Ένα μυθιστόρημα όπου η «καλοσύνη» δοκιμάζεται στο πιο βρώμικο σταυροδρόμι, εκεί που το κοινό καλό απαιτεί αίμα.
Στην εφημερίδα «CorfuPress» φιλοξενούμε τον συγγραφέα κύριο Κωνσταντίνο Μητράκα με αφορμή το βιβλίο «Μέχρι να σκοτώσεις κι εσύ», που κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Πηγή.
Η ιστορία ανοίγει στο Λονδίνο του 1921, με έναν έφηβο που βλέπει τον εαυτό του εξερευνητή, έναν «μικρό» που παίζει με τη φύση, το κυνήγι, τη λάσπη, την ιδέα της δύναμης. Μα όσο προχωρά, τα παραμύθια σιγούν. Βγαίνουν στην επιφάνεια οικογενειακά μυστικά, έρχονται στην πόλη Ρώσοι αντεπαναστάτες, οι ίντριγκες πυκνώνουν, και το παιδί αναγκάζεται να γίνει άντρας, όχι από ηλικία, από ανάγκη.
Κι εκεί αρχίζει το πραγματικό δίλημμα που δεν είναι φιλοσοφία του καναπέ. Είναι ζυγαριά ζωής. Τι σημαίνει να είσαι «καλός άνθρωπος» όταν το αίμα εμφανίζεται ως εργαλείο, όταν η εξουσία μιλά για σκοπό, όταν το «κοινό καλό» δεν ζητά μόνο υπακοή, ζητά να λερώσεις τα χέρια σου. Γιατί το βιβλίο δεν σε χαϊδεύει. Σε ρωτά αν θα σπάσει η καλοσύνη σου μπροστά στη σήψη που προκαλούν οι άνθρωποι.
Συνέντευξη στη δημοσιογράφο Νεκταρία Βαρσαμή Πουλτσίδη
Κύριε Μητράκα, ανοίγετε με «Τα δέκατα τέταρτα γενέθλια» και μια σκηνή κυνηγιού, όπου το παιδί σκοτώνει και μετά αυτοαποκαλείται «διάβολος». Γιατί θέλατε να ξεκινήσει έτσι, από το ένστικτο, πριν από την πολιτική και τα μυστικά;
Κ.Μ.: Το ένστικτο είναι η αφετηρία κάθε χαρακτήρα. Έπειτα όσο εξελίσσεται ο χαρακτήρας, το ένστικτο θωρακίζεται με πόσα φίλτρα. Μα είναι πάντα εκεί. Η ιστορία του βιβλίου λοιπόν, όπως κάθε άλλη, ξεκινά με τις βάσεις. Η ζωή του πρωταγωνιστή μας, Τζερεμάια, θα είναι ταραχώδης και μάλλον είναι τυχερός που το ένστικτό του είναι το ανάλογο.
Ο πατέρας μιλά για τον πόλεμο σαν μνήμη που σώζει, σχεδόν σαν μύθο. Πώς χτίζετε αυτή τη φιγούρα εξουσίας, που μπορεί να είναι στοργική και τρομακτική μέσα στην ίδια φράση;
Κ.Μ.: Ο πατέρας του Τζερεμάια, ο Τζόσουα, σε όλο το βιβλίο ακροβατεί ανάμεσα σε δύο κόσμους. Μέσα του, στο τελευταίο του σπλάχνο κρυμμένη βρίσκεται μια παλιά εκδοχή του, ηθική και με όρια. Η κραυγή της όμως, αργεί να ακουστεί κι έτσι ο Τζόσουα φαντάζει πολεμοχαρής. Αλλά κάποτε αυτή η κραυγή γίνεται τόσο ισχυρή που ο πατέρας σαστίζει. Ο Τζόσουα να θυμάστε, είναι ένας άνθρωπος που νιώθει ασφάλεια στον πόλεμο και φόβο στην καλοσύνη.
Η μητέρα τραγουδά, υπάρχει μουσική, κρασί, ένα σπίτι που μοιάζει με ένα όμορφο κλίμα «ευημερίας». Κι όμως από κάτω ακούγεται κάτι σάπιο. Τι σας ενδιέφερε σε αυτή τη σύγκρουση, το μεγαλοαστικό περιτύλιγμα απέναντι στην ηθική αποσύνθεση;
Κ.Μ.: Ο Τζερεμάια βλέπει την μητέρα του, Έμιλι, ως μια γυναίκα που ενσαρκώνει την αγιοσύνη. Δεν την αγαπά απλώς, την θεοποιεί. Ωστόσο όταν μαθαίνει για τις ρωγμές στην ηθική της, ο κόσμος του σπάει σε πόσα γυαλιά. Φυσικά και τα βάζει με το μεγαλοαστικό περιτύλιγμα. Υποστηρίζει πως δεν είναι αυτό που μας κάνει ευτυχισμένους, «άρα μαμά γιατί να λερώσεις τα χέρια σου, αφού δεν χρειαζόμαστε τα ρουμπίνια για να είμαστε χαρούμενοι;». Ο Τζερεμάια όμως τότε δεν ήταν ακόμη έτοιμος να καταλάβει την απάντηση σε αυτή του την ερώτηση.
Βάζετε συνεχώς σύμβολα, σταυρός, σφαίρα, λάσπη, ροζ μπάλα, ομίχλη, αίμα. Θέλετε να μιλήσετε με σύμβολα, όχι μόνο με γεγονότα;
Κ.Μ.: Το μυαλό μας τείνει να συνδέει αντικείμενα με συναισθήματα. Σε όλο αυτό τον υλικό συμβολισμό κρύβονται δέος, φόβος, συμπόνια, αγάπη και πολλές άλλες αποχρώσεις του ψυχικού μας κόσμου. Κάθε αντικείμενο κρύβει αναμνήσεις και για κάθε ανάμνηση έχουμε ιστορίες. Έτσι κι ο ήρωας του βιβλίου, Τζερεμάια, απολαμβάνει να αποτυπώνει σε σύμβολα ιστορίες που μάλλον δυσκολεύεται να εξωτερικεύσει.
Στο κείμενο υπάρχει βία μεταξύ παιδιών, αλλά και μια ωμή ταξική πραγματικότητα, εργάτες, παλάτια, παιδιά που μεγαλώνουν διαφορετικά. Τι θέλατε να πείτε για το πώς η βία μαθαίνεται, από το σπίτι, από τον δρόμο ή από την εξουσία;
Κ.Μ.: Στο βιβλίο υπάρχει η φράση, «όταν ο πολιτισμός διαφθείρεται κι ο πολιτισμένος άνθρωπος παύει να σκέφτεται πολιτισμένα, τότε η βία βρίσκει χώρο κι ανθίζει». Η βία είναι ένστικτο. Κάποιοι, όπως είπα και πριν, έχουν βάλει πολλά φίλτρα πριν φτάσουν σε αυτή την αντίδραση, άλλοι όχι τόσα. Σε κάθε περίπτωση όμως, η βία απαιτεί μια αλλαγή που τρίζει τα θεμέλια του πολιτισμού για να θριαμβεύσει συλλογικά.
Υπάρχει μια τρυφερή, σχεδόν αφελής ερωτική ματιά του παιδιού προς τη Νταϊάνα, γιατί ήταν σημαντικό να συνυπάρχει ο ρομαντισμός με την ωμότητα από τόσο νωρίς;
Κ.Μ.: Μόνο η αγάπη ισορροπεί την όποια ωμότητα. Ο Τζερεμάια αγαπά τον ρομαντισμό της Νταιάνας. Γελά με κάθε «χαζή» κουβέντα της και «λιώνει» σε κάθε αυστηρή της ματιά. Για κάποιο διάστημα του βιβλίου η άμυνα του Τζερεμάια σε κάθε άσχημη όψη τριγύρω του ήταν η θύμηση ότι στην τελική πάντα μπορείς να ζωγραφίσεις κάθε γκρίζο με το έντονο κόκκινο του ρομαντισμού.
Ο πατέρας λέει: «θα σκοτώσω μέχρι την ημέρα που η οικογένειά μου θα είναι ευτυχισμένη». Αυτό είναι δόγμα. Πώς γράφεται ένας άνθρωπος που βαφτίζει το έγκλημα «καθήκον», χωρίς να τον κάνετε μονοδιάστατο κακό;
Κ.Μ.: Υπέροχη ερώτηση. Ναι αυτό είναι πράγματι το δόγμα του Τζόσουα. Ο πόλεμος του δίδαξε να επιβιώνει με κάθε κόστος. Έτσι και τώρα για το καλό της οικογένειας του δεν υπολογίζει κανέναν ηθικό φραγμό. Ο Τζόσουα δεν άφησε ποτέ το μέτωπο, αλλά έφερε τον πόλεμο μαζί του. Μαζί με τον πόλεμο όμως, κουβαλούσε πάντα και την συνείδηση. Μια συνείδηση αδίστακτη κι ειλικρινής. Δεν κρυβόταν απ’ τις αμαρτίες του κι ούτε φοβόταν τις ενοχές του. Κι αυτό γιατί ποτέ δεν αμφέβαλλε για το άλλο δόγμα του, το πιο σπουδαίο. Την επιβίωση της οικογένειας του.
Το βιβλίο σας θέτει το ζύγι, προσωπικό καλό απέναντι στο κοινό καλό. Θέλω να το πάω ένα βήμα πιο μέσα. Πότε, κατά τη γνώμη σας, το «κοινό καλό» γίνεται η πιο βολική δικαιολογία για προσωπικές φιλοδοξίες;
Κ.Μ.: Όταν φυσικά η φιλοδοξία είναι τόσο αχόρταγη που για να πετύχει τον σκοπό της μεταμφιέζεται με την μάσκα του «κοινού καλού». Ωστόσο αν τα μάτια μας είναι ανοιχτά πάντα μπορούμε να διακρίνουμε το κάθε περιτύλιγμα.
Πιστεύετε ότι η δύναμη της λογοτεχνίας μπορεί από μόνη της να αναδιαμορφώσει τον τρόπο με τον οποίο οι άνθρωποι βλέπουν τα βιβλία και την ανάγνωση; Ποια είναι η δική σας άποψη;
Κ.Μ.: Τα βιβλία είναι η κληρονομιά του ανθρώπινου πολιτισμού. Είναι ο τρόπος μας, χρησιμοποιώντας μελάνι και χαρτί, να αποθηκεύουμε την εξέλιξη. Η λογοτεχνία όμως εκτός από εξέλιξη εξιστορεί και περιπέτειες. Ποιος δεν θα ήθελε να ζήσει νέες εμπειρίες απλώς διαβάζοντας μερικές σελίδες;

