Στο «CorfuPress» φιλοξενούμε τις συγγραφείς κυρίες Μαρία Γιασσά και Μελίνα Ηλιοπούλου με αφορμή το παιδικό βιβλίο «Λίμπερτυ: Το πλοίο της ελευθερίας» που κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Παπαδόπουλος.
Με αφετηρία ένα χάρτινο καραβάκι που φτιάχνει ο μικρός Γιάννης σε ένα νησί του Αιγαίου και με οδηγό τις αφηγήσεις του παππού του, το βιβλίο ξετυλίγει με τρόπο ζεστό και κατανοητό την ιστορία των θρυλικών πλοίων Λίμπερτυ, πλοίων που σχεδιάστηκαν για να ναυπηγούνται γρήγορα, κουβάλησαν ανεφοδιασμό και ελπίδα στα χρόνια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου και αργότερα συνέβαλαν καθοριστικά στην ανασυγκρότηση της ελληνικής εμπορικής ναυτιλίας, δίνοντας εργασία και προοπτική σε χιλιάδες Έλληνες ναυτικούς.
Δεν πρόκειται για ένα «μάθημα ιστορίας» ντυμένο με παιδικές λέξεις, αλλά για μια αφήγηση που ενώνει το παιχνίδι με τη μνήμη και δείχνει στα παιδιά πως πίσω από κάθε καράβι υπάρχει ένας κόσμος ανθρώπων, κόπων, κινδύνων και ονείρων. Στο επίκεντρο μένει η θάλασσα ως πεπρωμένο και ως ταυτότητα, αλλά και το μήνυμα πως ακόμη και ένα μικρό, φαινομενικά ασήμαντο καραβάκι μπορεί να γίνει η αρχή για να ταξιδέψει ένα παιδί προς κάτι μεγαλύτερο, τη γνώση, την ευγνωμοσύνη, τη συνείδηση του “από πού ερχόμαστε”.
Στο βιβλίο επιλέγετε ως αφετηρία ένα απλό χάρτινο καραβάκι, κάτι που κάθε παιδί μπορεί να φτιάξει. Τι σας έδωσε αυτή η «μικρή» εικόνα ώστε να σηκώσει πάνω της μια τόσο μεγάλη ιστορία, και πώς αποφασίσατε να κάνετε τη ναυτιλία αφήγημα που να μιλά σε παιδιά;
Μ. Γ.: Το χάρτινο καραβάκι είναι ένα από τα πρώτα «ταξίδια» κάθε παιδιού. Είναι κάτι μικρό, εύθραυστο, αλλά γεμάτο φαντασία. Από εκεί ξεκινήσαμε, γιατί θέλαμε η ιστορία να πατά σε κάτι οικείο. Το παιχνίδι γίνεται γέφυρα για να περάσουμε σε κάτι μεγαλύτερο. Η ναυτιλία δεν παρουσιάζεται ως τεχνικό αντικείμενο, αλλά ως ανθρώπινη εμπειρία, γεμάτη ιστορίες. Παράλληλα, υπηρετώντας και επαγγελματικά τον κλάδο της ναυτιλίας, αντιλαμβάνομαι πόσο συχνά η προσφορά της δεν είναι απολύτως κατανοητή από τον μέσο άνθρωπο. Θέλαμε, λοιπόν, μέσα από μια παιδική ιστορία, να περάσουμε με απλό και φυσικό τρόπο πληροφορίες για τη σπουδαιότητα αυτού του τομέα, ειδικά για τη χώρα μας. Η Ελλάδα, παρά το μικρό της μέγεθος, καταφέρνει να έχει κυρίαρχη παρουσία στο παγκόσμιο εμπόριο μέσω της ναυτιλίας της, και αυτό είναι κάτι που αξίζει να γίνει γνωστό από νωρίς. Γιατί όχι, μάλιστα, να αποτελέσει και μια πρώτη, ανεπιτήδευτη πρόσκληση στα παιδιά να σκεφτούν, όταν μεγαλώσουν, τη ναυτιλία ως πιθανό επαγγελματικό δρόμο μέσα στο ευρύτερο ναυτιλιακό πλέγμα. Η ναυτιλία και η θάλασσα για την χώρα μας είναι μεγάλο κομμάτι της πολιτισμικής μας ταυτότητας.
Μ. Η.: Το μικρό χάρτινο καραβάκι είναι άρρηκτα συνδεδεμένο με τις μνήμες της παιδικής ηλικίας. Σχεδόν κάθε παιδί έχει προσπαθήσει κάποια στιγμή να το φτιάξει· και σε κάθε δίπλωμα του χαρτιού κρύβεται ένα όνειρο, μια ελπίδα, μια προσδοκία. Για μένα, ως εκπαιδευτικό, οι συμβολισμοί αποτελούν έναν πολύτιμο τρόπο να θέτω στόχους στα παιδιά και να τα ενθαρρύνω να τους ακολουθούν με πίστη και επιμονή. Με τον ίδιο τρόπο, το μικρό καραβάκι του βιβλίου λειτουργεί ως σύμβολο για τους μικρούς αναγνώστες: τους υπενθυμίζει ότι μπορούν να ονειρεύονται, να δοκιμάζουν, να ταξιδεύουν – ακόμα κι αν η θάλασσα δεν είναι πάντα ήρεμη. Είναι μια διακριτική πρόσκληση να πιστέψουν στον εαυτό τους και στη δύναμη που κρύβουν μέσα τους.
Το Λίμπερτυ είναι πλοία με βαριά ιστορία, πόλεμος, απώλειες, κίνδυνοι, αλλά και ελπίδα και ανοικοδόμηση. Ποιο ήταν το μεγαλύτερο στοίχημα στο να κρατήσετε το κείμενο παιδικό χωρίς να το «αποστειρώσετε» από την αλήθεια;
Μ. Γ.: Το στοίχημα ήταν να μη φοβηθούμε την αλήθεια, αλλά να τη φωτίσουμε σωστά. Ο πόλεμος, η απώλεια, ο κίνδυνος υπάρχουν, αλλά δεν κυριαρχούν. Προσπαθήσαμε να κρατήσουμε την αλήθεια ακέραιη, αλλά να τη δείξουμε μέσα από το βλέμμα της μνήμης και της ανθρώπινης αντοχής και συνεργασίας που αναδεικνύει και κάτι που συμβαδίζει με την παιδικότητα και αυτό είναι η ελπίδα.
Μ. Η.: Η ιστορία μπορεί και πρέπει πάντα να διδάσκει τα παιδιά.
Μέσα από το βιβλίο επιλέξαμε να παρουσιάσουμε την αλήθεια και τη σκληρότητα του πολέμου, χωρίς ωραιοποιήσεις, αλλά με σεβασμό στην παιδική ψυχή. Πιστεύω βαθιά ότι τα παιδιά δεν πρέπει να μεγαλώνουν σε ένα αποστειρωμένο περιβάλλον, αποκομμένα από τις πραγματικές πτυχές της ζωής, αλλά να έρχονται σε επαφή με όλες τις αλήθειες, με τρόπο που να μπορούν να τις κατανοήσουν.
Η παιδική λογοτεχνία έχει τη δύναμη να ανοίγει τέτοιους δρόμους και εμείς, όσοι γράφουμε για παιδιά, οφείλουμε να τολμάμε. Γιατί τα παιδιά ωριμάζουν μέσα από την αλήθεια· μαθαίνουν να σκέφτονται, να νιώθουν, να αναπτύσσουν ενσυναίσθηση και κριτική σκέψη. Και αυτός, τελικά, είναι ένας από τους πιο ουσιαστικούς ρόλους του παιδικού βιβλίου.
Ο παππούς λειτουργεί σαν γέφυρα μνήμης, όχι σαν δάσκαλος που παραδίδει μάθημα. Πώς δουλέψατε αυτή τη φωνή ώστε να βγαίνει ζεστασιά και εμπιστοσύνη, και όχι διδακτισμός;
Μ. Γ.: Θέλαμε η φωνή του να μοιάζει με εκείνες τις αφηγήσεις που ακούγαμε μικροί: λίγο θάλασσα, λίγο παραμύθι, λίγο αλήθεια. Να αφήνει χώρο στο παιδί να συμπληρώσει μόνο του.
Μ. Η.: Οι παππούδες αποτελούν τη γέφυρα που ενώνει το παρελθόν με το μέλλον. Ο παππούς μεταφέρει γνώσεις και βιώματα ζωής, ντυμένα πάντα με τρυφερότητα και αγάπη.
Στο Ιόνιο και ειδικά στην Κέρκυρα, η ναυτική μνήμη είναι βαθιά χαραγμένη στον τόπο, στα λιμάνια, στις οικογενειακές ιστορίες. Αν τo Λίμπερτυ ήταν σύμβολο, όχι πλοίο, ποια αξία θα θέλατε να εκπροσωπούν για τα παιδιά του σήμερα που μεγαλώνουν σε έναν κόσμο αβεβαιότητας και γρήγορων αλλαγών;
Μ. Γ.: Την ανθεκτικότητα, την ιδέα ότι ακόμη και σε δύσκολους καιρούς μπορείς να ξαναχτίσεις, να προχωρήσεις αλλά κα τη συλλογικότητα γιατί τίποτα μεγάλο δεν γίνεται μόνο του. Πίσω από κάθε πλοίο υπάρχουν άνθρωποι που συνεργάστηκαν, πίστεψαν και ρίσκαραν.
Μ. Η.: Η συνεργασία και η ανθεκτικότητα αποτελούν βασικά στοιχεία για το μέλλον. Παρότι η σύγχρονη ελληνική κοινωνία και το εκπαιδευτικό μας σύστημα καλλιεργούν στόχους στα παιδιά, δεν τους διδάσκουν ουσιαστικά πώς να συνεργάζονται και να αντέχουν στις δυσκολίες. Χρειάζεται μια ουσιαστική αλλαγή νοοτροπίας.
Συνδυάζετε δύο «κόσμους» που συνήθως δεν συναντιούνται εύκολα, την εκπαίδευση και την εμπορική ναυτιλία. Πώς μοιράσατε ρόλους και ευθύνες στη συγγραφή, και πώς κρατήσατε κοινό τόνο ώστε να ακούγεται μία ενιαία ιστορία;
Μ. Γ.: Είχαμε κοινή πρόθεση και κοινό σεβασμό στον αναγνώστη. Αυτό κράτησε τον τόνο ενιαίο, παρά τις διαφορετικές μας αφετηρίες
Μ. Η.: Εφαρμόσαμε την ουσία και την αξία της συνεργασίας…και το ταξίδι της συγγραφής ήταν συναρπαστικό.
Υπάρχει και μια πολύ ανθρώπινη διάσταση, οι ναυτικοί, οι οικογένειες, η προσμονή της επιστροφής. Αν έπρεπε να διαλέξετε μία σκηνή ή μία φράση που να συμπυκνώνει αυτό το «καράβια σαν τα παιδιά μας», ποια θα ήταν και γιατί;
Μ. Γ.: Τη στιγμή που το καραβάκι αφήνεται στο νερό. Εκεί υπάρχει αγωνία, ελπίδα και αποδοχή, επίσης όπως και τα καράβια έτσι και τα παιδιά, πρέπει να φύγουν κάποια στιγμή για να βρουν τον δρόμο τους , να κυνηγήσουν τα όνειρα τους και να αδράξουν όλα όσα χαρίζουν οι διαδρομές της ζωής.
Μ. Η.: Θα επέλεγα τη φράση…δεν είπαν πολλά, μόνο κοιτάχτηκαν και τα μάτια τους γέμισαν δάκρυα. Ηταν δάκρυα που μιλούσαν για όλα όσα είχαν ζήσει, για χαρές, κόπους, ταξίδια και όνειρα. Αυτό είναι η ζωή των ναυτικών…λιγα λόγια, πολλές εμπειρίες και πάντα η προσμονή της επιστροφής.
Σήμερα που τα παιδιά μεγαλώνουν με οθόνες και γρήγορα ερεθίσματα, τι ελπίζετε ότι θα αλλάξει μέσα τους μετά το κλείσιμο του βιβλίου; Και πιστεύετε ότι η δύναμη της λογοτεχνίας μπορεί από μόνη της να αναδιαμορφώσει τον τρόπο με τον οποίο οι άνθρωποι βλέπουν τα βιβλία και την ανάγνωση; Ποια είναι η δική σας άποψη;
Μ. Γ.: Εν μέρη ελπίζω να κοιτάξουν τη θάλασσα, τα πλοία και το πλέγμα γύρω από την ναυτιλία με περισσότερη περιέργεια και σεβασμό αλλά υπάρχουν και τα βαθύτερα νοήματα του να ελπίζεις, να ονειρεύεσαι, να θέλεις να είσαι ελεύθερος. Τίποτα δεν είναι ακατόρθωτο αν το θέλεις πραγματικά υπάρχει πάντα ο τρόπος και η συλλογική δύναμη των ανθρώπων που μπορεί να κάνει τα «αδύνατα» δυνατά . Η λογοτεχνία, μέσα από τις λέξεις και τις εικόνες, μπορεί να γεννήσει συναισθήματα που μοχλεύουν εσωτερικές δυνάμεις και οδηγούν σε αλλαγές, τόσο στον κόσμο όσο και στον τρόπο που τον αντιλαμβανόμαστε. Και πιστεύω πως, παρά τον θόρυβο και την ταχύτητα της εποχής μας, υπάρχει βαθιά μέσα μας το ένστικτο και η έμφυτη ανάγκη για το αυθεντικό, για ό,τι γλυκαίνει την ψυχή. Η ανάγνωση των βιβλίων είναι πιο συμβατή με τον βιότυπό μας, τόσο σε ψυχικό όσο και σε σωματικό επίπεδο.
Μ. Η.: Ως εκπαιδευτικός και συγγραφέας αγωνίζομαι καθημερινά να φέρω τα παιδιά πιο κοντά στο βιβλίο. Η οθόνη τα καθηλώνει και στενεύει τον ορίζοντά τους, ενώ το βιβλίο καλλιεργεί τη φαντασία και ανοίγει δρόμους για όνειρα και στόχους. Παράλληλα, η παιδική λογοτεχνία συμβάλλει ουσιαστικά στη διαμόρφωση σωστού προφορικού και γραπτού λόγου. Η λογοτεχνία πρέπει να γίνει κομμάτι της καθημερινότητάς μας, στο σχολείο και στην οικογένεια, ως μια φυσική προέκταση της σκέψης και της ψυχής μας. Το βιβλίο μας μαθαίνει, μας ταξιδεύει και μας φέρνει σε διάλογο με τον εαυτό μας.

