Στις 28 Ιουλίου 2026 ψηφίστηκε από τη Βουλή το νομοσχέδιο του Υπουργείου Πολιτισμού για τη σύσταση της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «Οργανισμός Ανάπτυξης και Διαχείρισης Ελληνικής Πολιτιστικής Κληρονομιάς Α.Ε.» και τον διακριτικό τίτλο «Hellenic Heritage».
Πρόκειται για μία ιδιαίτερα σημαντική θεσμική μεταβολή, η οποία δεν αφορά απλώς τη λειτουργία ορισμένων πωλητηρίων ή την έκδοση ηλεκτρονικών εισιτηρίων αλλά πολύ περισσότερο τον τρόπο με τον οποίο η Κυβέρνηση επιλέγει να «οργανώσει» για τις επόμενες δεκαετίες, ένα μεγάλο μέρος της οικονομικής, λειτουργικής, ψηφιακής και εμπορικής διαχείρισης της πολιτιστικής μας κληρονομιάς.
Η συζήτηση, επομένως, δεν μπορεί να περιοριστεί σε κομματικές αντιπαραθέσεις ούτε να εξαντληθεί στο απλοϊκό ερώτημα εάν «πωλούνται» ή όχι τα μνημεία. Το ουσιαστικό ζήτημα είναι ποιος θα διαχειρίζεται τους πολιτιστικούς πόρους, με ποια κριτήρια, για πόσο χρόνο, με ποιον έλεγχο και με ποιες εγγυήσεις ότι το δημόσιο και το πολιτιστικό απόθεμα της Ελλάδος θα υπερισχύει πάντοτε της εμπορικής απόδοσης.
Δεν μεταβιβάζεται η κυριότητα, μεταφέρεται όμως η διαχείριση
Σύμφωνα με το νομοθετικό πλαίσιο δεν προκύπτει τυπική μεταβίβαση της κυριότητας των αρχαιολογικών χώρων, άλλωστε δεν ξέρω πως αυτό θα μπορούσε να συμβεί σε μία ολόκληρη Πολιτεία, πλην όμως η νέα εταιρεία αποκτά ευρύ πεδίο διαχείρισης και νέων δραστηριοτήτων.
Θα μπορεί να διαχειρίζεται το ηλεκτρονικό εισιτήριο, τα εκδοτήρια, τα φυσικά και διαδικτυακά πωλητήρια, τα αναψυκτήρια, τα πολιτιστικά προϊόντα, τις ψηφιακές εφαρμογές και ξεναγήσεις, την προβολή, τις υπηρεσίες επισκεπτών και σημαντικές πτυχές της αξιοποίησης της ακίνητης περιουσίας του ΟΔΑΠ και του Υπουργείου Πολιτισμού. Θα συντάσσει, επίσης, σχέδια προγραμμάτων αξιοποίησης αρχαιολογικών χώρων, ιστορικών τόπων, μνημείων, μουσείων και ακινήτων, ενεργώντας σε πολλές περιπτώσεις στο όνομα και για λογαριασμό του ΟΔΑΠ.
Άρα ο σχεδιασμός καθημερινής λειτουργικής, οικονομικής και εμπορικής διαχείρισης περνάει στην αρμοδιότητα μιας ανώνυμης εταιρείας ιδιωτικού δικαίου. Αντιλαμβανόμαστε λοιπόν πόσο σημαντικό και κρίσιμο ζήτημα προκύπτει ειδικότερα για την εφαρμογή της στρατηγικής στον ευρύτερο τομέα Πολιτισμού.
Μία εταιρεία μισού αιώνα
Η διάρκεια της νέας εταιρείας ορίζεται σε πενήντα χρόνια. Το πλέον ανησυχητικό, όμως, είναι ότι μπορεί να παραταθεί με απόφαση της Γενικής Συνέλευσης της ίδιας της εταιρείας, χωρίς να τίθεται στο σχετικό άρθρο ένα σαφές ανώτατο χρονικό όριο και χωρίς να απαιτείται υποχρεωτικά νέα νομοθετική απόφαση της Βουλής.
Πενήντα χρόνια σίγουρα αντιστοιχούν σε αρκετές κυβερνητικές περιόδους αλλά πολύ περισσότερο σε πάνω από μία γενεές πολιτών. Αν κανείς αναλογιστεί ότι θα μπορεί να ενεργοποιηθεί η επέκταση για επίσης 50 χρόνια τότε μιλάμε για έναν αιώνα διαχείρισης χωρίς ουσιαστική αξιολόγηση από το Κοινοβούλιο.
Μία εταιρεία μπορεί να λειτουργήσει αποτελεσματικά στα πρώτα χρόνια και στη συνέχεια να αλλάξει χαρακτήρα. Μπορεί να μεταβληθούν οι διοικήσεις, οι οικονομικές προτεραιότητες, οι πολιτικές κατευθύνσεις και οι σχέσεις της με ιδιωτικά συμφέροντα. Η πρόβλεψη μιας τόσο μεγάλης διάρκειας, σε συνδυασμό με τη δυνατότητα της μονομερούς παράτασης από εταιρικό όργανο, δημιουργεί ένα σοβαρό έλλειμμα δημοκρατικής επαναξιολόγησης και θίγει ζητήματα αμφισβήτησης της αξιοπιστίας των πολιτών έναντι στο ίδιο το Κράτος.
Δημόσια χρηματοδότηση … με λευκή επιταγή
Το αρχικό μετοχικό κεφάλαιο της εταιρείας ανέρχεται σε τρία εκατομμύρια ευρώ και καλύπτεται κατά 90% από το Ελληνικό Δημόσιο και κατά 10% από τον ΟΔΑΠ.
Ιδιαίτερο προβληματισμό προκαλεί η διάταξη σύμφωνα με την οποία, ενώ αρχικά ορίζεται ότι το ποσοστό του Ελληνικού Δημοσίου δεν μπορεί να υποχωρήσει κάτω από το 90%, η ίδια αυτή πρόβλεψη μπορεί να τροποποιηθεί με απόφαση της Γενικής Συνέλευσης της εταιρείας. Δηλαδή ο εταιρικός φορέας που διαχειρίζεται την Εθνική πολιτιστική κληρονομιά θα μπορεί με δική του απόφαση να τροποποιήσει τον το καθεστώς λειτουργίας, αλλά και σύνθεσης ακόμα και του βασικού χρηματοδότη του.
Σήμερα προφανώς δεν προβλέπεται η ιδιωτικοποίηση της εταιρείας, παρόλα αυτά δεν διασφαλίζεται η κατοχύρωση της δημόσιας συμμετοχής η οποία μπορεί να μεταβληθεί στο μέλλον με απόφαση εταιρικού οργάνου.
Τί καθορίζεται μετά την ψήφιση
Η σύσταση κάθε νέας εταιρίας ακολουθεί το κατασταστικό της. Μεγάλο μέρος από αυτό βρίσκεται ήδη στις διατυπώσεις του νομοθετικού πλαισίου και στα αντίστοιχχα άρθρα του Νόμου.
Κρίσιμα ζητήματα της πραγματικής της λειτουργίας θα καθοριστούν μεταγενέστερα μέσω του Εσωτερικού Κανονισμού Οργάνωσης και Λειτουργίας.
Με τον κανονισμό αυτό θα προσδιοριστούν, μεταξύ άλλων, η εσωτερική διάρθρωση, οι θέσεις του προσωπικού, η κατανομή τους, τα προσόντα, οι διαδικασίες επιλογής και τοποθέτησης προϊσταμένων, τα πειθαρχικά όργανα, τα όργανα διαχείρισης δημοσίων συμβάσεων και άλλες ουσιώδεις πλευρές της λειτουργίας της εταιρείας. Η διοικητική λειτουργία της θα αρχίσει αφού εκδοθεί ο κανονισμός, εγκριθεί ο κανονισμός λειτουργίας του Διοικητικού Συμβουλίου και τοποθετηθούν οι προϊστάμενοι των οργανικών μονάδων.
Με απλά λόγια, η Βουλή ενέκρινε τη δημιουργία ενός ιδιαίτερα ισχυρού φορέα, πριν δημοσιοποιηθεί και συζητηθεί το πλήρες επιχειρησιακό και οργανωτικό πλαίσιο λειτουργίας του.
Αυτό δεν αποτελεί απλή τεχνική λεπτομέρεια. Ο τρόπος στελέχωσης, οι διαδικασίες προμηθειών, η κατανομή των αρμοδιοτήτων και οι κανόνες αποφυγής σύγκρουσης συμφερόντων είναι εκείνοι που θα κρίνουν στην πράξη εάν ο νέος οργανισμός θα λειτουργήσει προς όφελος του πολιτισμού ή εάν θα εξελιχθεί σε έναν ακόμη ακριβό και δυσκίνητο εταιρικό μηχανισμό με αβέβαιο προσανατολισμό.
Η πολιτιστική κληρονομιά δεν είναι κοινό εμπορικό αγαθό
Σύμφωνα με το Σύνταγμα, τα μνημεία, οι παραδοσιακές περιοχές και τα παραδοσιακά στοιχεία προστατεύονται από το κράτος.
Η συνταγματική αυτή υποχρέωση δεν περιορίζεται στην τυπική διατήρηση της κυριότητας. Περιλαμβάνει την προστασία, τη συντήρηση, την αυθεντικότητα, την επιστημονική τεκμηρίωση και τη δυνατότητα των πολιτών να έχουν πρόσβαση στην πολιτιστική τους κληρονομιά.
Ένας αρχαιολογικός χώρος δεν είναι εμπορικό κέντρο. Ένα φρούριο δεν είναι απλώς χώρος εκδηλώσεων. Ένα μουσείο δεν είναι μόνο εκδοτήριο εισιτηρίων και πωλητήριο αναμνηστικών. Τα μνημεία είναι φορείς ιστορικής μνήμης, στοιχεία ταυτότητας μας και αγαθά που οφείλουμε να παραδώσουμε στις επόμενες γενιές.
Ο κίνδυνος της εμπορευματοποίησης δεν εμφανίζεται μόνο όταν πωλείται ένα περιουσιακό στοιχείο. Εμφανίζεται και όταν οι αποφάσεις για τη λειτουργία του λαμβάνονται κυρίως με βάση τα έσοδα, την επισκεψιμότητα, τις χορηγίες, τις εκδηλώσεις και τις πωλήσεις χωρίς διασφαλίσεις για την διατήρηση, συντήρηση και διαφύλαξη τους.
Οι κίνδυνοι για το μέλλον
Χωρίς σαφείς ισχυρές θεσμικές εγγυήσεις, το νέο μοντέλο μπορεί να οδηγήσει ακόμα και σε σύγκρουση συμφερόντων,(Υπ. Πολιτισμού, Αρχαιολογικών Υπηρεσιών, ΚΑΣ και ΟΔΑΠ) λόγω των υπερβολικά πολλών αρμοδιοτήτων, απο ένα διοικητικό συμβούλιο που στην καλύτερη περίπτωση θα διαμορφώνονται οι απόψεις του σύμφωνα με τις εκάστοτε κυβερνητικές επιλογές.
Θα δημιουργηθούν ασάφειες λόγω επικαλύψεων τον αρμοδιοτήτων τόσο των Υπηρεσιών όσο και της εταιρίας.
Ποιος θα ευθύνεται σε περίπτωση φθοράς ενός μνημείου;
Ποιος θα αποφασίζει για τη φέρουσα ικανότητα ενός χώρου;
Ποιος θα έχει τον τελευταίο λόγο όταν η επιστημονική προστασία συγκρούεται με μία προσοδοφόρα εκδήλωση;
Ποιος θα ελέγχει τους αναδόχους, τις χορηγίες, τις παραχωρήσεις και τις συμβάσεις για χρήση και εκμετάλλευση των χώρων;
Υπάρχει ο κίνδυνος οι επενδύσεις να κατευθυνθούν κυρίως στους πιο δημοφιλείς και κερδοφόρους χώρους, ενώ μικρότερα μνημεία της περιφέρειας θα συνεχίσουν να υποχρηματοδοτούνται.
Η πολιτιστική πολιτική, όμως, δεν μπορεί να λειτουργεί αποκλειστικά με τους νόμους της αγοράς. Το λιγότερο επισκέψιμο μνημείο δεν είναι λιγότερο σημαντικό. Ούτε η αξία ενός αρχαιολογικού χώρου μετριέται από τον ημερήσιο τζίρο του.
Η Κέρκυρα του σήμερα και του αύριο
Ο τόπος μας διαθέτει ένα μοναδικό σύνολο Φρουρίων, αρχαιολογικών χώρων, μνημείων, ιστορικών κτιρίων και μουσείων. Το Παλαιό και το Νέο Φρούριο, το Μον Ρεπό και η Παλαιόπολη, το Αγγελόκαστρο, τα Ανάκτορα, το Αχίλλειο τα μουσεία και οι πολυάριθμοι αρχαιολογικοί τόποι δεν αποτελούν απλώς τουριστικά αξιοθέατα. Είναι συστατικά στοιχεία της ιστορίας, της φυσιογνωμίας και της καθημερινής ζωής του νησιού.
Κάθε απόφαση για τη χρήση, την πρόσβαση, τις εκδηλώσεις, την τιμολόγηση και την εμπορική αξιοποίησή τους επηρεάζει άμεσα την τοπική κοινωνία.
Οι Δήμοι, οι επιστημονικοί φορείς, οι Πολιτιστικοί σύλλογοι και οι κάτοικοι δεν πρέπει να πληροφορούνται απλώς εκ των υστέρων τις αποφάσεις μιας εταιρείας με έδρα την Αθήνα. Πρέπει να διαθέτουν θεσμικό ρόλο στη διαβούλευση, ιδιαίτερα όταν πρόκειται για μνημεία που αποτελούν μέρος της ζωής και της ταυτότητας του τόπου τους.
Η πολιτιστική κληρονομιά της Κέρκυρας δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται μόνο ως τμήμα ενός κεντρικά διαχειριζόμενου τουριστικού προϊόντος.
Οι αναγκαίες ασφαλιστικές δικλίδες για μη τυχόν εκπλήξεις
Η Κυβέρνηση οφείλει να διασφαλίσει το Πολιτιστικό απόθεμα της Ελλάδος και να μην δώσει λευκή επιταγή διάρκειας μισού αιώνα.
Πρώτον, κάθε παράταση της διάρκειάς της πρέπει να γίνεται αποκλειστικά με νέο νόμο και αφού προηγηθεί ανεξάρτητη αξιολόγηση της οικονομικής, πολιτιστικής και κοινωνικής της επίδοσης. Παράλληλα, θα πρέπει να προβλεφθεί υποχρεωτική αξιολόγηση ανά πενταετία με την συμμετοχή και των Συλλογικών οργάνων κατά τόπους αφού θα έχουν βιώσει το αποτέλεσμα αυτής της ενέργειας.
Δεύτερον, πρέπει να κατοχυρωθεί νομοθετικά ότι η εταιρεία θα παραμείνει σε ποσοστό 100% υπό δημόσιο έλεγχο. Η δυνατότητα τροποποίησης του ελάχιστου ποσοστού συμμετοχής του Δημοσίου από τη Γενική Συνέλευση πρέπει να καταργηθεί.
Τρίτον, οι βασικές επιστημονικές αρμοδιότητες πρέπει να παραμείνουν αποκλειστικά στο Υπουργείο Πολιτισμού, στην Αρχαιολογική Υπηρεσία και στα αρμόδια επιστημονικά συμβούλια. Η εταιρεία μπορεί να έχει εκτελεστικό και υποστηρικτικό ρόλο, όχι όμως να καθορίζει την ίδια την πολιτιστική πολιτική.
Τέταρτον, για κάθε σημαντική παραχώρηση (μακροχρόνια ή μεγάλης κλίμακας), εκδήλωση ή σχέδιο αξιοποίησης μνημείου πρέπει να απαιτείται μελέτη πολιτιστικών επιπτώσεων, μελέτη φέρουσας ικανότητας και δεσμευτική επιστημονική έγκριση.
Πέμπτον, το Διοικητικό Συμβούλιο πρέπει να απαρτίζεται από επιστήμονες με εμπειρία και εξειδίκευση στα μνημεία. Αρχαιολόγοι, Συντηρητές, Μουσειολόγοι, Μηχανικοί, Οικονομολόγοι θα έπρεπε να απαρτίζουν τις εκάστοτε συνθέσεις ΔΣ του οργάνου και όχι απλά να Διορίζονται από τον εκάστοτε Υπουργό της Κυβέρνησης. Τα μέλη του πρέπει να επιλέγονται με ανοικτές διαδικασίες, δημοσίευση των βιογραφικών οπου λόγω θα έχουν τα αρμόδια τοπικά όργανα (Δημοτικά Συμβούλια, όργανα τοπικής αυτοδιοίκησης).
Έκτον, η διοίκηση της εταιρείας πρέπει να λογοδοτεί στην αρμόδια Επιτροπή της Βουλής. Να παρουσιάζει δημόσια τις οικονομικές καταστάσεις, τις χρηματοδοτήσεις, τις συμβάσεις, τις χορηγίες, τις παραχωρήσεις, τα έσοδα ανά χώρο, τις δαπάνες συντήρησης και τα στοιχεία προσβασιμότητας.
Η προστασία είναι το ζητούμενο και εν συνεχεία η αξιοποίηση
Η δημιουργία ενός σύγχρονου, αποτελεσματικού μηχανισμού για την καλύτερη εξυπηρέτηση των επισκεπτών και την αύξηση των πόρων για τον πολιτισμό οφείλει να προστατεύει την κοινωνία από τις ενδεχόμενες μελλοντικές παρεκκλίσεις του.
Δεν αρκεί να διαβεβαιώνεται ότι τα μνημεία «παραμένουν στο Δημόσιο». Πρέπει να κατοχυρώνεται ότι η διοίκηση, η λειτουργία και η αξιοποίησή τους θα υπηρετούν πάντοτε το δημόσιο συμφέρον, την επιστημονική προστασία και την ισότιμη πρόσβαση των πολιτών.
Η πολιτιστική κληρονομιά της Ελλάδας δεν είναι εταιρικό χαρτοφυλάκιο. Δεν είναι ένα σύνολο ακινήτων, είναι η ιστορία, η ταυτότητα και η συλλογική μνήμη του λαού μας.

