Μια εκλογική ανατροπή, μια πολεμική διάψευση και η αναζήτηση μιας διαφορετικής πολιτικής έκφρασης στις ΗΠΑ
Η ήττα του Ντόναλντ Τραμπ στις ενδιάμεσες εκλογές της 3ης Νοεμβρίου είναι αναμφισβήτητη και βαριά. Οι Δημοκρατικοί ανέκτησαν τον έλεγχο και των δύο σωμάτων του Κογκρέσου, της Βουλής των Αντιπροσώπων και της Γερουσίας. Με καταμετρημένο μεγάλο μέρος των ψήφων, εξασφάλισαν τουλάχιστον 228 έδρες στη Βουλή και 54 στη Γερουσία, μαζί με τους δύο ανεξάρτητους που συνεργάζονται μαζί τους. Η ανατροπή είναι εντυπωσιακή, καθώς οι Ρεπουμπλικανοί είχαν την πλειοψηφία και στα δύο σώματα. Οι Δημοκρατικοί κέρδισαν έδρες ακόμη και σε πολιτείες και περιφέρειες που είχαν στηρίξει καθαρά τον Τραμπ το 2024.
Δεν πρόκειται απλώς για μια συνηθισμένη εκλογική φθορά της κυβερνητικής παράταξης. Το αποτέλεσμα αποτυπώνει μια ευρύτερη δυσαρέσκεια απέναντι στην πολιτική του Αμερικανού προέδρου, στην οικονομική ανασφάλεια, στην πολεμική εμπλοκή και στον αυταρχικό τρόπο άσκησης της εξουσίας.
Η ήττα δεν περιορίστηκε στο Κογκρέσο. Οι Δημοκρατικοί πέτυχαν σημαντικές νίκες και στις εκλογές για τα κυβερνεία των πολιτειών. Ανέκτησαν τέσσερα κυβερνεία που βρίσκονταν στα χέρια των Ρεπουμπλικανών: στην Τζόρτζια, στην Αϊόβα, στο Οχάιο και στο Τέξας. Έτσι, πέρασαν σε πλειοψηφική θέση μεταξύ των κυβερνητών των αμερικανικών πολιτειών, για πρώτη φορά από το 2010.
Στο Τέξας, η Gina Hinojosa νίκησε τον εν ενεργεία κυβερνήτη Greg Abbott και έγινε η πρώτη Λατίνα κυβερνήτης στην ιστορία της πολιτείας.
Στη Τζόρτζια, η Keisha Lance Bottoms επικράτησε του Ρεπουμπλικανού Rick Jackson και έγινε η πρώτη μαύρη γυναίκα που εκλέγεται κυβερνήτης στις ΗΠΑ. Στην Αϊόβα, ο Rob Sand νίκησε τον Zach Lahn, ενώ στο Οχάιο η Amy Acton επικράτησε του Vivek Ramaswamy, σε μια πολιτεία που είχε ψηφίσει τον Τραμπ με διαφορά μεγαλύτερη των έντεκα ποσοστιαίων μονάδων το 2024.
Η περίπτωση της Acton είναι ιδιαίτερα αποκαλυπτική. Η εκστρατεία του Ramaswamy χρησιμοποίησε ένα εξαιρετικά προσβλητικό διαφημιστικό βίντεο με τη μητέρα της, η οποία είχε αποξενωθεί από την κόρη της επί δεκαετίες. Ο Τραμπ όχι μόνο δεν αποστασιοποιήθηκε από την επίθεση, αλλά υπερασπίστηκε δημόσια τη συνέχισή της, χαρακτηρίζοντας την Acton «δίκαιο στόχο». Η νίκη της, παρά την προσωπική αυτή εκστρατεία και την ανοιχτή υποστήριξη του προέδρου προς τον αντίπαλό της, αποτελεί χαρακτηριστικό δείγμα των ορίων της πολιτικής του διασυρμού και του εκφοβισμού.
Οι εκλογές ανέδειξαν και άλλες ιστορικές πρωτιές: στο Ουισκόνσιν ο David Crowley επικράτησε του Ρεπουμπλικανού Tom Tiffany και έγινε ο πρώτος μαύρος κυβερνήτης της πολιτείας.
Στη Φλόριντα, αντίθετα, επικράτησε ο μαύρος Ρεπουμπλικανός Byron Donalds, στενός πολιτικός σύμμαχος του Τραμπ.
Ένα από τα σημαντικότερα στοιχεία της αντίφασης ανάμεσα στις προεκλογικές διακηρύξεις του Τραμπ και στην πολιτική που ακολούθησε είναι η πολεμική εμπλοκή με το Ιράν, σε συνεργασία με το Ισραήλ.
Ο πόλεμος παρατάθηκε, οι εξηγήσεις για τους στόχους του μεταβάλλονταν και η αμερικανική κοινωνία βρέθηκε αντιμέτωπη με τις συνέπειες μιας ακόμη μεγάλης στρατιωτικής περιπέτειας. Το κόστος της σύγκρουσης, η ενεργειακή αναστάτωση και η επιβάρυνση της καθημερινότητας προστέθηκαν στην ήδη έντονη δυσαρέσκεια για την ακρίβεια.
Τα στοιχεία των exit polls είναι ενδεικτικά: σχεδόν εννέα στους δέκα ψηφοφόρους χαρακτήρισαν το κόστος ζωής σημαντικό παράγοντα της ψήφου τους, ενώ περίπου τα δύο τρίτα απέδωσαν στον Τραμπ ευθύνη για τις υψηλές τιμές. Ο ίδιος ο πρόεδρος αναγνώρισε ότι ο πόλεμος με το Ιράν συνέβαλε στις εκλογικές απώλειες των Ρεπουμπλικανών, ενώ ο αντιπρόεδρος J. D. Vance τον ανέφερε επίσης ως έναν από τους λόγους της ήττας.
Η αντίδραση στην πολιτική Τραμπ δεν εκφράστηκε αποκλειστικά με μια μετατόπιση προς το πολιτικό κέντρο. Στο εσωτερικό του Δημοκρατικού Κόμματος ενισχύθηκαν φωνές που ζητούν πιο προωθημένες κοινωνικές πολιτικές, μεγαλύτερη προστασία των εργαζομένων, δημόσια υγεία για όλους και περιορισμό της επιρροής του μεγάλου χρήματος στην πολιτική.
Χαρακτηριστική είναι η εκλογή του Abdul El-Sayed στη Γερουσία από το Μίσιγκαν. Ο 42χρονος πρώην αξιωματούχος δημόσιας υγείας έγινε ο πρώτος μουσουλμάνος που εκλέγεται στη Γερουσία των ΗΠΑ. Η προεκλογική του πλατφόρμα περιλάμβανε την καθολική πρόσβαση στην υγειονομική περίθαλψη μέσω του Medicare for All, τη μείωση του κόστους ζωής και τον περιορισμό της εταιρικής επιρροής στην πολιτική. Η νίκη του αποτελεί σημαντική επιτυχία της προοδευτικής πτέρυγας των Δημοκρατικών.
Παράλληλα, η επιτυχία υποψηφίων που υποστηρίχθηκαν από οργανώσεις της προοδευτικής Αριστεράς στις εσωκομματικές διαδικασίες δείχνει ότι υπάρχει ένα κοινωνικό ακροατήριο που δεν αρκείται στην απλή επιστροφή των Δημοκρατικών στην εξουσία.
Ο Τραμπ είχε συστηματικά χαρακτηρίσει τους πολιτικούς του αντιπάλους «αριστερούς», «κομμουνιστές» και ακόμη και «τρομοκράτες». Η εκλογική ενίσχυση, όμως, ορισμένων προοδευτικών φωνών δείχνει ότι η επιθετική αυτή ρητορική δεν κατάφερε να τις εξαφανίσει. Αντίθετα, η πολιτική του Τραμπ φαίνεται να λειτούργησε και ως καταλύτης για την ανάδειξη πιο ριζοσπαστικών κοινωνικών αιτημάτων.
Χρειάζεται, βέβαια, προσοχή: δεν σημαίνει ότι οι ΗΠΑ μετατοπίστηκαν συνολικά προς τα αριστερά ούτε ότι το Δημοκρατικό Κόμμα μετατράπηκε σε κόμμα της Αριστεράς. Σημαίνει, όμως, ότι μέσα στην εκλογική ήττα του Τραμπ εκφράστηκε και μια αναζήτηση διαφορετικής κοινωνικής και πολιτικής εκπροσώπησης.
Σημαντικό ρόλο έπαιξε και η σκληρή αντιμεταναστευτική πολιτική της κυβέρνησης. Οι επιχειρήσεις της ICE, οι επιδρομές, οι συλλήψεις και οι απελάσεις δημιούργησαν κλίμα φόβου σε μεγάλες κοινότητες μεταναστών, με ιδιαίτερη επίδραση στους Λατίνους.
Η δυσαρέσκεια δεν περιορίστηκε σε όσους είχαν εξαρχής αντίθετη στάση απέναντι στον Τραμπ. Άγγιξε και ανθρώπους που είχαν στηρίξει την εκλογή του, προσδοκώντας ότι θα αντιμετώπιζε τα οικονομικά τους προβλήματα και όχι ότι θα τους έκανε να αισθάνονται διαρκώς υπό απειλή.
Σύμφωνα με έρευνα του Pew Research Center, που πραγματοποιήθηκε από τις 28 Σεπτεμβρίου έως τις 4 Οκτωβρίου 2026 σε 774 εγγεγραμμένους ισπανόφωνους ψηφοφόρους, το 70% θεωρούσε ότι οι πολιτικές της κυβέρνησης Τραμπ έβλαπταν τους Ισπανόφωνους, ενώ το 61% εκτιμούσε ότι η κατάστασή τους ήταν χειρότερη από έναν χρόνο πριν. Η ίδια έρευνα κατέγραφε σημαντική υποχώρηση της δημοτικότητας του Τραμπ μεταξύ των Λατίνων που τον είχαν ψηφίσει το 2024. Τα στοιχεία αυτά δείχνουν το μέγεθος της δυσαρέσκειας σε μια κοινωνική ομάδα που είχε συμβάλει στην εκλογική νίκη του Τραμπ.
Ασφαλώς, οι ενδιάμεσες εκλογές στις ΗΠΑ έχουν τη δική τους ιστορική δυναμική. Από το 1938, το κόμμα του εκάστοτε προέδρου έχασε έδρες στη Βουλή των Αντιπροσώπων στις 20 από τις 22 ενδιάμεσες εκλογικές αναμετρήσεις. Η δυσαρέσκεια απέναντι στην κυβέρνηση και η τάση των ψηφοφόρων να περιορίζουν την εξουσία του προέδρου αποτελούν συνηθισμένο φαινόμενο.
Αυτό, όμως, δεν αρκεί για να εξηγήσει τη φετινή έκταση της ήττας. Η απώλεια και των δύο σωμάτων του Κογκρέσου, οι ανατροπές σε πολιτείες που θεωρούνταν ασφαλείς για τους Ρεπουμπλικανούς, οι νίκες στα κυβερνεία και η υποχώρηση της δημοτικότητας του Τραμπ σε κοινωνικές ομάδες που είχαν στηρίξει την εκλογή του συνθέτουν μια πολύ ευρύτερη εικόνα.
Υπάρχει, τέλος, και ένας δομικός περιορισμός της αμερικανικής πολιτικής ζωής: το βαθιά εδραιωμένο δικομματικό σύστημα. Η εκλογική διαδικασία, η χρηματοδότηση των εκστρατειών και η πολιτική παράδοση καθιστούν εξαιρετικά δύσκολη την ανάπτυξη ενός τρίτου κόμματος με ουσιαστική πανεθνική παρουσία. Έτσι, οι προοδευτικές και αριστερές φωνές αναζητούν συνήθως χώρο μέσα στους Δημοκρατικούς, ενώ οι ακροδεξιές τάσεις βρίσκουν έκφραση κυρίως στο εσωτερικό των Ρεπουμπλικανών.
Η ήττα του Τραμπ δεν σημαίνει ότι εξαφανίστηκε ο τραμπισμός, ούτε ότι οι ΗΠΑ μετατράπηκαν ξαφνικά σε μια προοδευτική κοινωνία. Η πολιτική του βάση εξακολουθεί να υπάρχει, όπως εξακολουθούν να υπάρχουν οι κοινωνικές αντιθέσεις και οι μηχανισμοί που τον έφεραν στην εξουσία.
Η κάλπη, όμως, έστειλε ένα σαφές μήνυμα. Ένα σημαντικό τμήμα της αμερικανικής κοινωνίας δεν αποδέχεται πλέον χωρίς αντίδραση τον συνδυασμό πολεμικής εμπλοκής, οικονομικής ανασφάλειας, αυταρχισμού, αντιμεταναστευτικής καταστολής και πολιτικής του φόβου.
Το κρίσιμο ερώτημα αφορά πλέον τους ίδιους τους Δημοκρατικούς. Θα αξιοποιήσουν αυτή τη νίκη για να διαμορφώσουν μια πραγματική κοινωνική και πολιτική εναλλακτική ή θα περιοριστούν στην αποκατάσταση της θεσμικής ισορροπίας και στην επιστροφή τους στη διαχείριση της εξουσίας;
Γιατί η αμερικανική κάλπη δεν έδωσε απλώς μια απάντηση στον Τραμπ. Έθεσε και ένα ερώτημα για το μέλλον της ίδιας της αμερικανικής κοινωνίας.

