Τα τελευταία χρόνια, και ιδιαίτερα τα καλοκαίρια, παρατηρείται ένα ιδιαίτερα ενδιαφέρον κοινωνικό φαινόμενο. Σε κάθε γωνιά της Ελλάδας, από τα ορεινά χωριά μέχρι τα νησιά, τα παραδοσιακά πανηγύρια γνωρίζουν μια εντυπωσιακή αναγέννηση. Το πιο αισιόδοξο στοιχείο αυτής της εξέλιξης είναι ότι στους κύκλους του χορού κυριαρχούν οι νέοι άνθρωποι. Νέες και νέοι που αναζητούν κάτι περισσότερο από μια ακόμη βραδινή έξοδο. Αναζητούν τη συλλογικότητα, τη γνήσια διασκέδαση, την ανθρώπινη επαφή και την αίσθηση του «ανήκειν».
Καθοριστικό ρόλο σε αυτή την εξέλιξη έχουν διαδραματίσει οι εκατοντάδες πολιτιστικοί και χορευτικοί σύλλογοι που δραστηριοποιούνται σε κάθε γωνιά της χώρας. Με αθόρυβη αλλά συστηματική δουλειά, διδάσκουν όλον τον χρόνο παραδοσιακούς χορούς, τραγούδια, ήθη και έθιμα, φέρνοντας χιλιάδες παιδιά και νέους σε επαφή με τη λαϊκή μας παράδοση. Οι καλοκαιρινοί κύκλοι των πανηγυριών δεν δημιουργήθηκαν τυχαία. Είναι ο καρπός μιας επίμονης προσπάθειας ανθρώπων που υπηρετούν τον πολιτισμό χωρίς προβολή και χωρίς ιδιοτέλεια.
Δεν πρόκειται, όμως, μόνο για μια πολιτιστική επιλογή. Είναι και μια κοινωνική απάντηση στις συνθήκες της εποχής μας. Η διασκέδαση έχει γίνει ολοένα και πιο ακριβή για τη μεγάλη πλειοψηφία των πολιτών. Η ακρίβεια, η συμπίεση των εισοδημάτων και οι κυβερνητικές πολιτικές που επιβαρύνουν διαρκώς το κόστος ζωής έχουν μετατρέψει ακόμη και μια απλή έξοδο σε πολυτέλεια για πολλές οικογένειες και ιδιαίτερα για τους νέους. Μέσα σε αυτή την πραγματικότητα, το παραδοσιακό πανηγύρι παραμένει ένας από τους ελάχιστους χώρους όπου η ψυχαγωγία παραμένει προσιτή, συλλογική και ανθρώπινη.
Δεν είναι τυχαίο, επίσης, ότι αυτή η αναβίωση ακολούθησε τα χρόνια της πανδημίας. Ο πολύμηνος εγκλεισμός, η κοινωνική απομόνωση και η επικοινωνία μέσα από οθόνες έκαναν ακόμη πιο έντονη την ανάγκη των ανθρώπων να συναντηθούν ξανά, να τραγουδήσουν, να χορέψουν και να μοιραστούν κοινές εμπειρίες. Τα πανηγύρια ήρθαν να καλύψουν αυτή τη βαθιά ανθρώπινη ανάγκη για συνύπαρξη, για πραγματικές σχέσεις και για συλλογική έκφραση.
Ως δάσκαλος, δεν μπορώ παρά να βλέπω σε αυτή την εξέλιξη μια βαθιά παιδαγωγική αξία. Για χρόνια πιστεύαμε ότι η παράδοση απομακρύνεται από τη νέα γενιά. Σήμερα αποδεικνύεται ότι οι νέοι δεν απέρριψαν ποτέ την παράδοση. Απέρριψαν τον τρόπο με τον οποίο πολλές φορές τους παρουσιάστηκε: ως κάτι ξεπερασμένο, υποχρεωτικό ή μουσειακό. Όταν όμως η παράδοση βιώνεται αυθεντικά, όταν συνοδεύεται από τη χαρά της συνύπαρξης, της μουσικής και του χορού, τότε γίνεται ξανά ελκυστική.
Το πανηγύρι δεν είναι μια απλή μουσική εκδήλωση. Είναι ένας από τους σημαντικότερους θεσμούς της λαϊκής μας παράδοσης. Είναι ο τόπος όπου η ιστορία, η μουσική, ο χορός, η γλώσσα, τα ήθη και τα έθιμα μεταφέρονται από γενιά σε γενιά χωρίς βιβλία και θεωρίες. Εκεί η παράδοση δεν διδάσκεται. Βιώνεται.
Οι παραδοσιακοί χοροί, άλλωστε, διδάσκουν κάτι που συχνά λείπει από τη σύγχρονη κοινωνία: τη συνεργασία. Στον κύκλο του χορού δεν υπάρχουν πρωταγωνιστές και θεατές. Υπάρχουν άνθρωποι που κρατιούνται από το χέρι, ακολουθούν έναν κοινό ρυθμό, σέβονται ο ένας τον άλλον και δημιουργούν όλοι μαζί μια συλλογική εμπειρία. Είναι ένα σπουδαίο μάθημα δημοκρατίας, ισότητας και κοινωνικότητας.
Κι όμως, ακριβώς τη στιγμή που τα πανηγύρια ξαναβρίσκουν τη δυναμική τους, εμφανίζονται και σοβαροί κίνδυνοι. Ο υπερτουρισμός, η εμπορευματοποίηση και η λογική της εύκολης κατανάλωσης απειλούν να αλλοιώσουν τον χαρακτήρα τους. Σε αρκετές περιπτώσεις το πανηγύρι μετατρέπεται σε «αξιοθέατο», σε σκηνικό για φωτογραφίες και βίντεο, σε ακόμη μία εμπειρία προς κατανάλωση στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης.
Μαζί με αυτό αναπτύσσεται και μια κουλτούρα επιφανειακής παρουσίας, η γνωστή κουλτούρα των «φασαίων». Άνθρωποι που δεν έρχονται για να συμμετάσχουν, αλλά για να φανούν. Που αντιμετωπίζουν το πανηγύρι ως μια καλοκαιρινή τάση και όχι ως μια βαθιά πολιτιστική εμπειρία. Όταν η εικόνα υπερισχύει της ουσίας, η παράδοση κινδυνεύει να μετατραπεί σε διακοσμητικό σκηνικό.
Εξίσου ανησυχητική είναι και η αλλοίωση του μουσικού χαρακτήρα πολλών πανηγυριών. Η αντικατάσταση της τοπικής μουσικής παράδοσης από ξένα ή άσχετα μουσικά στοιχεία, στο όνομα της μεγαλύτερης εμπορικής επιτυχίας, αποδυναμώνει αυτό ακριβώς που κάνει κάθε τόπο μοναδικό. Κάθε περιοχή της Ελλάδας έχει τη δική της μουσική, τους δικούς της χορούς και τον δικό της ήχο. Αυτή η διαφορετικότητα αποτελεί τον πραγματικό πλούτο της λαϊκής μας παράδοσης και δεν μπορεί να θυσιάζεται στις απαιτήσεις της αγοράς.
Το σημαντικότερο, όμως, είναι να μη λησμονούμε ότι το πανηγύρι δεν είναι παράσταση. Δεν υπάρχει για να το παρακολουθείς από μια καρέκλα ή πίσω από την οθόνη ενός κινητού. Υπάρχει για να σηκωθείς, να μπεις στον κύκλο, να πιαστείς από το χέρι του διπλανού σου και να γίνεις μέρος μιας κοινότητας. Η συμμετοχή είναι η ψυχή του πανηγυριού. Η παράδοση δεν διατηρείται από όσους την παρακολουθούν, αλλά από όσους τη ζουν.
Τεράστια είναι και η ευθύνη των πολιτιστικών συλλόγων, των τοπικών κοινοτήτων, των δήμων και όλων των φορέων που διοργανώνουν τα πανηγύρια. Δεν αρκεί να επιδιώκουν μεγάλες προσελεύσεις και υψηλές εισπράξεις πουλώντας σουβλάκια. Οφείλουν να προστατεύουν τον αυθεντικό χαρακτήρα τους, να στηρίζουν τους τοπικούς μουσικούς, να αναδεικνύουν τις ιδιαιτερότητες κάθε περιοχής και να αντιστέκονται στις πιέσεις της εμπορευματοποίησης. Η επιτυχία ενός πανηγυριού δεν μετριέται μόνο από τον αριθμό των επισκεπτών, αλλά από το αν όσοι έφυγαν ένιωσαν ότι συμμετείχαν σε μια ζωντανή πολιτιστική εμπειρία.
Τα πανηγύρια άντεξαν πολέμους, φτώχεια, μετανάστευση και κοινωνικές ανακατατάξεις γιατί στηρίζονταν στους ανθρώπους και όχι στη μόδα. Αν σήμερα οι νέοι επιστρέφουν σε αυτά, έχουμε χρέος να τους παραδώσουμε κάτι αυθεντικό και όχι μια απομίμηση προσαρμοσμένη στις απαιτήσεις της αγοράς ή των αλγορίθμων των μέσων κοινωνικής δικτύωσης.
Ταυτόχρονα, οφείλουμε να προσεγγίζουμε την παράδοση με καθαρή ματιά. Δεν πρέπει να συγχέεται με συντηρητικές αντιλήψεις ή ιδεολογικές χρήσεις που τη στιγμάτισαν σε άλλες ιστορικές περιόδους, όπως συνέβη κατά τη διάρκεια της δικτατορίας, όταν επιχειρήθηκε να ταυτιστεί με έναν εθνικιστικό και αυταρχικό λόγο. Ούτε, βέβαια, χρειάζεται να εξωραΐζουμε το παρελθόν, λες και κάθε τι παλιό ήταν καλύτερο. Η παράδοση δεν είναι επιστροφή προς τα πίσω, ούτε άρνηση της προόδου. Είναι γνώση των ριζών μας.
Στην εποχή της παγκοσμιοποίησης, όπου οι τοπικές ιδιαιτερότητες συχνά ισοπεδώνονται από μια ομοιόμορφη παγκόσμια κουλτούρα, η επαφή με την παράδοση αποτελεί πράξη αυτογνωσίας. Θυμόμαστε ποιοι είμαστε, όχι για να κλειστούμε στον εαυτό μας, αλλά για να σχεδιάσουμε συλλογικά πού θέλουμε να πορευτούμε. Ένα μέλλον στο οποίο ο λαϊκός παράγοντας, ο πολιτισμός, η συλλογική δημιουργία και η ενεργός συμμετοχή των ανθρώπων θα βρίσκονται ξανά στο προσκήνιο.
Ίσως, τελικά, η μεγάλη επιστροφή στα πανηγύρια να μην εκφράζει μια νοσταλγία για το παρελθόν. Εκφράζει την ανάγκη των ανθρώπων να ξαναβρούν την κοινότητα μέσα σε μια εποχή ακρίβειας, αβεβαιότητας, μοναξιάς και πολιτισμικής ομοιομορφίας. Και αυτό είναι ίσως το πιο αισιόδοξο μήνυμα που μας στέλνει η νέα γενιά.
Γιατί η παράδοση δεν επιβιώνει επειδή τη φωτογραφίζουμε. Επιβιώνει επειδή τη ζούμε. Και το ελληνικό πανηγύρι θα συνεχίσει να αποτελεί μια από τις πιο αυθεντικές εκφράσεις του λαϊκού μας πολιτισμού μόνο όσο παραμένει αυτό που ήταν πάντα: μια μεγάλη γιορτή συμμετοχής, μνήμης, μουσικής, συλλογικότητας και ζωής.

