Μια ιστορία βασισμένη σε αληθινά γεγονότα, για ένα κορίτσι που ξεριζώθηκε από τη Σμύρνη, βρέθηκε αντιμέτωπο με την πιο σκληρή όψη της ζωής και κατάφερε να γίνει μνήμη, τραγούδι, πληγή και αγάπη που δεν σβήνει.
Στην εφημερίδα «CorfuPress» φιλοξενούμε τον συγγραφέα κύριο Βασίλη Κασσάρα, με αφορμή το μυθιστόρημά του «Θυγατέρα: Το κορίτσι με τα κόκκινα μαλλιά», που κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις ΕΞΗ. Ο Βασίλης Κασσάρας γεννήθηκε το 1974 και μεγάλωσε στη Λιβαδειά, ενώ σήμερα ζει στην Αθήνα, κρατώντας πάντα έναν ιδιαίτερο δεσμό με τα Κύθηρα, τόπο που φαίνεται να λειτουργεί μέσα του σαν καταφύγιο, σαν μνήμη και σαν αφετηρία ιστοριών. Σπούδασε δημοσιογραφία και σενάριο, εργάστηκε για χρόνια στον χώρο των μέσων ενημέρωσης και αργότερα επέλεξε μια διαφορετική διαδρομή, δίνοντας περισσότερο χώρο στη συγγραφή και σε εκείνο το δημιουργικό κομμάτι του εαυτού του που ήθελε από παιδί να πλάθει κόσμους.
Στη συγγραφική του πορεία έχουν ήδη προηγηθεί οι «Μοίρες», ενώ ποιήματά του έχουν διακριθεί από την Πανελλήνια Ένωση Λογοτεχνών. Από τις Εκδόσεις ΕΞΗ κυκλοφορεί επίσης το βιβλίο του «Μάμουσα: Η φωνή της σιωπής», ένα έργο που ανέδειξε την ικανότητά του να πλησιάζει γυναικείες ψυχές τραυματισμένες, αλλά όχι ηττημένες. Με τη «Θυγατέρα», ο συγγραφέας επιστρέφει σε μια ιστορία που πατά πάνω σε αληθινά γεγονότα και μιλά για την αποδοχή, την απώλεια, τη μνήμη και την αναγέννηση.
Στο κέντρο του μυθιστορήματος βρίσκεται η Νίτσα, μια γυναίκα που αφήνει τα Κύθηρα και επιστρέφει στον Πειραιά, εκεί όπου κάποτε έφτασε δεκατριών χρονών, προσφυγοπούλα από τη Σμύρνη. Το ταξίδι αυτό δεν είναι απλώς μετακίνηση στον χώρο. Είναι κάθοδος στη μνήμη. Η Νίτσα θυμάται τη μητέρα της, τη Δέσπω, τον αδερφό της, τον Γεράσιμο, το λιμάνι της Σμύρνης, τον πανικό του ξεριζωμού, τη θάλασσα που την κατάπιε και την ίδια στιγμή την ξαναγέννησε. Από εκεί και πέρα, η ζωή της γίνεται ένας δρόμος γεμάτος φόβο, πείνα, κακοποίηση, επιβίωση και σιωπές.
Στον Πειραιά, το Ίδρυμα γίνεται ο τόπος όπου η Νίτσα θα χάσει και θα ξαναφτιάξει κομμάτια του εαυτού της. Εκεί, μέσα σε έναν κόσμο γυναικών που άλλοι τις θέλησαν χωρίς να τις ρωτήσουν και άλλοι τις κοίταξαν χωρίς να τις δουν, θα γίνει η Γιαγκίνι, το κορίτσι με τα κόκκινα μαλλιά και τα πράσινα μάτια, μια μορφή που περνά από τον πόνο στον μύθο. Δίπλα της στέκονται η Ντώτα και η μαντάμ Ρενέ, πρόσωπα που δεν μπορούν να διαβαστούν εύκολα μόνο ως σωτήρες ή μόνο ως θύτες, γιατί η ζωή σπάνια χαρίζει τέτοιες καθαρές απαντήσεις. Και ύστερα υπάρχει ο Φώτης, ο ναυτικός που την αγαπά βλέποντας πίσω από τη λάμψη, πίσω από το όνομα, πίσω από τον μύθο της Γιαγκίνι. Ένα μυθιστόρημα για τις γυναίκες που τις είπαν «θυγατέρες», αλλά συχνά τους στέρησαν το δικαίωμα να είναι κόρες, αδελφές, αγαπημένες, άνθρωποι.
Συνέντευξη στη Νεκταρία Βαρσαμή-Πουλτσίδη
Κύριε Κασσάρα, στη «Θυγατέρα» η Νίτσα επιστρέφει από τα Κύθηρα στον Πειραιά, στο ίδιο λιμάνι όπου κάποτε έφτασε παιδί, ξεριζωμένη από τη Σμύρνη. Γιατί επιλέξατε να ξεκινήσει η αφήγηση από αυτή την επιστροφή μιας ώριμης πλέον γυναίκας προς τον τόπο του πρώτου της τραύματος;
Β.Κ.: Πιστεύω πως όλοι οι άνθρωποι, όσο κι αν προχωρήσουν στη ζωή τους, κουβαλούν μέσα τους έναν τόπο στον οποίο επιστρέφουν ξανά και ξανά. Όχι πάντα επειδή το θέλουν. Αλλά επειδή εκεί γεννήθηκαν οι πιο βαθιές τους μνήμες.
Η Νίτσα επιστρέφει στον Πειραιά για τον ίδιο λόγο που επιστρέφουμε όλοι στον δικό μας τόπο και δη στις πιο δύσκολες στιγμές μας: όχι για να τις ξαναζήσουμε, αλλά για να τις καταλάβουμε. Το τραύμα δεν παύει να υπάρχει επειδή πέρασαν τα χρόνια. Απλώς αλλάζει μορφή και μαθαίνει να ζει σιωπηλά μέσα μας.
Ήθελα, λοιπόν, η αφήγηση να ξεκινήσει από μια γυναίκα που κοιτάζει πίσω χωρίς να αναζητά εκδίκηση, αλλά νόημα. Επειδή η μνήμη, όσο επώδυνη κι αν είναι, μπορεί να γίνει ένας τρόπος συμφιλίωσης. Κι αυτή η επιστροφή δεν αφορά μόνο τη Νίτσα. Αφορά όλους μας. Γιατί κάποια στιγμή χρειάζεται να γυρίσουμε εκεί όπου πληγωθήκαμε, για να καταλάβουμε πώς καταφέραμε να συνεχίσουμε να ζούμε
H Νίτσα να χάνει το χέρι της μητέρας της, να φωνάζει τη Δέσπω και τον Γεράσιμο, και να παλεύει μέσα στο πλήθος και στη θάλασσα, είναι από τις πιο δυνατές στιγμές του αποσπάσματος. Πώς δουλέψατε λογοτεχνικά ένα τόσο βαρύ ιστορικό και ανθρώπινο τραύμα, ώστε να μην γίνει απλώς περιγραφή φρίκης, αλλά μνήμη που ανασαίνει ακόμη;
Β.Κ.: Η Μικρασιατική Καταστροφή έχει καταγραφεί από την Ιστορία. Εκείνο που με ενδιέφερε ήταν να καταγραφεί η σιωπή ενός παιδιού.
Δεν ήθελα να περιγράψω τη φωτιά, τις κραυγές ή τον πανικό μόνο ως γεγονότα. Ήθελα ο αναγνώστης να νιώσει τη μικρή παλάμη που χάνει ξαφνικά το χέρι της μητέρας της.
Ένα παιδί δεν αντιλαμβάνεται την Ιστορία. Αντιλαμβάνεται μόνο την απουσία.
Πολλές φορές η λογοτεχνία γίνεται πιο δυνατή όταν ψιθυρίζει, αντί να φωνάζει. Έτσι, προσπάθησα να αφήσω χώρο στη σιωπή, στα βλέμματα, στις μικρές κινήσεις που κουβαλούν περισσότερο πόνο από οποιαδήποτε περιγραφή.
Η Ιστορία έχει ανάγκη από στοιχεία.
Η λογοτεχνία έχει ανάγκη από ανθρώπους.
Κι εγώ, γράφοντας αυτή τη σκηνή, ήθελα πάνω απ’ όλα να μείνει ζωντανό το παιδί και όχι μόνο η καταστροφή, που το σημάδεψε
Ο τίτλος «Θυγατέρα» μοιάζει να αφορά τη Νίτσα, αλλά όσο προχωρά η ιστορία ανοίγει και χωρά πολλές γυναίκες, πολλές χαμένες κόρες, πολλές ψυχές που ζητούν να ακουστούν. Τι σημαίνει για εσάς αυτή η λέξη μέσα στο βιβλίο; Είναι σχέση αίματος, ταυτότητα, πληγή ή μια μορφή δικαίωσης;
Β.Κ.: Για μένα, η λέξη «Θυγατέρα» είναι ίσως η πιο σημαντική λέξη ολόκληρου του βιβλίου.
Κάποτε όλες αυτές οι γυναίκες ήταν απλώς θυγατέρες. Πριν γίνουν πρόσφυγες. Πριν γίνουν πόρνες. Πριν γίνουν ανεπιθύμητες. Πριν αποκτήσουν ένα όνομα που τους έδωσε η κοινωνία αντί για εκείνο που τους χάρισαν οι γονείς τους.
Ήθελα ο τίτλος να θυμίζει κάτι που συχνά ξεχνάμε: ότι κανένας άνθρωπος δεν γεννιέται με το στίγμα που θα κουβαλήσει αργότερα. Γεννιέται παιδί. Με όνειρα, φόβους και μια ζωή που περιμένει να ανθίσει.
Αν η λέξη «Θυγατέρα» λειτουργεί τελικά ως δικαίωση, είναι γιατί επιστρέφει σε αυτές τις γυναίκες αυτό που η κοινωνία προσπάθησε να τους στερήσει: την ανθρώπινη υπόστασή τους!
Η Νίτσα μεταμορφώνεται στη θρυλική Γιαγκίνι, στο κορίτσι με τα κόκκινα μαλλιά, τα πράσινα μάτια και τη γλυκιά φωνή. Πόσο δύσκολο ήταν να χτίσετε αυτή τη διπλή εικόνα: από τη μία το παιδί που κουβαλά απώλειες και βία, και από την άλλη τη γυναίκα που γίνεται μύθος στα μάτια των άλλων;
Β.Κ.: Η Γιαγκίνι ήταν ένας δύσκολος χαρακτήρας, γιατί έπρεπε να ισορροπήσει ανάμεσα σε δύο αλήθειες.
Η πρώτη είναι εκείνη που βλέπουν οι άνθρωποι γύρω της: μια γυναίκα σχεδόν μυθική, με τα κόκκινα μαλλιά, τα πράσινα μάτια και μια παρουσία που μένει αξέχαστη.
Η δεύτερη είναι εκείνη που γνωρίζει μόνο ο αναγνώστης: το κορίτσι που κάποτε λεγόταν Νίτσα και κουβαλά ακόμη μέσα του την εικόνα της μητέρας του, τον ξεριζωμό, τη μοναξιά και την ανάγκη να ανήκει κάπου.
Με ενδιέφερε πολύ αυτή η αντίθεση. Βλέπετε, πολλές φορές θαυμάζουμε τους ανθρώπους χωρίς να γνωρίζουμε το τίμημα που πλήρωσαν για να φτάσουν εκεί όπου τους συναντήσαμε.
Η Γιαγκίνι δεν γίνεται μύθος επειδή έπαψε να πονά. Γίνεται μύθος επειδή έμαθε να συνεχίζει παρά τον πόνο της.
Το Ίδρυμα, ένας χώρος σκοτεινός, γεμάτος γυναίκες, μυστικά, ανάγκη, πληρωμένο έρωτα, φόβο αλλά και ιδιότυπες σχέσεις προστασίας. Πώς προσεγγίσατε έναν τόσο δύσκολο χώρο, χωρίς να αφαιρέσετε την τραγικότητά του, αλλά και χωρίς να στερήσετε από τις γυναίκες του την ανθρωπιά τους;
Β.Κ.: Δεν θέλησα ποτέ να γράψω για έναν τόπο αμαρτίας. Θέλησα να γράψω για έναν τόπο ανθρώπων.
Το Ίδρυμα είναι ένας χώρος όπου η κοινωνία συγκεντρώνει όσους δεν θέλει να βλέπει. Κι όμως, πίσω από τους τοίχους του συνεχίζουν να υπάρχουν φιλίες, συγκρούσεις, χιούμορ, τρυφερότητα, ζήλια, αλληλεγγύη, αγάπη. Συνεχίζει, δηλαδή, να υπάρχει ζωή.
Υπήρχαν στιγμές που ένιωθα πως δεν έγραφα εγώ το Ίδρυμα· εκείνο μου αποκάλυπτε σιγά σιγά τα μυστικά του. Κάθε δωμάτιο έκρυβε μια ιστορία. Κάθε γυναίκα έναν ολόκληρο κόσμο που οι περισσότεροι δεν μπήκαν ποτέ στον κόπο να γνωρίσουν.
Αυτό ήταν και το μεγαλύτερο στοίχημα του βιβλίου. Να μην κοιτάξει ποτέ αυτές τις γυναίκες μέσα από το επάγγελμά τους, αλλά μέσα από την ανθρώπινη διαδρομή τους.
Η Ντώτα, η μαντάμ Ρενέ και ο Φώτης συναντούν τη Νίτσα σε διαφορετικά σημεία της ζωής της, ο καθένας με τον δικό του τρόπο. Πόσο σας ενδιέφερε να δείξετε ότι ακόμη και μέσα σε έναν κόσμο βίας και εκμετάλλευσης μπορούν να υπάρξουν δεσμοί, φροντίδα ή αγάπη που δεν χωρούν σε εύκολες κατηγορίες;
Β.Κ.: Στη ζωή δεν υπάρχουν μόνο άνθρωποι που μας πληγώνουν και άνθρωποι που μας σώζουν. Τις περισσότερες φορές οι ίδιοι άνθρωποι κουβαλούν και τις δύο δυνατότητες μέσα τους.
Η Ντώτα, η Ρενέ και ο Φώτης είναι τρεις εντελώς διαφορετικοί κόσμοι. Κι όμως, ο καθένας γίνεται για τη Νίτσα μια μορφή καταφυγίου. Άλλοτε με έναν λόγο, άλλοτε με μια σιωπή και άλλοτε με μια αγάπη που δεν ζητά αντάλλαγμα.
Ήθελα να δείξω πως ακόμη και στα πιο σκοτεινά μέρη, ο άνθρωπος συνεχίζει να αναζητά αυτό, που τον κρατά όρθιο: έναν δεσμό. Κάποιον που θα τον κοιτάξει χωρίς να τον μετρήσει με όσα του συνέβησαν· που θα τον δει όχι ως αυτό που μοιάζει να είναι, αλλά με αυτό που πραγματικά είναι.
Ίσως τελικά αυτό να είναι το μεγαλύτερο αντίβαρο απέναντι στη βία. Η δυνατότητα να αγαπήσουμε και να αγαπηθούμε, ακόμη κι όταν όλα γύρω μας μοιάζουν να το αρνούνται.
Το μυθιστόρημα μιλά για τον ξεριζωμό, τη μνήμη που αρνείται να σβήσει, τη γυναικεία κακοποίηση, την επιβίωση, αλλά και την αγάπη που βρίσκει δρόμο μέσα από τα πιο σκοτεινά περάσματα. Πιστεύετε ότι η δύναμη της λογοτεχνίας μπορεί από μόνη της να αναδιαμορφώσει τον τρόπο με τον οποίο οι άνθρωποι βλέπουν τα βιβλία, την ανάγνωση και τις σιωπηλές ιστορίες των γυναικών, που η Ιστορία άφησε στο περιθώριο; Ποια είναι η δική σας άποψη;
Β.Κ.: Δεν ξέρω αν η λογοτεχνία μπορεί να αλλάξει τον κόσμο. Η Ιστορία μάς έχει δείξει ότι ο κόσμος αλλάζει δύσκολα.
Ξέρω, όμως, πως μπορεί να αλλάξει τον τρόπο με τον οποίο ένας άνθρωπος κοιτάζει έναν άλλον άνθρωπο. Και πολλές φορές αυτή είναι η αρχή κάθε ουσιαστικής αλλαγής.
Η λογοτεχνία μάς χαρίζει ένα σπάνιο προνόμιο: μας επιτρέπει να κατοικήσουμε, έστω για λίγο, μέσα στη ζωή κάποιου άλλου -να τον «ενδυθούμε». Να αισθανθούμε τον φόβο του, την ελπίδα του, την απώλειά του. Όταν συμβεί αυτό, οι λέξεις «διαφορετικός», «ξένος», «στιγματισμένος» αρχίζουν να μικραίνουν. Στη θέση τους μένει μόνο ο άνθρωπος.
Οι γυναίκες της «Θυγατέρας» δεν ζητούν να τις λυπηθούμε. Ζητούν να τις θυμόμαστε. Για αυτό τον λόγο, κάθε φορά που η Ιστορία αφήνει κάποιες φωνές στο περιθώριο, η λογοτεχνία έχει χρέος να σκύβει πάνω τους και να τις ακούει.
Αν, κλείνοντας το βιβλίο, ο αναγνώστης σταθεί έστω για μια στιγμή πριν κρίνει τον άνθρωπο που έχει απέναντί του, θα αισθανθώ πως η ιστορία της Νίτσας, της Γιαγκίνι, της Ντώτας και της Ρενέ βρήκε πραγματικά τον δρόμο της. Γιατί τα βιβλία ίσως να μη μπορούν να αλλάξουν την Ιστορία. Μπορούν όμως να αλλάξουν τη μνήμη με την οποία επιλέγουμε να τη διαβάζουμε.

