση και την ανθολόγηση έργων του Algernon Blackwood. Ο Χρήστος Σμυρναίος έχει σπουδάσει Οικονομικά, Ευρωπαϊκό Πολιτισμό και Δημιουργική Γραφή, ενώ η σχέση του με τα βιβλία, τον κινηματογράφο και τα ταξίδια τροφοδοτεί τη δική του αφηγηματική διαδρομή. Παράλληλα, γράφει έργα εκτός φανταστικής λογοτεχνίας με το όνομα Νίκος Βιτωλιώτης.
Το καλοκαίρι του 1970, η Ελβίρα και ο Πίπο φτάνουν από την Ιταλία στην Κέρκυρα για το γαμήλιο ταξίδι τους. Αυτό που προοριζόταν ως μια σύντομη απομάκρυνση από τη δημοσιότητα και τις απαιτήσεις της προηγούμενης ζωής τους αλλάζει κατεύθυνση όταν η Ελβίρα αισθάνεται μια ανεξήγητη σύνδεση με το νησί. Οι ιδιαίτερες ικανότητες που έχει κληρονομήσει αφυπνίζονται και μια φαινομενικά τυχαία ανακάλυψη οδηγεί το ζευγάρι σε ένα μυστικό που παρέμενε κρυμμένο επί αιώνες.
Η προσωπική τους περιπέτεια ανοίγει σταδιακά προς μια σύγκρουση που συνδέει τη μυθολογία, την αρχαιολογία και πραγματικά γεγονότα του 20ού αιώνα με την παρουσία ενός κακού που διατρέχει την ανθρώπινη ιστορία. Η μακρόχρονη φιλία των δύο συγγραφέων και η κοινή τους αγάπη για τη λογοτεχνία του φανταστικού αποτέλεσαν τη βάση ενός συνεργατικού μυθιστορήματος που χρειάστηκε έρευνα σε διαφορετικές και συχνά απρόσμενες πηγές. Στο κέντρο της αφήγησης, ωστόσο, παραμένουν οι άνθρωποι που καλούνται να αντιμετωπίσουν το άγνωστο και να αποφασίσουν ποιο τίμημα μπορούν να πληρώσουν για μια νίκη την οποία κανείς άλλος δεν πρόκειται να γνωρίσει.
Συνέντευξη στη δημοσιογράφο-συγγραφέα Νεκταρία Βαρσαμή-Πουλτσίδη
Επιλέξατε να τοποθετήσετε την ιστορία στο καλοκαίρι του 1970, σε μια περίοδο κοινωνικής αμφισβήτησης, πολιτικών συγκρούσεων και μεγάλων πολιτισμικών αλλαγών. Τι σας πρόσφερε αυτή η συγκεκριμένη εποχή που δεν θα μπορούσε να σας προσφέρει το σήμερα και πώς συνομιλεί η ορατή αναταραχή της περιόδου με την κρυφή απειλή που αντιμετωπίζουν οι ήρωες;
Γ.Κ.: Η ιδέα της τοποθέτησης της ιστορίας εντός του συγκεκριμένου χρονικού πλαισίου, ήταν του Χρήστου. Μια επιλογή που με βρήκε απόλυτα σύμφωνο καθώς ήταν μια εποχή ζυμώσεων, ανακατατάξεων και γεγονότων που, αν μη τι άλλο, είχαν τεράστιο ενδιαφέρον. Θέλω να πιστεύω ότι καταφέραμε να αποτυπώσουμε πειστικά την ατμόσφαιρα της περιόδου. Να σημειωθεί και κάτι ακόμα: η Ελλάδα ήταν ελαφρώς αποκομμένη απ’ όλα αυτά· είχε το δικό της μικροκλίμα. Οπότε η επιλογή, ως κεντρικών ηρώων, ενός κοσμοπολίτικου ζεύγους Ιταλών, μας πρόσφερε τη δυνατότητα να κινηθούμε όπως ακριβώς επιθυμούσαμε.
Χ.Σ.: Εκείνη την εποχή τα πράγματα φαίνονταν σε όλους λιγότερο περίπλοκα, μπορεί όντως να ήταν όλα πιο απλά. Επίσης, η πληροφόρηση ήταν σαφώς πιο περιορισμένη. Άρα, από τη μια οι αποφάσεις μπορούσαν να λαμβάνονται πιο αυθόρμητα, αν μάλιστα ληφθεί υπόψιν και το γενικότερο κλίμα, από το «L’ imagination au pouvoir», μέχρι το «Make love, not war», είτε επρόκειτο για «επανάσταση», είτε για το κυνήγι ενός ονείρου. Από την άλλη, σήμερα κάνεις ό,τι ερώτηση θες στο ΑΙ και έχεις τα πάντα, ή σχεδόν τα πάντα στην οθόνη του κινητού σου. Τότε, όμως, αν έψαχνες πληροφορίες και γνώση, έπρεπε ή να ψάξεις σε βιβλιοθήκες, ή να βρεθεί κάποιος γνώστης, ώστε να σε μυήσει. Τώρα, αν η γενικότερη αναταραχή της περιόδου μπορεί να παραλληλιστεί με την απειλή που προέκυψε, αυτό ίσως δεν το επιδιώξαμε συνειδητά, όμως η προθυμία των ηρώων να ριχτούν στη μάχη με αυτό που ξύπνησε, σίγουρα έχει να κάνει με το μαχητικό πνεύμα της περιόδου.
Ο αρχικός τίτλος του έργου ήταν «Ελβίρα», ενώ ο τελικός τίτλος μετακινεί το ενδιαφέρον προς την Πύλη και τη μυθολογική παρουσία της Μέδουσας. Αντανακλά αυτή η αλλαγή και μια μετατόπιση του αφηγηματικού κέντρου από την προσωπική διαδρομή της ηρωίδας προς τη μεγαλύτερη σύγκρουση ή η Ελβίρα παραμένει ο πραγματικός πυρήνας της ιστορίας;
Γ.Κ.: Ένα μεγάλο μέρος του βιβλίου έχει να κάνει με τις ανθρώπινες σχέσεις, με το τέλος της παιδικότητας και τον θάνατο του ονείρου. Κι αν υπάρχει κάτι που κάνει αυτό το έργο ξεχωριστό, είναι ο τρόπος που διαχειριζόμαστε και συνδυάζουμε στοιχεία που υπό άλλες συνθήκες θα φάνταζαν ετερόκλητα. Είναι ένα μυθιστόρημα που δεν απευθύνεται αποκλειστικά στους λάτρεις της φαντασίας και του τρόμου.
Χ.Σ.: Κοίτα, η Ελβίρα παραμένει ο πυρήνας του έργου, αυτή είναι το κέντρο, από πολλές απόψεις. Δεν θα κάνω άλλα σχόλια, μην κατηγορηθώ και για spoiler, απλά θα πω ότι η Μέδουσα έχει δευτερεύοντα ρόλο, όμως σίγουρα ο τίτλος είναι πιο λογοτεχνικός, ίσως πιο εμπορικός, από τον ποιητικότερο «Ελβίρα».
Η Ελβίρα φτάνει στην Κέρκυρα χωρίς να γνωρίζει πλήρως τι κουβαλά μέσα της και σταδιακά ανακαλύπτει ότι οι ικανότητές της συνδέονται με μια κληρονομιά που δεν επέλεξε. Πώς διαμορφώνει αυτή η αποκάλυψη την προσωπική της ευθύνη; Αντιμετωπίζει το χάρισμά της ως δύναμη, ως οικογενειακό βάρος ή ως μια υποχρέωση απέναντι σε ανθρώπους που αγνοούν ακόμη και την ύπαρξη του κινδύνου;
Γ.Κ.: Η, όποια, δύναμη προϋποθέτει ευθύνη, κι όλα τα πράγματα έχουν δύο όψεις. Κάτι που ανακαλύπτει και η ίδια η Ελβίρα. Νομίζω ότι τα γεγονότα δεν της άφησαν περιθώριο επιλογών‒ ήταν η ποιότητα του χαρακτήρα της τέτοια. Και ο χαρακτήρας μας, γίνεται η μοίρα μας.
Χ.Σ.: Κοίτα, δεν μιλάμε και για δυνάμεις σούπερ ήρωα. Μια ευαισθησία έχει, η οποία εξελίσσεται περισσότερο σε βάρος, παρά σε «χάρισμα». Και αυτό της δίνει και μια τραγική διάσταση, από μια άποψη,
Η Ελβίρα και ο Πίπο βρίσκονται στην αρχή της έγγαμης ζωής τους όταν καλούνται να εμπιστευτούν ο ένας τον άλλον μέσα σε συνθήκες που αμφισβητούν όσα θεωρούσαν πραγματικά. Γιατί επιλέξατε ένα νεόνυμφο ζευγάρι για αυτή τη δοκιμασία και τι αποκαλύπτει η επαφή τους με το υπερφυσικό για τη σχέση τους, που δεν θα μπορούσε να αποκαλύψει μια συνηθισμένη κοινή ζωή;
Γ.Κ.: Νομίζω ότι ο τρόπος που διαχειριζόμαστε τις, όποιες ευκολίες ή δυσκολίες, αποκαλύπτουν τον πραγματικό μας εαυτό. Εδώ, τα γεγονότα -υπερφυσικά ή μη- λειτουργούν ως καταλύτης μιας χρονοβόρας, υπό άλλες συνθήκες, διαδικασίας. Οι ήρωες ξεγυμνώνονται κι αισθάνονται υπόλογοι, ακόμα και απέναντι στον ίδιο τους τον εαυτό. Αυτό φαίνεται πολύ πιο καθαρά, στις σημειώσεις του ημερολογίου.
Χ.Σ.: Πάλι θες να με κάνεις να κατηγορηθώ για spoiler… Βασικά, νεόνυμφοι είναι όταν ταξιδεύουν στην Κέρκυρα. Τα υπόλοιπα ακολουθούν αργότερα, αλλά κι αυτό δεν έχει σημασία. Αυτό που μετρά είναι ότι αποφάσισαν να προχωρήσουν σε ένα σωρό αλλαγές από κοινού, νέα αρχή, σε νέο τόπο, με νέα απασχόληση… Αυτό όλο ταιριάζει με τη «νέα ζωή» που ξεκινά ένα ζευγάρι μετά τον γάμο.
Η Κέρκυρα παρουσιάζεται σαν ένας τόπος με δική του μνήμη, ενέργεια και κρυμμένη ζωή. Ποια στοιχεία της ιστορίας, της γεωγραφίας και των τοπικών παραδόσεών της σας οδήγησαν στην επιλογή του νησιού; Θα μπορούσε η ίδια ιστορία να συμβεί οπουδήποτε αλλού ή η Κέρκυρα αποτελεί αναπόσπαστο φορέα του μυστηρίου;
Γ.Κ.: Είναι ένας μέρος που γνωρίζουμε καλά. Ένας τόπος που διαθέτει πλούσια ιστορία, γοητεία και ατμόσφαιρα. Η Κέρκυρα δεν είναι απλώς μέρος του σκηνικού αλλά αποτελεί οργανικό κομμάτι μιας ιστορίας που εξελίσσεται σε αυτή, γύρω απ’ αυτή και σε σχέση με αυτή. Το παρελθόν του νησιού, οδήγησε την πλοκή σε μέρη που ούτε είχαμε φανταστεί.
Χ.Σ.: Η Κέρκυρα, από μόνη της, έχει περισσότερη ιστορία, τόσο σε βάθος χρόνου, όσο και σε πλούτο, από ό,τι τα περισσότερα σύγχρονα κράτη. Είναι τόπος θαυμάτων, θέατρο πολεμικών συγκρούσεων, διαθέτει απίστευτη φυσική ομορφιά και έχει τραβήξει το ενδιαφέρον του πλήθους, επώνυμου και ανώνυμου και στη σύγχρονη εποχή. Αλλά υπάρχει και κάτι άλλο: και οι δυο μας έχουμε συγγένεια, έστω και εξ αγχιστείας με την Κέρκυρα. Εγώ είμαι γαμπρός Γαριτσιώτη, για παράδειγμα. Αμφότεροι, λοιπόν, έχουμε περάσει πολλά καλοκαίρια στο νησί και έχουμε γοητευτεί από την αύρα της. Οπότε, μιλάμε για ένα μέρος που το γνωρίζουμε αρκετά καλά, που έχει μεγάλη ιστορία, που είναι σαγηνευτική και μυστηριώδης, ενίοτε, άρα η επιλογή της είναι σχεδόν φυσική.
Η Μέδουσα έχει περάσει στη συλλογική συνείδηση ως τέρας, όμως ο μύθος της επιτρέπει αναγνώσεις που συνδέονται με την τιμωρία, την αδικία, την προστασία και τη δύναμη του βλέμματος. Ποια διάσταση της μορφής της σας ενδιέφερε περισσότερο και γιατί επιλέξατε να τη συνδέσετε με μια πύλη, δηλαδή με το όριο ανάμεσα σε δύο πραγματικότητες;
Γ.Κ.: Η Μέδουσα ήταν μια έμπνευση της στιγμής. Ή, αν θέλετε, καιροφυλακτούσε ώστε την κατάλληλη στιγμή να κάνει την εμφάνισή της. Και μάλιστα σε μια νεκρή ζώνη, σ’ έναν προθάλαμο ανάμεσα στο γνωστό και το άγνωστο. Να αναφέρω σε αυτό το σημείο, τον δωρικό ναό της Αρτέμιδος Γοργούς στην Κέρκυρα‒ και το σταματάω εδώ!
Χ.Σ.: Α, εδώ έχουμε μια πολύ απλή απάντηση: είναι η αποτρεπτική διάσταση της Μέδουσας που μας οδήγησε στη χρήση της. Και ναι, δεν θα κάνουμε spoiler.
Για τη δημιουργία του μυθιστορήματος ερευνήσατε την Ιστορία, τη μυθολογία, την αρχαιολογία και αρχεία που εκ πρώτης όψεως δεν θα συνέδεε κανείς με ένα έργο φαντασίας. Ποιο πραγματικό εύρημα άλλαξε ουσιαστικά την κατεύθυνση της πλοκής και πώς αποφασίζατε σε ποιο σημείο τελείωνε η ιστορική ακρίβεια και άρχιζε η ελευθερία της μυθοπλασίας;
Γ.Κ.: Η μυθοπλασία έδεσε σε φοβερό βαθμό με τα ιστορικά στοιχεία· τόσο που σε κάνει να αναρωτιέσαι. Σε αρκετές περιπτώσεις αισθανόμασταν έκπληξη κι εμείς οι ίδιοι, καθώς σταδιακά διαπιστώναμε ότι ακόμα και οι τολμηρότερες από τις εικασίες μας, μπορούσαν να στηριχτούν σε υπαρκτό, ιστορικό υπόβαθρο.
Χ.Σ.: Α, εδώ ακριβώς είναι η γοητευτικότερη όψη του βιβλίου: όλα, μα όλα όσα αναφέρονται, είναι ιστορικά ακριβή. Ακόμα και το οικόπεδο στην πλαγιά με το μισοτελειωμένο συγκρότημα, ακόμα και αυτό υπάρχει. Τώρα, αν στην Κέρκυρα των αρχών του ’70 υπήρχε μια παρέα με Άγγλους χίπηδες, ε, τι να πω; Το πιο πιθανό είναι πως όλο και κάποιοι θα είχαν ξεμείνει. Η όποια ελευθερία έχει να κάνει με το πώς συνδυάστηκαν τα ιστορικά στοιχεία και μας έδωσαν το τελικό αποτέλεσμα.
Οι ήρωες αναγκάζονται να συνεργαστούν με φίλους, αγνώστους και ανθρώπους των οποίων τις προθέσεις δεν μπορούν εξαρχής να εμπιστευτούν. Με ποιο κριτήριο συγκροτήσατε αυτή την ομάδα και ποιος χαρακτήρας δοκιμάζει περισσότερο τη διάκριση ανάμεσα στον αναγκαίο σύμμαχο και στον ενδεχόμενο εχθρό;
Γ.Κ.: Όταν τα πράγματα δυσκολεύουν, οι περισσότεροι γραπώνονται απ’ όπου μπορούν. Εναποθέτουν τις ελπίδες τους ακόμα και σ’ έναν άγνωστο, όταν αντιληφθούν πως δεν έχουν τίποτα να χάσουν. Ειδικά όταν διαπιστώνουν, ότι ο πιο άγνωστος όλων είναι ο ίδιος τους ο εαυτός.
Χ.Σ.: Ε, κοίτα, στις επαρχιακές κοινωνίες, πάντα οι ξενοχωρίτες αντιμετωπίζονται με κάποια διστακτικότητα. Αλλά εδώ, αναγκαστικά, τα γεγονότα ξεχωρίζουν από μόνα τους «καλούς» και «κακούς». Ο εχθρός είναι ένας, απλώς κάποιοι δυσκολεύονται να το συνειδητοποιήσουν, μέχρι που… (προσοχή, κίνδυνος spoiler).
Η σύγκρουση έχει παγκόσμιες συνέπειες, αλλά οι άνθρωποι που θα προστατευτούν πιθανόν να μη μάθουν ποτέ ποιοι αγωνίστηκαν για εκείνους. Σας ενδιέφερε να εξετάσετε μια μορφή ηρωισμού χωρίς αναγνώριση και ανταμοιβή; Τι απομένει στους χαρακτήρες όταν ακόμη και η νίκη τούς αφαιρεί περισσότερα από όσα περίμεναν να θυσιάσουν;
Γ.Κ.: Οι χαρακτήρες μας είναι γήινοι κι ανθρώπινοι. Προσπαθούν να επιβιώσουν μιας κατάστασης, στην οποία μπλέχτηκαν άθελά τους κι όπου η αλληλουχία των γεγονότων δεν τους άφησε κανένα περιθώριο επιλογών. Για μένα είναι θύματα της μοίρας.
Χ.Σ.: Κοίτα, μιλάμε για απλούς ανθρώπους, τουλάχιστον όσον αφορά τους περισσότερους από τους χαρακτήρες του έργου, μιας και ο Λώρενς Ντάρελ, για παράδειγμα, είναι πράγματι κάτι το ξεχωριστό. Δεν μιλάμε σε καμία περίπτωση για μια «συντροφιά του δαχτυλιδιού», ούτε για DC ή Marvel Universe. Και οι ίδιοι ίσως δεν καταλαβαίνουν με τι ακριβώς τα βάζουν. Όταν, όμως, συνειδητοποιούν τι σημαίνει το να πολεμάς κάτι μεγαλύτερο από εσένα, ότι δεν υπάρχει απόλυτη νίκη, ότι όλα έχουν κόστος, αυτό τους προσδίδει, χωρίς αμφιβολία, μια τραγικότητα.
Η συγγραφή ενός κοινού μυθιστορήματος μπορεί εύκολα να οδηγήσει σε δύο διακριτές αφηγηματικές φωνές. Πώς οργανώσατε τη συνεργασία σας ώστε το κείμενο να αποκτήσει ενιαία ταυτότητα; Χωρίσατε χαρακτήρες και σκηνές ή επιτρέψατε ο ένας στον άλλον να επεμβαίνει και να ξαναγράφει το υλικό μέχρι να μην είναι πλέον εμφανές σε ποιον ανήκε η αρχική ιδέα;
Γ.Κ.: Στο συγκεκριμένο μυθιστόρημα, είναι σχεδόν αδύνατο να διακρίνει κάποιος συρραφή ή διαφορετικές αφηγηματικές φωνές. Ήταν κάτι για το οποίο δεν καταβάλλαμε ιδιαίτερη προσπάθεια και νομίζω πως έχει να κάνει με τη δημιουργική μας χημεία. Είμαστε, άλλωστε, φίλοι από παλιά και νομίζω πως έπαιξε κι αυτό σημαντικό ρόλο. Υπήρχε ένα γενικό πλάνο και καταμερισμός εργασίας από την αρχή. Όμως από εκεί και πέρα, αφήσαμε τους χαρακτήρες (που ήταν ιδιαίτερα δυνατοί) και την έρευνα, να οδηγήσουν την πλοκή και την εξέλιξη. Παρά τον όγκο της δουλειάς, περάσαμε πολύ καλά κατά τη διάρκεια της συγγραφής του βιβλίου. Το ευχαριστηθήκαμε πραγματικά.
Ο Γιώργος Κλάγκος έχει ασχοληθεί ιδιαίτερα με τη λογοτεχνία τρόμου, έχοντας μάλιστα μεταφράσει πρόσφατα και διηγήματα του Algernon Blackwood, ενώ ο Χρήστος Σμυρναίος φέρνει στη γραφή του σπουδές στον ευρωπαϊκό πολιτισμό, τη θεωρία της λογοτεχνίας και μια έντονη κινηματογραφική ματιά. Πώς συναντήθηκαν αυτές οι διαφορετικές δημιουργικές αποσκευές στην ατμόσφαιρα, στον ρυθμό και στην ιστορική διάσταση της «Πύλης της Μέδουσας»;
Γ.Κ.: Έχουμε παρόμοια γούστα, είμαστε από μικροί φανατικοί αναγνώστες της Φανταστικής λογοτεχνίας -αλλά και της καλής λογοτεχνίας γενικότερα- μας αρέσει το σινεμά και η μουσική όμως το κυριότερο είναι ότι ο καθένας μας έχει κάτι να πει. Αν δεν έχεις κάτι ουσιαστικό να πεις, είναι καλύτερο να σιωπάς. Στο συγκεκριμένο βιβλίο θέλαμε να στήσουμε ένα δυνατό υπόβαθρο και να δουλέψουμε τους χαρακτήρες σε βάθος. Να δημιουργήσουμε ατμόσφαιρα και να ατενίσουμε το νησί, μέσα από μια φασματική ματιά. Να κερδίσουμε τον αναγνώστη, πριν καν ξεκινήσει ο αγωνιώδης ρυθμός και η καταιγιστική δράση.
Πιστεύετε ότι η δύναμη της λογοτεχνίας μπορεί από μόνη της να αναδιαμορφώσει τον τρόπο με τον οποίο οι άνθρωποι βλέπουν τα βιβλία και την ανάγνωση; Μπορεί ένα μυθιστόρημα που συνδέει την ελληνική μυθολογία, την Ιστορία του 20ού αιώνα και τον υπερφυσικό τρόμο να κάνει τον αναγνώστη να αντιμετωπίσει τους αρχαίους μύθους όχι ως ακίνητες αφηγήσεις του παρελθόντος, αλλά ως ζωντανούς τρόπους ερμηνείας των σύγχρονων φόβων; Ποια είναι η δική σας άποψη;
Γ.Κ.: Νομίζω ότι ένα καλό βιβλίο, μπορεί να χαραχτεί μέσα σου για πάντα. Η Πύλη της Μέδουσας χρησιμοποιεί αρχέτυπα της λογοτεχνίας τρόμου, προκειμένου να αφηγηθεί, μια ευαίσθητη, βαθιά ανθρώπινη ιστορία. Ζούμε με τον φόβο από την πρώτη στιγμή της ύπαρξης μας. Η διαβρωτική του δύναμη, ωστόσο, φαντάζει πλέον σαρωτική, καθώς αυτή είναι η εποχή της απόλυτης εργαλειοποίησής του. Το ζήτημα είναι, λοιπόν, αν θα του επιτρέψουμε να μας καταβάλλει.

