Στην εφημερίδα «CorfuPress» φιλοξενούμε την εξαίρετη κυρία Ανδρομάχη Μαντζανίδου, δημιουργό του BookTherapy by Andromachi, με αφορμή τη διαδρομή της στον χώρο του βιβλίου, της ανάγνωσης και της γραφής. Μέσα από την παρουσία της στα social media μιλά για βιβλία, μοιράζεται σκέψεις, προτείνει ιστορίες και δημιουργεί έναν ήρεμο χώρο επικοινωνίας με ανθρώπους που αγαπούν τη λογοτεχνία.
Παράλληλα, έχει δημοσιεύσει στο Fractal τα διηγήματα «Θα μιλήσω», «Χρόνια πολλά. 22 Δεκέμβρη», «Ασπρόμαυρα όνειρα» και «Εκεί στο σκοτεινό δάσος». Διηγήματα της έχουν διακριθεί σε λογοτεχνικούς διαγωνισμούς και κυκλοφορούν σε συλλογικές εκδόσεις και το παιδικό βιβλίο της «Μένη η φαντασμένη» κυκλοφόρησε για πρώτη φορά το 2014. Πίσω από την αναγνώστρια υπάρχει και μια δημιουργός που παρατηρεί, αισθάνεται και αφήνει τις ιστορίες να βρουν τον δρόμο τους.
Συνέντευξη στη δημοσιογράφο-συγγραφέα Νεκταρία Βαρσαμή-Πουλτσίδη
Κυρία Μαντζανίδου, μέσα από το BookTherapy by Andromachi έχετε δημιουργήσει έναν χώρο αφιερωμένο στα βιβλία και στους ανθρώπους που τα αγαπούν. Τι σημαίνει για εσάς αυτή η επαφή με την ανάγνωση: είναι περισσότερο ανάγκη έκφρασης, τρόπος επικοινωνίας ή μια μορφή προσωπικής θεραπείας;
Α.Μ.: Σίγουρα αποτελεί έναν συνδυασμό και των τριών. Η ανάγκη αυτή προέκυψε επειδή δεν έχω στο άμεσο περιβάλλον μου άτομα που συμμερίζονται την ίδια αγάπη για το βιβλίο. Έτσι, αδυνατούσα να μοιραστώ τον προβληματισμό ή τον ενθουσιασμό που μου προξένησε κάποιο κείμενο ή τη θλίψη μου για κάποια δυσάρεστη εμπειρία ενός λογοτέχνη που μετουσιώθηκε σε κείμενο. Ταυτόχρονα, τα βιβλία και η ανάγνωσή τους αποτελούσαν πάντα ένα προσωπικό καταφύγιο, έναν τρόπο αποσύνδεσης του μυαλού όταν το σώμα έπρεπε να παραμείνει εκεί που βρίσκεται. Η ιδέα για τη δημιουργία του BookTherapy By Andromachi προέκυψε αυθόρμητα ένα βράδυ, σε μία περίοδο που δημιουργούσα ένα δικό μου σεμινάριο και διάβαζα αρκετά κλασικά έργα. Το σεμινάριο δεν το έχω προωθήσει κάπου και αυτός ήταν ο τρόπος μου να επικοινωνήσω λίγες πληροφορίες σε ανθρώπους που θα ενδιαφέρονταν να ακούσουν αυτά που είχα να πω. Ακόμη, όντας μαμά πλήρους απασχόλησης, το κανάλι λειτουργεί ως ένα είδος ψυχοθεραπείας, ένας τρόπος «να διώχνω τη σκόνη της καθημερινότητας», όπως έλεγε κι ο Picaso, ενώ διεκπεραιώνω υποχρεώσεις και καθημερινές αγγαρείες. Είναι ένας χώρος έκφρασης, δημιουργίας, ψυχαγωγίας κι επαφής με ανθρώπους που έχουν κοινά ενδιαφέροντα.
Παράλληλα με την παρουσία σας ως αναγνώστρια και book creator, γράφετε και δικά σας κείμενα, τα οποία έχουν δημοσιευτεί στο Fractal. Πότε καταλάβατε ότι δεν θέλετε μόνο να διαβάζετε ιστορίες, αλλά και να δίνετε φωνή στις δικές σας;
Α.Μ.: Από πολύ μικρή έγραφα ιστορίες, από τότε που άρχισα να γράφω. Όμως επειδή ανέκαθεν θαύμαζα τους λογοτέχνες και τους θεωρούσα φωτεινά πλάσματα, πίστευα πως εγώ δεν θα καταφέρω να γίνω κομμάτι μιας τέτοιας ελίτ. Επίσης, δεν είχα ιδέα ότι η συγγραφή αποτελεί 90/100 σβήσιμο και 10/100 κείμενο που κρατάμε. Πίστευα εσφαλμένα πως η πρώτη γραφή είναι το τελικό κείμενο. Έτσι, πάντα καταλάβαινα ότι κάτι κλωτσάει στο κείμενο μου και αντί να το διορθώσω, το πετούσα. Περισσότερα έχω πετάξει, παρά έχω αποθηκεύσει. Πλέον, γνωρίζω πως η συγγραφή είναι «δημιουργικό σβήσιμο», όπως λέει η Σοφία Νικολαΐδου και λιγότερο «δημιουργικό γράψιμο».
Στα διηγήματά σας διακρίνεται μια ευαισθησία απέναντι στους ανθρώπους που κουβαλούν μέσα τους κάτι ανείπωτο. Τι σας συγκινεί περισσότερο όταν ξεκινάτε να γράφετε: ένας χαρακτήρας, μια εικόνα, μια φράση ή ένα συναίσθημα που ζητά να ειπωθεί;
Α.Μ.: Κάθε φορά είναι κάτι διαφορετικό. Μπορεί να είναι οι λέξεις που δεν ειπώθηκαν και κατέληξαν σε κάποιο αυτοάνοσο ή μια συμπεριφορά που στα μάτια των πολλών φαντάζει αδικαιολόγητη. Έχω ακόμη φράσεις στο μυαλό μου από την παιδική μου ηλικία που ξεστόμισαν μεγαλύτεροι πιστεύοντας πως τα παιδιά δεν ακούμε. Κάποιες φορές αυτές οι φράσεις είναι το έναυσμα για να χτιστεί μια ιστορία. Κάποιες άλλες φορές είναι μια φωτογραφία, όπως στα δύο κείμενα στο Fractal, κι εκεί λειτουργεί κυρίως η φαντασία και το συναίσθημα που μου προκαλεί η συγκεκριμένη φωτογραφία. Πολλές φορές είναι μια εικόνα στην καθημερινότητα, μια μικρή λεπτομέρεια που θα παρατηρήσω, μια κουβέντα από μια μαμά στο παιδί της, ένα κλάμα παιδιού που κρύβει παράπονο, χειραγώγηση ή έκκληση για όρια που ζητά να μπουν. Μετά σκέφτομαι τι μπορεί να κρύβει από πίσω όλο αυτό. Σκέφτομαι το τραύμα που κουβαλά ο ήρωας και πώς αυτό εκδηλώνεται. Ποτέ δεν ονομάζω το τραύμα. Πάντα όμως οι ήρωες κουβαλούν κάτι, όπως όλοι μας. Δυστυχώς, είναι βολικό να βάζουμε ταμπέλες στους ανθρώπους γιατί είναι πιο ασφαλής ο εγκέφαλος όταν τα έχει όλα σε τάξη. Όταν όμως θέλεις να δεις πίσω από τη συμπεριφορά της έφηβης που ξενυχτάει κάθε βράδυ σε άλλο σπίτι, μπορεί να ανακαλύψεις πως κάτι υπάρχει που την απωθεί από το δικό της σπίτι. Αυτό μ’ ενδιαφέρει να δω.
Νιώθετε ότι οι ιστορίες έρχονται σε εσάς σαν φωνές που πρέπει να ακούσετε ή σαν κομμάτια του εαυτού σας που ζητούν ελευθερία και χώρο να εκφραστούν;
Α.Μ.: Είναι περισσότερο κομμάτια του εαυτού μου που ζητούν να εκφραστούν, είναι λέξεις που δεν ειπώθηκαν, είναι μυθοπλασία με εικόνες που μπορεί να έχω δει, φαντασία υφασμένη με κάποια παλιά πληγή, κάποιο βίωμα κοντινού μου ανθρώπου ή κάποιο διαγενεακό τραύμα. Στα διηγήματα που έχουν ακραίες καταστάσεις, είναι κυρίως έρευνα για κάποια διαταραχή ή για κάποια κατάσταση και μια φωνή που ζητά ακρόαση.
Ζούμε σε μια εποχή όπου το βιβλίο προβάλλεται μέσα από εικόνες, reels και σύντομα κείμενα. Πώς κρατάτε την ουσία της ανάγνωσης μέσα σε αυτόν τον γρήγορο ψηφιακό ρυθμό, χωρίς να χαθεί η αληθινή επαφή με το βιβλίο και τον άνθρωπο πίσω από αυτό;
Α.Μ.: Πράγματι, προβάλλονται τόσα πολλά βιβλία που κάποιες φορές αγχώνεσαι γιατί θέλεις να διαβάσεις περισσότερα. Όμως η ανάγνωση έχει διαφορετικό ρυθμό για τον καθένα μας. Κι έπειτα, καθένας μας έχει διαφορετικές αναγνωστικές προτιμήσεις. Έχω αγοράσει βιβλία που προτάθηκαν στο booktok και κάποια από αυτά έγινα αγαπημένα. Κάποια όχι.
Η ενασχόληση με τα βίντεο γύρω από το βιβλίο πολλές φορές σε αποσυντονίζει από την ανάγνωση, αλλά σε φέρνει κοντά στον λόγο που ξεκίνησαν αυτά τα βίντεο εξ’ αρχής, τη διάδοση της φιλαναγνωσίας. Υπάρχουν διαστήματα που ασχολούμαι περισσότερο με τα βίντεο και λιγότερο με την ανάγνωση. Επίσης, όλο αυτό το διάστημα που διατηρώ το κανάλι, γράφω ελάχιστα. Ας είμαστε ρεαλιστές, η μέρα έχει 24 ώρες και τις έξι από αυτές κοιμόμαστε. Μέσα στις υπόλοιπες ώρες κάνουμε διεκπεραιωτικά πράγματα και προσπαθούμε να ισορροπήσουμε προσωπική υγιεινή, φροντίδα του σπιτιού και της οικογένειας και ανάγνωση. Υπάρχουν μέρες που δεν θα προλάβω να διαβάσω. Αλλά είναι ελάχιστες αυτές οι μέρες. Το διάβασμα είναι καθημερινή ρουτίνα, όπως είναι το πλύσιμο των δοντιών και οι διατάσεις. Έχει πλέον ενσωματωθεί στην καθημερινότητα. Βέβαια, δεν έχω υψηλές προσδοκίες από τον εαυτό μου. Δεν έχω την πολυτέλεια να διαβάζω ένα βιβλίο σ’ ένα απόγευμα. Συνήθως, διαβάζω περισσότερο την περίοδο των διακοπών. Τον υπόλοιπο χρόνο η ανάγνωση ενός βιβλίου συνοδευόμενη από έναν καφέ είναι ιεροτελεστία, είναι η υπέροχη ώρα που αφιερώνω στον εαυτό μου. Αν δεν τα καταφέρω μια μέρα, υπάρχει πάντα η νύχτα. Κι αν κλείσουν τα μάτια μου τη νύχτα, με συμπονώ. Πάντα υπάρχει η επόμενη μέρα.

