Μια σκληρή και ρεαλιστική προσέγγιση στον έρωτα που μετατρέπεται σε δηλητήριο όταν τα λόγια μένουν κλεισμένα σε τετράδια
Στην εφημερίδα «CorfuPress» φιλοξενούμε τον συγγραφέα κύριο Δημήτρη Χατζηχαραλάμπους με αφορμή το μυθιστόρημά του «Κάποια λουλούδια δεν ανθίζουν ποτέ», που κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις 121 Λέξεις. Πρόκειται για μια ιστορία που αποδομεί τις ρομαντικές ωραιοποιήσεις, παρακολουθώντας τον Δημήτρη και τη Μαρίνα σε μια διαδρομή που ξεκινά από το πάθος και καταλήγει στον κυνισμό και την πίκρα.
Μέσα από το «Κάποια λουλούδια δεν ανθίζουν ποτέ», ο συγγραφέας αναδεικνύει πώς η σιωπή και ο εγωισμός μπορούν να αλλοιώσουν την ανθρώπινη ψυχή, μετατρέποντας τις αναμνήσεις σε κατάρες που επηρεάζουν ακόμα και τις επόμενες γενιές.
Συνέντευξη στη δημοσιογράφο Νεκταρία Βαρσαμή-Πουλτσίδη.
Κύριε Χατζηχαραλάμπους, στο «Κάποια λουλούδια δεν ανθίζουν ποτέ» ο ήρωάς σας μεταμορφώνεται από έναν ερωτευμένο άντρα σε μια κυνική προσωπικότητα. Πιστεύετε ότι η ερωτική απογοήτευση είναι ικανή να αλλοιώσει τον πυρήνα του χαρακτήρα μας ή απλώς φέρνει στην επιφάνεια μια προϋπάρχουσα σκληρότητα;
Δ.Χ.: Η ερωτική απογοήτευση δεν δημιουργεί από το μηδέν έναν νέο χαρακτήρα. Λειτουργεί περισσότερο σαν γεωμετρικός μεγεθυντικός φακός· φωτίζει γωνίες που υπήρχαν αλλά δεν είχαν ακόμη σκιαγραφηθεί. Ο ήρωάς μου δεν γίνεται κυνικός επειδή τον πρόδωσε ο έρωτας· γίνεται κυνικός επειδή δεν μπόρεσε να διαχειριστεί τη σιωπή του. Θέλω να πιστεύω ότι ο έρωτας, όταν μένει ανείπωτος ή μισοειπωμένος, σαπίζει. Και ό,τι σαπίζει μέσα μας, αλλοιώνει τη δομή μας. Δεν αλλάζει τον πυρήνα — τον διαβρώνει. Κι αυτή η διάβρωση είναι πιο ύπουλη από μια θεαματική καταστροφή.
Στο βιβλίο, ο ήρωας δεν αλλάζει χαρακτήρα απότομα. Σταδιακά αφήνει την πίκρα να γίνει ταυτότητα. Εκεί βρίσκεται ο κίνδυνος: όταν η απογοήτευση δεν επεξεργάζεται, γίνεται ιδεολογία. Και τότε η σκληρότητα παύει να είναι άμυνα και γίνεται τρόπος ύπαρξης.
Άλλωστε, νομίζω πως όλοι μας κουβαλάμε έναν εν δυνάμει κυνικό εαυτό. Η απογοήτευση δεν τον γεννά — τον ενεργοποιεί. Αυτό που τελικά με ενδιέφερε στο «Κάποια λουλούδια δεν ανθίζουν ποτέ» ήταν να δείξω πώς ένας άνθρωπος που αγαπά βαθιά μπορεί, αν δεν μιλήσει, αν δεν συγχωρήσει, αν δεν πενθήσει σωστά, να γίνει σκληρός όχι επειδή μισεί… αλλά επειδή φοβάται να ξαναπονέσει. Και τελικά, η μεγαλύτερη αλλοίωση δεν είναι ο κυνισμός. Είναι η συναισθηματική αναπηρία.
Ο Δημήτρης φυλάσσει γράμματα που δεν στάλθηκαν ποτέ ως «φυλαχτά και κατάρες». Πόσο επικίνδυνο είναι τελικά να ζει κανείς με το βάρος των λέξεων που δεν ειπώθηκαν ποτέ την κατάλληλη στιγμή;
Δ.Χ.: Το πιο βαρύ φορτίο δεν είναι αυτό που ειπώθηκε και πληγώνει. Είναι αυτό που δεν ειπώθηκε ποτέ και συνεχίζει να υπάρχει σαν εκκρεμότητα.Τα γράμματα που δεν στάλθηκαν στο βιβλίο λειτουργούν πράγματι ως «φυλαχτά και κατάρες» γιατί διατηρούν άθικτο ένα συναίσθημα που δεν δοκιμάστηκε στην πραγματικότητα. Όταν δεν μιλάμε τη σωστή στιγμή, παγώνουμε τον χρόνο. Κρατάμε μια πιθανότητα ζωντανή, αλλά ταυτόχρονα φυλακίζουμε τον εαυτό μας μέσα της. Η σιωπή μπορεί να μοιάζει ασφαλής — δεν εκτίθεσαι, δεν ρισκάρεις απόρριψη. Όμως η μη έκφραση δημιουργεί μια εσωτερική πίεση. Οι ανείπωτες λέξεις δεν χάνονται· μετατρέπονται σε ενοχές, σε υποθέσεις, σε φανταστικές εκδοχές του «τι θα γινόταν αν…». Και αυτό είναι επικίνδυνο γιατί σταδιακά αλλοιώνει την αυτοεικόνα μας. Αρχίζουμε να ζούμε όχι με αυτό που συνέβη, αλλά με αυτό που δεν τολμήσαμε να συμβεί.
Προσωπικά πιστεύω πως κάθε άνθρωπος έχει μέσα του ένα συρτάρι με «αποτυχημένες στιγμές θάρρους». Αν το ανοίγεις συχνά, σε βαραίνει. Αν το αγνοείς, σε καθορίζει σιωπηλά. Η λύση δεν είναι να διαγράψεις το παρελθόν — είναι να συμφιλιωθείς με τη δειλία σου και να μην την επαναλάβεις.
Στο βιβλίο βλέπουμε τον κεντρικό ήρωα να μεταδίδει τη δυσπιστία του προς το γυναικείο φύλο ακόμα και στον γιο του. Πώς μια προσωπική ήττα στον έρωτα μπορεί να λειτουργήσει ως «δηλητήριο» που μολύνει τις σχέσεις των επόμενων γενεών;
Δ.Χ.: Η προσωπική ήττα στον έρωτα δεν είναι ποτέ αμιγώς προσωπική, όσο κι αν έτσι νομίζουμε. Αν δεν επεξεργαστεί, αν δεν φωτιστεί, γίνεται αφήγηση. Και οι αφηγήσεις που επαναλαμβάνουμε στα παιδιά μας διαμορφώνουν τον τρόπο που θα δουν τον κόσμο. Στο βιβλίο, ο ήρωας δεν λέει στον γιο του «μίσησε». Του μεταδίδει όμως μια δυσπιστία μεταμφιεσμένη σε σοφία. Μια επιφυλακτικότητα που παρουσιάζεται ως προστασία. Εκεί βρίσκεται το δηλητήριο: όταν η πληγή βαφτίζεται εμπειρία και η πίκρα βαφτίζεται ωριμότητα. Έτσι, μια ερωτική απογοήτευση μετατρέπεται σε οικογενειακή κληρονομιά.
Ψυχολογικά, είναι σχεδόν αναπόφευκτο. Τα παιδιά δεν κληρονομούν μόνο γονίδια· κληρονομούν στάσεις, βλέμματα, υπονοούμενα. Αν μεγαλώνεις σε ένα σπίτι όπου ο έρωτας παρουσιάζεται ως απειλή, θα μάθεις να τον αντιμετωπίζεις σαν κάτι επικίνδυνο. Και τότε η επόμενη γενιά δεν ζει το δικό της πάθος· ζει τον φόβο της προηγούμενης. Αυτό που με ενδιέφερε να δείξω είναι πως ο πραγματικός κίνδυνος δεν είναι η απογοήτευση. Είναι η αθεράπευτη απογοήτευση. Όταν δεν πενθήσουμε σωστά μια ήττα, τη μετατρέπουμε σε δόγμα. Κι ένα δόγμα μέσα σε μια οικογένεια μπορεί να είναι πιο τοξικό από οποιαδήποτε προδοσία.
Ίσως τελικά η μεγαλύτερη ευθύνη μας ως γονείς δεν είναι να προστατεύσουμε τα παιδιά από τον πόνο, αλλά να μη μεταδώσουμε τον δικό μας φόβο σαν απόλυτη αλήθεια.
Η Μαρίνα βιώνει έναν συμβιβασμένο γάμο στην Αγγλία, μακριά από τον Δημήτρη. Είναι η ρουτίνα και ο συμβιβασμός μια μορφή αργού «μαρασμού» για τους ανθρώπους που δεν βρήκαν το σθένος να ακολουθήσουν την καρδιά τους;
Δ.Χ.: Η ρουτίνα από μόνη της δεν είναι εχθρός. Είναι η δομή της καθημερινότητας, το πλαίσιο μέσα στο οποίο χτίζονται ζωές. Ο συμβιβασμός επίσης δεν είναι πάντα ήττα· πολλές φορές είναι ώριμη επιλογή. Το ερώτημα είναι άλλο: γίνεται ο συμβιβασμός συνειδητός ή επιβάλλεται από τον φόβο;
Στη Μαρίνα με ενδιέφερε ακριβώς αυτή η λεπτή γραμμή. Δεν είναι μια γυναίκα που δεν αγαπά. Είναι μια γυναίκα που κάποια στιγμή επέλεξε λαθος. Όμως όταν η επιλογή δεν συμφιλιώνεται εσωτερικά, αρχίζει ένας αργός μαρασμός. Όχι θεαματικός, όχι δραματικός. Αθόρυβος. Σαν ένα λουλούδι που δεν πεθαίνει απότομα, αλλά χάνει σταδιακά το χρώμα του. Ο άνθρωπος που δεν ακολουθεί την καρδιά του δεν τιμωρείται από τη μοίρα. Τιμωρείται από τη σκέψη του. Από τα «αν» που επιστρέφουν τις νύχτες. Από τη σύγκριση ανάμεσα σε αυτό που ζει και σε αυτό που φαντάστηκε κάποτε. Κι αυτή η εσωτερική σύγκριση είναι εξαντλητική.
Προσωπικά πιστεύω ότι δεν είναι όλοι φτιαγμένοι για ριψοκίνδυνες αποφάσεις. Το θάρρος δεν είναι αυτονόητο. Αλλά κάθε επιλογή έχει κόστος. Κι αν δεν αντέξεις το κόστος της τόλμης, θα χρειαστεί να αντέξεις το κόστος της σταθερότητας. Το βιβλίο δεν καταδικάζει τη Μαρίνα, ίσα ίσα συμπάσχει μαζί της. Απλώς φωτίζει αυτή τη σιωπηλή φθορά που γεννιέται όταν η ζωή που ζεις δεν είναι ακριβώς η ζωή που ονειρεύτηκες.
Πιστεύετε ότι η λογοτεχνία ακόμα και μέσα από μια ιστορία οργής και ανεκπλήρωτων πόθων μπορεί από μόνη της να αναδιαμορφώσει τον τρόπο με τον οποίο οι άνθρωποι αντιλαμβάνονται την ανάγκη για ειλικρινή εξομολόγηση; Ποια η άποψη σας;
Δ.Χ.: Πιστεύω βαθιά πως η λογοτεχνία δεν αλλάζει τον κόσμο με συνθήματα· τον αλλάζει με καθρέφτες. Δεν διδάσκει, δεν επιβάλλει. Υποχρεώνει τον αναγνώστη να σταθεί απέναντι στον εαυτό του. Και αυτό από μόνο του είναι μια μορφή αναδιαμόρφωσης.
Μια ιστορία οργής και ανεκπλήρωτων πόθων, όπως στο «Κάποια λουλούδια δεν ανθίζουν ποτέ», δεν έχει σκοπό να εξυμνήσει την πίκρα. Αντίθετα, λειτουργεί σαν προειδοποίηση. Όταν ο αναγνώστης βλέπει πού οδηγεί η σιωπή, πώς ο εγωισμός διαβρώνει σχέσεις και πώς η μη εξομολόγηση μετατρέπεται σε υπόγεια τοξικότητα, τότε ίσως αναρωτηθεί: «Μήπως πρέπει να μιλήσω πριν να είναι αργά;».
Η λογοτεχνία έχει αυτή τη δύναμη — όχι να δώσει λύσεις, αλλά να δημιουργήσει εσωτερική ανησυχία. Και η ανησυχία είναι η αρχή κάθε ειλικρίνειας. Όταν αναγνωρίζεις τον εαυτό σου σε έναν ήρωα που πλήγωσε και πληγώθηκε επειδή δεν τόλμησε να εκτεθεί, ίσως βρεις το κουράγιο να κάνεις εσύ το αντίθετο.
Προσωπικά δεν πιστεύω ότι ένα βιβλίο μπορεί να «σώσει» κάποιον. Μπορεί όμως να του ψιθυρίσει κάτι την κατάλληλη στιγμή. Κι αν αυτός ο ψίθυρος γίνει η αφορμή για μια εξομολόγηση, για μια συζήτηση που είχε καθυστερήσει χρόνια, τότε η λογοτεχνία έχει ήδη κάνει το πιο ουσιαστικό της έργο: έχει μετατρέψει τη σιωπή σε λόγο.

