Η πλειονότητα της ιεραρχίας αμύνεται. Μερικοί ιεράρχες, μια σχετικά μικρή μειονότητα, έχουν δηλώσει δημόσια ότι δεν χρειάζονται τις αυξήσεις ή ότι θα διοχετεύσουν τα επιπλέον χρήματα σε φιλανθρωπίες και στέγαση. Ο Μητροπολίτης Κέρκυρας, Παξών και Διαποντίων Νήσων Νεκτάριος έκανε κάτι διαφορετικό: ζήτησε να αποκοπεί η ιεραρχία εξ ολοκλήρου από τον κρατικό προϋπολογισμό!
Πρόκειται για μία πρόταση ριζοσπαστική και ιδιαίτερα τολμηρή, που ξεφεύγει ακόμα και από ερμηνείες που έχουν να κάνουν με την γενικότερη τοποθέτησή του στα πράγματα της ιεραρχίας αλλά και της πολιτικής: είναι γνωστό ότι ο Νεκτάριος δεν ανήκει στον πηρύνα του Αρχιεπισκόπου Ιερώνυμου αλλά θεωρείται ότι είναι από τους πιο “σκληρούς” (όσον αφορά τις θρησκευτικές παραδόσεις) ιεράρχης, ενώ τα έχει “σπάσει” με την κυβέρνηση από τις διώξεις εναντίον του την εποχή του Covid, παρά τις μεγάλες προσπάθειες τοπικών κυβερνητικών παραγόντων να γίνει επαναπροσέγγιση.
Πρώτα μέσα στη Σύνοδο.
«Εξέφρασα και προσωπικά τη σκέψη, την οποία επαναλαμβάνω και δημόσια, ότι ίσως εμείς οι Αρχιερείς θα έπρεπε να εξετάσουμε σοβαρά την πλήρη παραίτησή μας από το μισθολόγιο του κράτους», γράφει ο ίδιος, σε εκτενές κείμενο που δημοσιοποίησε χθες Σάββατο. Επέλεξε μάλιστα να επαναλάβει δημόσια ό,τι είπε στη Σύνοδο την ώρα που η Ιεραρχία τηρεί σύσσωμη συμπαγή στάση απέναντι στο κύμα κριτικής.
Τι ακριβώς ορίζει η ρύθμιση
Το άρθρο 56 του πολυνομοσχεδίου για τα μέτρα κατά της ενεργειακής κρίσης συνδέει τις αποδοχές αρχιεπισκόπου και μητροπολιτών στο 90% του μισθού Γενικού Γραμματέα Υπουργείου (5.191 ευρώ), καθορίζοντάς τες στα 4.671,90 ευρώ μικτά. Για τιτουλάριους και βοηθούς επισκόπους ορίζεται το 70% του ίδιου ορίου. Σήμερα, οι αποδοχές κάθε μητροπολίτη διαμορφώνονται στα 2.400-2.475 ευρώ μηνιαίως — βασικός μισθός 2.350 ευρώ, έξοδα παράστασης 50 ευρώ, επίδομα διδακτορικού 75 ευρώ ή μεταπτυχιακού 45 ευρώ. Η αύξηση αγγίζει 88,8%-94,65% για τους μητροπολίτες και 60,27%-64,5% για τον Αρχιεπίσκοπο. Αφορά συνολικά περίπου ενενήντα άτομα.
Μάλιστα, ο ίδιος ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης, μιλώντας στον Νίκο Χατζηνικολάου στον ΑΝΤ1, χαρακτήρισε τη ρύθμιση «πάγιο αίτημα της Εκκλησίας εδώ και πολλά χρόνια» και «κίνηση αξιοπρέπειας», ενώ δήλωσε ότι «δυσκολεύεται να δεχτεί» ο μισθός του μητροπολίτη να είναι σημαντικά χαμηλότερος από αυτόν του Μουφτή.
Eμείς οι Αρχιερείς θα έπρεπε να εξετάσουμε σοβαρά την πλήρη παραίτησή μας από το μισθολόγιο του κράτους. Δεν το λέω ως εύκολη εντύπωση ούτε ως κίνηση εντυπωσιασμού. Το λέω γιατί θεωρώ πως η πνευματική ελευθερία της Εκκλησίας έχει μεγαλύτερη αξία από κάθε οικονομική διευθέτηση.
Μητροπολίτης Κέρκυρας Νεκτάριος
Η πρόταση και το σκεπτικό της
Ο Νεκτάριος δεν ερίζει με τα ποσά αυτά καθ’ αυτά. Επισημαίνει μάλιστα ότι τα καθαρά ποσά, μετά κρατήσεις και φορολογία, δεν ταυτίζονται με τα μικτά που κυκλοφορούν. Αλλά το επιχείρημά του δεν είναι αριθμητικό. «Η πνευματική ελευθερία της Εκκλησίας έχει μεγαλύτερη αξία από κάθε οικονομική διευθέτηση», γράφει, και θυμίζει ότι έως το 1986 οι αρχιερείς — όπως και οι ιεροκήρυκες — αμείβονταν από τον τότε ΟΔΕΠ, όχι απευθείας από τον κρατικό προϋπολογισμό.
Η πρακτική του πρόταση: τα χρήματα που σήμερα δίνονται στους αρχιερείς να κατευθυνθούν στους ιερείς μικρών, φτωχών και απομακρυσμένων ενοριών. Τους επισκόπους «μπορεί να φροντίσει η Εκκλησία», προσθέτει — «τα πνευματικά της παιδιά, όταν γνωρίζουν ότι ο επίσκοπός τους ζει άμισθος».
Η ιεραρχία: άμυνα σε δύο ταχύτητες
Η επίσημη γραμμή της Διαρκούς Ιεράς Συνόδου δόθηκε από τον εκπρόσωπο Τύπου της, Μητροπολίτη Πολυανής και Κιλκισίου Βαρθολομαίο: ομίλησε για «εσφαλμένη ανάγνωση» ή «ηθελημένη διαστρέβλωση», τονίζοντας ότι η μισθοδοσία του κλήρου αποτελεί «ιστορική και διαχρονική ανταπόδοση» για τη δήμευση της μοναστηριακής περιουσίας κατά την περίοδο 1833-1952, περιουσία που αξιοποιήθηκε για πανεπιστήμια, νοσοκομεία, αποκατάσταση αγροτών και προσφύγων. Η ρύθμιση, κατά τη Σύνοδο, «δεν εισάγει κάποιο νέο προνόμιο αλλά επαναφέρει τη μισθοδοσία εντός του γενικού πλαισίου της δημόσιας διοίκησης».
Το ζήτημα έλαβε μεγάλη έκταση και δημοσιότητα με τρόπο που, αντικειμενικά, στόχευε να προκαλέσει έναν λαό ήδη κουρασμένο, έναν λαό που δυσκολεύεται να βγάλει τον μήνα, να πληρώσει το ενοίκιο, να σπουδάσει τα παιδιά του, να κρατήσει όρθιο το σπίτι του. Σε περιόδους κρίσεως η Πολιτεία και το δημόσιο σύστημα ενημέρωσης συχνά επιλέγουν, συνειδητά ή ασυνείδητα, να μεταθέτουν την κοινωνική αγωνία από τα πραγματικά αίτια σε επιμέρους ομάδες, στρέφοντας τη μία κοινωνική κατηγορία εναντίον της άλλης.
Μητροπολίτης Κέρκυρας Νεκτάριος
Σε διαφορετικό τόνο ο Μητροπολίτης Λαρίσης και Τυρνάβου Ιερώνυμος, με άρθρο στην εφημερίδα «Ελευθερία»: απέρριψε τις κατηγορίες για «μισθολογικό ρουσφέτι» και παρέθεσε συγκριτικά — ο μητροπολίτης στην Κύπρο αμείβεται με 10.000 ευρώ μηνιαίως, στη Βουλγαρία με 5.000 ευρώ.
Ο Νεκτάριος από την πλευρά του αναφέρεται σε «αγαπητό αδελφό αρχιερέα» που είχε κάνει πρόταση για δημιουργία κατοικιών από τα επιπλέον χρήματα — την εκτιμά, λέει, αλλά επισημαίνει ότι αυτό το έργο ήδη γίνεται αθόρυβα.
Τι κάνει η Μητρόπολη Κέρκυρας και τι λέει για τον δικό του μισθό
Στο ίδιο κείμενο, ο Νεκτάριος παραθέτει αριθμούς. Αναφέρεται στη μελέτη κατασκευής περίπου ογδόντα studios για φοιτητές και είκοσι μικρών διαμερισμάτων για εκπαιδευτικούς και δημοσίους υπαλλήλους που αδυνατούν να ανταποκριθούν στο κόστος στέγασης στο νησί — μελέτη κόστους 615.000 ευρώ, κοντά στην ολοκλήρωσή της, που αναμένει τις απαραίτητες άδειες. Αναφέρεται επίσης στο Ίδρυμα Χρονίως Πασχόντων «Η Πλατυτέρα», εικοσιπέντε χρόνων λειτουργίας, με 65-70 τροφίμους, χωρίς πόρους ανακαίνισης.
Για τον δικό του μισθό είναι σαφής: «Ο μισθός μου είναι εκείνος με τον οποίο συντηρούμαι προσωπικά, αλλά και με τον οποίο καλύπτονται δαπάνες που συνδέονται με το κτίριο της Μητροπόλεως και την καθημερινή παρουσία της διακονίας μας. Ουδέποτε χρειάστηκε να δαπανηθεί η Ιερά Μητρόπολη για να συντηρήσει την προσωπική μου ζωή».

