Έγινε κάτι σαν σεισμός επτά Ρίχτερ στην κερκυραϊκή κοινωνία τον Φλεβάρη του 1971. Όλοι στην Κέρκυρα, την Αθήνα και το εξωτερικό, πλην ελαχίστων, ήξεραν ότι το βράδυ της 13/14 Σεπτέμβρη 1943 το οικογενειακό αρχείο με την επιστολογραφία και κειμήλια του Ιωάννη Καποδίστρια – του μεγάλου εκείνου διπλωμάτη που το έργο και η ζωή του ήταν από τον 19ο αιώνα αντικείμενο μελετών και βιβλίων στις μεγάλες ευρωπαϊκές πρωτεύουσες – είχε γίνει στάχτη από τις ναζιστικές εμπρηστικές και εκρηκτικές βόμβες, μαζί με ολόκληρη τη Δημόσια Βιβλιοθήκη του νησιού. Αυτό είχε ανακοινωθεί με κάθε επισημότητα πριν από 28 χρόνια και το βεβαίωναν κατηγορηματικά, κατά καιρούς, διάφοροι εκπρόσωποι της οικογένειάς του. Πώς είναι δυνατόν να έρχονται τώρα στην επιφάνεια και να κυκλοφορούν σε βιβλίο από έναν Έλληνα πανεπιστημιακό της Βιέννης – που δεν κατείχε την ιταλική γλώσσα της αλληλογραφίας του Κυβερνήτη με τους δικούς του και ενώ Κέρκυραίοι λόγιοι έψαχναν επί δεκαετίες οτιδήποτε τον αφορούσε κι έγραφαν για εκείνον το ένα εγκωμιαστικό βιβλίο μετά το άλλο – ούτε ένα ούτε δύο αλλά 176 ολόκληρα «ανέκδοτα» γράμματα που είχε στείλει στον πατέρα του από τη Ρωσία και άλλες χώρες πριν από 150-160 χρόνια;
Σίγουρα, πίστευαν πολλοί, θα είναι πλαστά. Φήμες θεωρούσαν και αυτό που ψιθυριζόταν ότι ίσως εμπλέκεται ένας 90χρονος καθηγητής ιταλικής φιλολογίας – σύμβολο του κομμουνισμού στο νησί, που είχε δώσει σε παιδιά τα οποία βάπτισε, άκουσον-άκουσον, το όνομα Λένιν!
Η σάλα της Αναγνωστικής Εταιρίας Κέρκυρας είχε γεμίσει πιο ασφυκτικά από ποτέ αργά το απόγευμα στις 22 Φλεβάρη 1971, όταν έσκασε το μυστικό και άφησε άφωνο το κοινό. Τις επιστολές είχε παραδώσει στον υφηγητή του Πανεπιστημίου της Βιέννης, Πολυχρόνη Ενεπεκίδη, συγγραφέα μιας μελέτης για τον Κυβερνήτη Καποδίστρια, τον Ρήγα Φεραίο και τον Αλέξανδρο Υψηλάντη, η πρώην δήμαρχος της πόλης επί μερικούς μήνες και σύζυγος του μέλους οικογένειας μεγαλοβιομηχάνων και ισχυρών πολιτικών παραγόντων του νησιού, δημάρχου Σταμάτιου Δεσύλλα (1892-1955), Μαρία Δεσύλλα – Καποδίστρια (1898-1980), που έμενε στη γνωστή ως Κουκουρίτσα περιοχή λίγο έξω από την πόλη, εκεί όπου έστεκε ένα από τα παλαιά αγροκτήματα των Καποδίστρια και σήμερα εδρεύει το κερκυραϊκό Μουσείο Καποδίστρια – Κέντρο Καποδιστριακών Μελετών. Τις είχε κληρονομήσει από τον πατέρα της και πολιτικό Αντώνιο Καποδίστρια (1829-1906), εγγονό του φιλόλογου και επιχειρηματία Γεωργίου Καποδίστρια (1783-1841). Ο τελευταίος ήταν αδελφός του πρώτου Κυβερνήτη της χώρας, Ιωάννη Καποδίστρια (Κέρκυρα, 11 Φλεβάρη 1776 – Ναύπλιο, 27 Σεπτέμβρη 1831). Οι επιστολές αυτές, παρόλο που αποτελούν σημαντικά ιστορικά τεκμήρια, δεν είχαν παραδοθεί με το πολιτικό αρχείο Καποδίστρια στη Δημόσια Βιβλιοθήκη Κέρκυρας, είτε γιατί κρίθηκε πως περιλάμβαναν προσωπικά και οικογενειακά θέματα είτε για λόγους κληρονομικού καταπιστεύματος.
Η ίδια ήταν παρούσα στην εκδήλωση, όπως και άλλα μέλη της οικογένειας Καποδίστρια, που ενημερώθηκαν εκ των υστέρων για την πρωτοβουλία της. Δεν ήταν εκεί, πάντως, ο «ύποπτος» φιλόλογος, τον οποίο οι τοποτηρητές της χούντας των συνταγματαρχών της εποχής, τέσσερα περίπου χρόνια νωρίτερα, ανήμερα του πραξικοπήματος το 1967 και ενώ ήταν στα 86 του, τον είχαν καλέσει να προσέλθει στο Παλαιό Φρούριο «με τα μπογαλάκια του» ανά χείρας· και ο οποίος τρία χρόνια μετά, έπειτα από την πτώση της χούντας, θα ανέβαινε υποβασταζόμενος δεκάδες σκαλοπάτια για να μιλήσει σε Κερκυραίους κομμουνιστές, στα γραφεία τους στον τρίτο όροφο επί της οδού Γεωργίου Θεοτόκη 50, κοντά στην πλατεία Σαρόκο, για τις διαδικασίες της ίδρυσης και τα πρώτα χρόνια της λειτουργίας του κόμματός του: του Κομμουνιστικού Κόμματος Ελλάδας.
![]() | ![]() |
Ο Π. Ενεπεκίδης (1917-2014, βλ. πιο πάνω τον ίδιο, καθώς και τη Μαρία Δεσύλλα – Καποδίστρια), συγγραφέας πολλών σημαντικών ιστορικών βιβλίων, συνεργάτης μεγάλων αθηναϊκών εφημερίδων και τελικά επικεφαλής του Ινστιτούτου Βυζαντικών Σπουδών του Πανεπιστημίου της Βιέννης, «τα μάσαγε» σχετικά με τον μεταφραστή των επιστολών στη σάλα της Αναγνωστικής, προτού αρχίσει την ομιλία του για το νέο βιβλίο που ετοίμαζε. Ούτε στη διάρκειά της έκανε σοφότερο το κοινό. Δεν ήταν αυτός ο μεταφραστής, έλεγε εμμέσως πλην σαφώς, ενώ ο απών Νίκος Βαρότσης (1881-1977, εικονίζεται στην εισαγωγική εικόνα), ο «ύποπτος» φιλόλογος που λέγαμε και ο οποίος είχε σπουδάσει ιταλική φιλολογία στην Ιταλία και όποτε δεν ήταν φυλακή ή εξορία για τις κομμουνιστικές του πεποιθήσεις δίδασκε τα ιταλικά στην Κέρκυρα, απλώς είχε κάνει μια «πρώτη μετάφραση» των επιστολών – αυτό ειπώθηκε. Τελικά ο Ενεπεκίδης είπε ότι ο Βαρότσης, εκτός από αυτό, έκανε και την «αντιγραφή από τα πρωτότυπα» της Δεσύλλα-Καποδίστρια, που δεν ήταν και πολύ ευανάγνωστα, ούτε εύκολα γλωσσικά. Στη Βιέννη συνειδητοποίησε, πρόσθεσε στο τέλος, τη «σημαντική βοήθεια του ιταλομαθούς γηραιού Κερκυραίου». Με τούτα και με τ’ άλλα δεν «έβγαινε άκρη» για την ταυτότητα του μεταφραστή των επιστολών και ο τοπικός Τύπος -άλλο που δεν ήθελαν κάποιοι- δεν αναφέρθηκε στον «μπάρμπα-Νίκο» Βαρότση, που έχαιρε κατά τα άλλα γενικής εκτίμησης, τον σέβονταν όλοι σχεδόν, παραμέριζαν για να περάσει, έκανε συχνά το καλό και «το ‘ριχνε στο γιαλό». Η όλη δουλειά με τις επιστολές είχε ξεκινήσει, στην Κουκουρίτσα, δώδεκα χρόνια πριν, το καλοκαίρι του 1959, ενώ ο Βαρότσης ήταν στέλεχος της τοπικής ΕΔΑ, του κόμματος που το εκτός νόμου τότε ΚΚΕ υποστήριζε και επηρέαζε.

«Θυμάμαι σαν να ‘ναι τώρα τον παππού μου σκυμμένο σε κάτι γράμματα να τον ρωτάω, παιδί που ήμουν ακόμα, “τι κάνεις αυτού παππού” και να μου λέει “μεταφράζω γράμματα του Καποδίστρια από τα ιταλικά στα ελληνικά, παιδί μου” – ήταν το 1960 ή 1961 αυτό που σας λέω», αναφέρει σήμερα ο Νίκος Βαρότσης (βλ. πάνω), ομότιμος καθηγητής του Πολυτεχνείου Κρήτης και εγγονός του «μπάρμπα-Νίκου», προσθέτοντας: «Κρίμα, ντροπή που δεν έγραψαν στο βιβλίο ότι αυτός ήταν ο μεταφραστής των επιστολών, τόσο κόπο κιόλας που έκανε, δουλεύοντας χρόνια με τα γράμματα του Κυβερνήτη για να δώσει το καλύτερο αποτέλεσμα».

Πράγματι, έτσι έγινε, στα τέλη του 1972, όταν οι αθηναϊκές Εκδόσεις Βίκτωρος Α. Παπαζήση, λόγιου αντιδικτατορικού αγωνιστή (1937-2009) που τότε ήταν κρατούμενος της χούντας και αφέθηκε ελεύθερος το 1973, κυκλοφόρησαν το βιβλίο «Ιωάννης Καποδίστριας: 176 ανέκδοτα γράμματα προς τον πατέρα του, 1809-1820», με -μόνο- την υπογραφή του Πολυχρόνη Ενεπεκίδη και αντιδεοντολογική παράλειψη, προφανώς όχι με ευθύνη του εκδοτικού οίκου, κάθε αναφοράς στο όνομα του μεταφραστή. Δεν «χώρεσε» το όνομα του Νίκου Βαρότση στις σελίδες του. Κι όμως, το 78% των 302 σελίδων του βιβλίου ήταν οι μεταφράσεις του και μαζί χρονολογικά και χωρικά στοιχεία του ιδίου γι’ αυτές. Μόνο κάτι μισόλογα, τα ίδια που είχαν αναφερθεί στην Αναγνωστική τον Φλεβάρη του 1971, αναφέρονταν πάλι για εκείνον στην Εισαγωγή του βιβλίου, που γράφτηκε βέβαια από τον ίδιο τον Ενεπεκίδη, ήταν μάλλον υψηλού ποιοτικού επιπέδου και φέρει ημερομηνία Σεπτέμβρης 1972.
Σαράντα τέσσερα χρόνια πια μετά, στις ιστορικές Εκδόσεις Παπαζήση, που έκαναν την εμφάνισή τους στην αγορά του βιβλίου το 1929 και στη διάρκεια της χούντας μπόρεσαν να αποτελέσουν εστία αντίστασης, ενώ είχαν ξεχωρίσει από τη δεκαετία του 1950 για τις πολιτικού, επιστημονικού και ανθρωπιστικού περιεχομένου εκδόσεις τους, δεν υπάρχουν πια στοιχεία για εκείνο το προ πολλού εξαντλημένο, φυσικά, βιβλίο.
«Οπωσδήποτε συνέβαιναν διάφορα με τα βιβλία και τους δημιουργούς τους επί χούντας», είναι το μοναδικό σχόλιο-απάντηση όταν ρωτήθηκαν για πιθανά στοιχεία επαφών τους με τους συντελεστές της έκδοσης ή εμπόδια που συνάντησαν. Είναι γνωστό άλλωστε ότι ούτε ο Ενεπεκίδης ήταν αρεστός στους κυρίαρχους χουντικούς κύκλους.
Στο θεωρούμενο επί μακρόν πνευματικό προπύργιο της μεγαλοαστικής τάξης της Κέρκυρας και ευρύτερα της χώρας και παλαιότερο πνευματικό ελληνικό Ίδρυμα, την ιδρυθείσα το 1836 Αναγνωστική Εταιρία Κέρκυρας -που είναι κατά το 1/3 ιδιοκτήτης του τοπικού Μουσείου Καποδίστρια, με τα άλλα 2/3 να μοιράζονται ανάμεσα στην Εταιρεία Κερκυραϊκών Σπουδών και τη Φιλαρμονική Εταιρεία Κέρκυρας, χάρη σε δωρεά της Μαρίας Δεσύλλα – Καποδίστρια στους τρεις αυτούς φορείς- δεν υπάρχουν αμφιβολίες για την ταυτότητα του μεταφραστή των άγνωστων μέχρι και πριν από 44 χρόνια 176 επιστολών του Ι. Κ. Το παλαιότερο στέλεχός της, ο πρώην πρόεδρός της, Γιάννης Πιέρης, είναι κατηγορηματικός: «Ο μπάρμπα-Νίκος δεν ανέβηκε ποτέ τα σκαλιά της Αναγνωστικής. Αλλά αυτός ήταν ο μεταφραστής, όλοι το ξέραμε όταν βγήκε το βιβλίο, είχαμε βεβαιωθεί. Ήταν δύσκολα τα χρόνια. Η Αναγνωστική άνοιξε τις πόρτες της στον Ενεπεκίδη. Υπήρξαν βέβαια και κάποιες αντιδράσεις και σχόλια, για διάφορους λόγους, όπως συμβαίνει μερικές φορές. Η οικογένεια Καποδίστρια ήταν παρούσα στην εκδήλωσή μας. Ο Ενεπεκίδης μάς είχε ευχαριστήσει κι εμάς και την οικογένεια».
Για το φιλολογικό επίπεδο του Ν. Βαρότση, τον οποίο είχε γνωρίσει και είχε επιτύχει κάποια συνεργασία μαζί του για θέμα σχετικά με Κερκυραίο ποιητή, ο πρόεδρος της Εταιρείας Κερκυραϊκών Σπουδών, Περικλής Παγκράτης, θυμάται ότι «ήταν συνδρομητής στο περιοδικό “Επιθεώρηση Τέχνης” και γύρω στα 1923 είχε υπογράψει στην Κερκυραϊκή Ανθολογία με τα αρχικά Ν. Β. μια κριτική μελέτη για τον Κερκυραίο ποιητή Σπύρο Νικοκάβουρα που είχε γράψει ποιήματα και για τον Λένιν, την Επανάσταση και άλλα τέτοια θέματα, πριν στραφεί σε διαφορετικά ζητήματα. Είχε μια φοβερή βιβλιοθήκη στο γραφείο όπου μας έκανε μάθημα ιταλικής γλώσσας. Τα βιβλία έπιαναν και τους τέσσερις τοίχους του δωματίου, από το πάτωμα ως το ταβάνι. Ήταν πολύ φίλος με τον συγγραφέα Γιάννη Μπεράτη, που σε κάποιο βιβλίο του είχε αναφορές σε αυτόν. Θυμάμαι στη βιβλιοθήκη του τα πολύτομα “Άπαντα” του Παλαμά. Ήμουν στην τρίτη τάξη του Λυκείου και πήγαινα και του διάβαζα τις Κυριακές, γιατί δεν έβλεπε πια καλά, βιβλία του Αντώνη Σαμαράκη – μετά με έστειλε στου “Λυκούδη” να του τα αγοράσω όλα για να τα έχει στη βιβλιοθήκη του. Είχε άριστη άποψη για Σολωμό, Κάλβο, Παλαμά, Σικελιανό, Βάρναλη και βέβαια για Μαβίλη και Θεοτόκη, ενώ δεν απέρριπτε τους νεότερους, όπως ο Ελύτης και ο Σεφέρης, κατανοώντας ότι έχουν αλλάξει τα δεδομένα από την εποχή του Μαβίλη. Θυμάμαι επίσης στη βιβλιοθήκη του τα βιβλία του Γιάννη Ρίτσου και του Τάσου Λειβαδίτη». Ο Βαρότσης του είχε δανείσει τους δύο πρώτους δίσκους με τη μελοποίηση του «Άξιον Εστί» από τον Μίκη Θεοδωράκη.
![]() | ![]() |
Οι θέσεις του Ενεπεκίδη και οι αντιδράσεις του τοπικού πνευματικού «ιερατείου»
Στον Πρόλογο των επιστολών, όπως και στην ομιλία που είχε κάνει στην Αναγνωστική και σε άλλες ανάλογες τοποθετήσεις του σχετικά με το βιβλίο, ο Ενεπεκίδης έκανε λόγο για ένα τραγικό μοτίβο στη ζωή του Κυβερνήτη με το τέλος της μέσω της δολοφονίας του, σαν σήμερα 27 Σεπτέμβρη, το 1831, ως ήρωα μιας αρχαίας τραγωδίας. Το τραγικό στοιχείο το συνθέτουν, υποστήριξε, αφενός «οι γυμνοί και πεινασμένοι του αιμόφυρτου από τον αγώνα για την ελευθερία ελληνικού λαού, που δεν σκέπτονται να ντύσουν πρώτα την γύμνια τους και να χορτάσουν την πείνα τους, αλλά θέλουν να ξεδιψάσουν πρώτα από την λευτεριά, να την χαρούν έπειτα από τόσον καιρό σαν δική τους, αφού την κέρδισαν μόνοι τους», αφετέρου το «ότι στο πνεύμα και την καρδιά του πρώτου Κυβερνήτου της Ελλάδος είχε αρχίσει να ανθή δειλά κάποιος φιλελευθερισμός, οι ρίζες ωστόσο του νέου του προσανατολισμού δεν είχαν ακόμη αποφασιστικά απομακρυνθή από το υπέδαφος της φεουδαρχικής Ευρώπης, εξακολουθούσαν να βυζαίνουν από το παλιό χώμα». Αυτό συμπέραινε από την εξέλιξη των ιδεών του στις επιστολές του και όσα ακολούθησαν μερικά χρόνια μετά. Την περίοδο των επιστολών, έως το 1820, «για τον Καποδίστρια, όπως αργότερα για τον Βίσμαρκ, πολιτική εσήμαινε την τέχνη του εφικτού. Το ανθρωπίνως εφικτόν για την εποχή του φαινόταν να είναι για τον Καποδίστρια η ανεξαρτησία της Επτανήσου, όχι της Ελλάδος». Γι’ αυτό «και οι όροι “Ελλάς” και “Έλληνες” σπάνια αναφέρονται στα γράμματά του, ενώ συνηθέστατα τα “Νησιά” και οι “συμπολίτες” του, που είναι οι κάτοικοι των Ιονίων Νήσων». Θα πρέπει να δεχθούμε ότι ο Κ., ενώ μπορεί «να ευνοούσε στο βάθος της ψυχής του τον ανατέλλοντα φιλελευθερισμό των λαών, ωστόσο ήταν θρέμμα της φεουδαρχικής Ευρώπης, την οποίαν υπηρέτησε».
Σύμφωνα με τις επιστολές που διέσωσε η οικογένεια της Μαρίας Δεσύλλα-Καποδίστρια, όπου βέβαια ο κατοπινός Κυβερνήτης της Ελλάδας δείχνει να ανησυχεί για ενδεχόμενη υποκλοπή του περιεχομένου τους, υποτίθεται ότι «δεν είναι ο οικουμενισμός που τον ενδιαφέρει, ούτε η πολυεθνική Ομοσπονδία του Ρήγα, δεν είναι ο οραματιστής, είναι ο Realpolitiker, ο άκαμπτος θιασώτης του εφικτού μέχρι της τελευταίας συνεπείας. Ο ίδιος του ευγενής είναι φυσικό να έχη αντιρρήσεις βασικές για το γεγονός της Γαλλικής Δημοκρατίας και το πνεύμα της που μεταδόθηκε σαν φωτιά και για πολλά χρόνια έκαιγε στις καρδιές των υποδουλωμένων λαών και κρατούσε ζωντανές τις ελπίδες τους. Τελικά κάηκε από την φωτιά και ο εμπρηστής και ένα μέρος σεβαστό του ευρωπαϊκού κατεστημένου. Στο Συνέδριο της Βιέννης συμμετέχει στον απολογισμό και την εκκαθάρισι της ναπολεοντείου κληρονομίας και ο ίδιος ο Καποδίστριας. Γίνεται ένας από τους συνοικοδόμους της Νέας Τάξεως πραγμάτων στην Ευρώπη, ο περιοδεύων πρέσβυς των αρχών της Ιεράς Συμμαχίας», για «ένα πιο οργανωμένο σύστημα κηδεμονεύσεως των λαών», καθώς «η Ευρώπη του Διαφωτισμού αρχίζει να βγαίνη από την πολιτική κηδεμονία των ηγεμόνων της».
Πράγματι, «δείχνει συχνά στα γράμματά του ότι φοβάται. Είναι προσεκτικός όταν εκφράζεται πολιτικά, μιλάει με αισθητή επιφυλακτικότητα (…), προπαντός όταν σκέπτεται ότι τα γράμματα μπορεί να παραπέσουν, να περάσουν σε άλλα, όχι φιλικά χέρια, και να τον βλάψουν». Όταν όμως είναι βέβαιος ότι το γράμμα του θα επιδοθή στον αποδέκτη με πρόσωπο της εμπιστοσύνης του, όπως ήταν οι πρόξενοι της Ρωσίας στην Ιταλία, Ναράντζης και Μοντσενίγος, «τότε γίνεται διεξοδικός κα ανεπιφύλακτος».
Έτσι, ο Κ. θ’ αγωνισθή και θα επιτύχη την ανεξαρτησία των Ιονίων Νήσων, έστω και κάτω από την ξένη αλλά πάντως ισχυρή αγγλική προστασία. Στο θέμα της ιδιαιτέρας του πατρίδος αισθανόμεθα στο γράψιμό του κάτι σαν παλμό. Είναι τα μόνα γράμματα του επιστολογράφου όπου το συγκινησιακό στοιχρίο κάνει την σπάνια για τον διπλωμάτη εμφάνισί του παραγκωνίζοντας προς στιγμή τον άψογο ορθολογισμό του πολιτικού.
Είναι «ο άνθρωπος που γνωρίζει το πώς λειτουργεί μέχρι και του τελευταίου επαρχιακού γραφείου ο κρατικός μηχανισμός» και ερχόμενος στην Ελλάδα «θέλει να μεταβάλη πρώτα απ’ όλα τους “Ρωμιούς” σ’ Έλληνες πολίτες, θέλει την Ελλάδα κράτος ανεγνωρισμένο και προστατευόμενο με τις συνθήκες των Μεγάλων της εποχής. Η απόφασί του είναι να ενώση την Ελλάδα με την Ευρώπη – όχι να την επιστρέψη στο Βυζάντιο».
Να η γνώμη του για το τι σήμανε, μεταξύ άλλων βέβαια, η δολοφονία του Κ.: «Δεν είναι μόνο ο θάνατος ενός ανθρώπου που πρέπει να θυμηθούμε. Είναι ο θάνατος της ιδίας της Δημοκρατίας που με υπομονή και περίσκεψι ήθελε να ξαναφέρη στην Ελλάδα ο Καποδίστριας».
Στον άξονα της πολιτικής και διπλωματικής ζωής του, υποστήριξε, «στην αρχή ήταν ο αγώνας για την ελευθερία του Νησιού του, στο τέλος η προσωπική του θυσία για μία Ελλάδα που ήθελε να την θεμελιώση κατά τρόπο στερεό και μόνιμο για να είναι άξια της ελευθερίας της, όπως ο ίδιος πίστευε».
Τα 176 γράμματα στην ιταλική γλώσσα «γράφονται κάποτε κυριολεκτικώς στο πόδι για να προφθάση τον έτοιμο ν’ αναχωρήση ταχυδρόμο της ευκαιρίας» και δεν έχουν την «κομψότητα» μελετημένων επιστολών του Κ. στη γαλλική γλώσσα. Είναι γράμματα «χρηστικά, οχήματα πληροφοριών». Ορισμένα αφορούν «τα σπουδαιότερα γεγονότα του Συνεδρίου της Βιέννης, τις διαπραγματεύσεις για την τύχη των Ιονίων Νήσων». Επειδή τα γράφει για τον πατέρα του εκφράζουν «ανάγκη ψυχής και επιθυμία εξομολογήσεως προς το πιο αγαπημένο του πρόσωπο».
Επιλέχθηκε εξαρχής τα γράμματα να παρουσιαστούν σε γλώσσα ταιριαστή με εκείνη που ο Κ. χρησιμοποιούσε και με το ύφος που του άρμοζε και «έβγαζε» στην επικοινωνία του με την οικογένειά του.
Η πιο άδολη ίσως φυσιογνωμία της Αναγνωστικής τα χρόνια εκείνα, η Αγάθη Νικοκάβουρα, που είχε ασχοληθεί πολύ, μεταξύ άλλων, με τον ιστορικό Ανδρέα Μουστοξύδη, συνεργάτη του Κ., είχε σπεύσει στις 4 Μάρτη 1971, με δημοσίευμά της στον τοπικό «Τηλέγραφο», με τίτλο «Η διάλεξις του κ. Π. Ενεπεκίδη» (βλ. πάνω αριστερά), να εκθειάσει μάλλον τον ίδιο και το εκδοτικό εγχείρημα, αποφεύγοντας επίσης κάθε αναφορά στο θέμα του μεταφραστή των γραμμάτων. Εξήρε την επιστημονική και φιλολογική επάρκεια αυτών που άκουσε.
Όπως έγραψε για την απήχηση του γεγονότος, «οι αίθουσες της Αναγνωστικής Εταιρίας ποτέ δεν είδαν τέτοια δόξα και τόση υποβλητικότητα και τόση λάμψη». Ένιωσε «ανοιχτές ψυχές (…), χειροκροτήματα εγκάρδια και συνεχή (…), κάτι πολύ περισσότερο από επιδοκιμασία (…), ομόθυμη και βαθειά ευχαριστία».
Φυσικά, δεν ήταν όλα ακριβώς έτσι από όλο το κοινό.
Έξι μέρες αργότερα, στις 10 Μάρτη 1971, στην εφημερίδα «Κέρκυρα» (βλ. πάνω δεξιά – πηγή και των δύο σχετικών δημοσιευμάτων η Δημόσια Βιβλιοθήκη Κέρκυρας) και παράλληλα στην «Ελεύθερο Κόσμο» της Αθήνας, την πιο χουντική εφημερίδα της εποχής, δημοσιεύτηκε θέμα με τίτλο «Αι επιστολαί του Ιωάν. Καποδίστρια και η διάλεξις του κ. Π. Ενεπεκίδη». Το πιο αντιδραστικό τμήμα του πνευματικού «ιερατείου» της Κέρκυρας έβγαινε στην αντεπίθεση, με την υπογραφή μέλους της οικογένειας πρώην προέδρου της Εταιρείας Κερκυραϊκών Σπουδών (ΕΚΣ), ενώ εκείνη σιωπούσε.
Πώς μας προέκυψαν αυτοί οι από κάθε άποψη ξένοι! Πώς τολμούν να αμφισβητούν την πρωτοκαθεδρία μας και κατά συνέπεια τις επιχορηγούμενες από ‘δω κι από ‘κει μπίζνες μας και τα σχέδιά μας να φέρουμε στα μέτρα μας τον Κυβερνήτη! Άκου εκεί, ένας κομμουνιστής κιόλας μες στα πόδια μας!
Αυτό ήταν μάλλον το νόημα εκείνου του γεμάτου… «Πατρίδα – Θρησκεία – Οικογένεια» δημοσιεύματος, όπως τουλάχιστον το εισέπραξαν ορισμένοι ανταγωνιστές όσων αντιδρούσαν ή απλώς μη ομοϊδεάτες τους στην πνευματική ζωή του τόπου. Είχαν αρχίσει οι ψίθυροι, σε διάφορα επίπεδα, για… διαστρέβλωση κιόλας των επιστολών του Κ., για… ιεροσυλία ακόμη και από την πλευρά μελών της οικογένειας του Κυβερνήτη.
Σύμφωνα με εκείνο το «υποβολιμαίο» κατά τον Ενεπεκίδη δημοσίευμα, προέκυπταν διάφορα θέματα. Η μία κατηγορία συνοψιζόταν, χωρίς αναφορά σε κάποιο παράδειγμα, στο εξής, σχετικά με τις επιστολές: «Μετεφράσθησαν και ομολογούμεν – από τα αποσπάσματα που ακούσαμεν – όχι και τόσον επιτυχώς. Επίσης ελέχθη ότι ήσαν γραμμέναι άνευ ιδιαιτέρας προσοχής και ύφους και ότι “ως μνημεία λόγου δεν προσφέρουν τίποτε”». Η άλλη στρεφόταν εναντίον των επιλογών μελών της οικογένειας Κ., ευθέως: «Το ιδιωτικόν και το απλούστατον των θεμάτων, ορθώς είχε κριθεί ότι δεν απετέλει αξίαν λόγου πηγήν προς μελέτην, εξ ου και οι παλαιότεροι συγγενείς προφανώς αναγνώσαντες τας επιστολάς, τας εφύλαξαν και δεν τας έφεραν εις δημοσιότητα, πράγμα το οποίον ορθώτερον θα ήτο να ακολουθήσουν και οι νυν κάτοχοι. Και τούτο διότι η παρουσίασις δια να δημιουργήση συγκίνησιν και εντύπωσιν υπερέβαλλε εις εξεζητημένην ερμηνείαν» και προκάλεσε απαράδεκτα συμπεράσματα». Αναρωτιόταν, τάχα, «εάν ήτο σκόπιμος η υπό των κατόχων ανακοίνωσις των επιστολών και εάν η υπό του κ. Ενεπεκίδη παρουσίασις υπήρξεν η δέουσα», απευθυνόμενη στον «μειλίχιο» λαό του νησιού. «Πλείστοι μελετηταί της ζωής και της δράσεως» του Ι. Κ. «υπήρξαν Κερκυραίοι», θύμιζε. Η παρεμβολή μη Κερκυραίων, με ευθύνη μελών της οικογένειας Κ., «επροξένησε εντύπωσιν», έλεγε, διότι «η Κέρκυρα διετήρει και διατηρεί εκλεκτά πνευματικά ιδρύματα και ιστορικούς μελετητάς, αλλά και η Ελλάς διαθέτει Πανεπιστήμια και Σχολάς, ώστε κατά προτεραιότητα να παραχωρηθούν (οι επιστολές) προς τούτους». Ο Π. Ενεπεκίδης – εμμέσως δε άλλο τόσο ο Ν. Βαρότσης- χαρακτηριζόταν αποξενωμένος από τις αρχές του ελληνικού έθνους και «όλως ξένος προς την κερκυραϊκήν νοοτροπίαν και συναισθηματικότητα» και ανίκανος, συνεπώς, να τις ερμηνεύσει. Αυτά πίστευαν, υποτίθεται, οι «βαθύτερον σκεπτόμενοι» και αγνοί και άδολοι πολίτες του τόπου.
Οι επικρίσεις συνεχίστηκαν και κορυφώθηκαν δύο χρόνια μετά με επικριτικό δημοσίευμα στο επίσημο «Δελτίον» της Αναγνωστικής, με το αναμφισβήτητο ειδικό βάρος της υπογραφής του Κερκυραίου δημοσιογράφου στην Αθήνα και στελέχους του Μορφωτικού Κλάδου του ισχυρού Ιδρύματος Μποδοσάκη, Γρηγόρη Δαφνή, κατοπινού συγγραφέα του κορυφαίου ίσως σφαιρικού βιογραφικού βιβλίου ιστορικού μελετητή για τον Ι. Κ., με τίτλο «Ιωάννης Α. Καποδίστριας – Η γένεση του ελληνικού κράτους» (βλ. εικόνα πιο κάτω του βιβλίου, έκτασης 704 σελίδων, που κυκλοφόρησε το 1976 και έχει γνωρίσει έκτοτε διάφορες επανεκδόσεις).
![]() | ![]() |
Στο δημοσίευμά του στο «Δελτίον» της ΑΕΚ, με τίτλο «Η κακομεταχείριση συνεχίζεται – Τρία βιβλία για τον Καποδίστρια», ο Γρηγ. Δαφνής (1909-1977) καταπιάνεται με το βιβλίο του Ενεπεκίδη, αποδίδοντας απερίφραστα τη μετάφραση των επιστολών στον Νίκο Βαρότση χωρίς να αμφισβητεί την ευστοχία της και θέτοντας το ερώτημα τι εισέφεραν η Εισαγωγή του βιβλίου και η σχετική διάλεξη στην ΑΕΚ, καθώς και με τα λονδρέζικα βιβλία «Capodistria, the founder of Greek Independence» του V. M. Woodhouse και «The Greek Struggle for Independence, 1821-1833» του Douglas Dakin.
Επικρίνει μόνον τον Ενεπεκίδη για την παράλειψη δημοσίευσης των πρωτότυπων επιστολών και «σμπαραλιάζει» κάποιες άστοχες, τουλάχιστον, ψυχαναλυτικές προσεγγίσεις της προσωπικότητας και του βίου του Ι. Κ., που είχε επιχειρήσει στην ομιλία του στην ΑΕΚ και συμπεριλάβει στην Εισαγωγή του. «Αυτή η διάλεξη είναι και η μοναδική εισφορά του Ενεπεκίδη, γιατί τις επιστολές, ιταλικά γραμμένες, μετάφρασε στα ελληνικά ο Νικόλαος Βαρότσης», υπογράμμισε. Δεν βρήκε λέξη να πει για τον Ν. Β. και τη δουλειά του, ούτε καλή ούτε κακή.
Το βιβλίο που ο ίδιος εξέδωσε για τον Ι. Κ. τρία χρόνια μετά, μέσω των Εκδόσεων Ίκαρος του Νίκου Καρύδη, ήταν ένας εκδοτικός θρίαμβος καταξίωσής του.
Την ίδια περίοδο ο αδελφός του, επίσης δημοσιογράφος, Κώστας Δαφνής, εκδότης της εφημερίδας «Κερκυραϊκά Νέα» και υπεύθυνος της ιστορικής εκδοτικής σειράς «Κερκυραϊκά Χρονικά», ο οποίος είχε αναλάβει την προεδρία της ΕΚΣ σχεδίαζε πυρετωδώς ένα μνημειώδες έργο που απαιτούσε ολόκληρη ομάδα συνεργαζόμενων πανεπιστημιακών μελετητών και προϋπέθετε την κάποια οικονομική υποστήριξη ισχυρών φορέων. Τους βρήκε στο Ίδρυμα Μποδοσάκη, στην Αρχιεπισκοπή Βορείου και Νοτίου Αμερική και, κυρίως, σε κρατικά ταμεία.
Έτσι, το 1976 κυκλοφόρησε ο Α’ τόμος της πολύτομης έκδοσης συνολικά 3.394 σελίδων με τον γενικό τίτλο «Αρχείον Ιωάννου Καποδίστρια» (βλ. πάνω δεξιά). Η μετάφραση των 176 επιστολών του Ι. Κ. προς τον πατέρα του, από τον Ν. Βαρότση, αποκλείστηκε. Έγινε νέα, που αποτέλεσε τον Γ’ τόμο, χωρίς ουσιώδεις αλλαγές βέβαια – που δύσκολα μπορεί να θεωρηθεί ακριβέστερη και συνοδεύτηκε από σχολιασμό του ίδιου του Κ. Δαφνή. Ακολούθησαν έως το 1985 άλλοι οκτώ ανάλογοι τόμοι. Συνεργάστηκαν είτε άρχισαν να συνεργάζονται με τον Κ. Δαφνή, που είχε τη γενική επιμέλεια του ογκώδους έργου και δεν πρόλαβε να το ολοκληρώσει, οι πανεπιστημιακοί Κ. Θ. Δημαράς, Αρ. Στεργέλλης, Γ. Πλουμίδης, Π. Μιχαηλάρης, Π. Πετρίδης, Κ. Κωστής, Μ. Μπουβιέ, Τασία Αλισανδράτου και Δήμητρα Πικραμένου – Βάρφη. Ο σχεδιασμός περιλάμβανε συνολικά 12 τόμους.
![]() | ![]() |
Η πρώτη από τις 176 επιστολές του Ι. Κ. προς τον πατέρα του Αντώνιο-Μαρία Καποδίστρια (1741-1821) γράφτηκε τον Σεπτέμβρη του 1809 και η τελευταία τον Νοέμβρη του 1820, περίοδο που αρρώστησε βαριά, με αποτέλεσμα να καταλήξει τον Απρίλη του 1821 (βλ. πάνω αριστερά επιστολή με ημερομηνία 7/19 Απρίλη 1816 και δεύτερη στις 23.12.1816/4.1.1817).

Αποσπάσματα επιστολών
Θεωρήσαμε χρήσιμο, τέτοια μέρα που είναι, να παραθέσουμε ενδεικτικά αποσπάσματα της μετάφρασης του Ν. Β. μερικών από τις 176 επιστολές του Ι. Κ. (βλ. πάνω χαλκογραφία που τυπώθηκε περί το 1915 από την ιστορική εταιρεία εκδόσεων Ασπιώτη στην Κέρκυρα και παραχωρήθηκε προσφάτως στο Μουσείο Καποδίστρια από τον συλλέκτη και συγγραφέα Γεώργιο Σουρτζίνο), έχοντας εστιάσει σε θέματα ειδικότερου ενδιαφέροντος για την Κέρκυρα και τα Ιόνια Νησιά:
* Εκείνο το οποίον εγώ επιθυμώ εκ βάθους ψυχής είναι να μεταβώ εις την θέσιν μου. Δεν γνωρίζω εξ άλλου αν η επιθυμία μου αυτή θα είναι δυνατόν να εισακουσθή. Αι υποθέσεις μας, δηλαδή εκείναι της Πατρίδος, θα παραμείνουν ίσως αναποφάσιστοι. Και θα είναι πολύ αν θα είναι δυνατόν να καθορισθή κατά τρόπον όχι συγκεκριμένον η βάσις επί της οποίας θα κανονισθώσιν εις το μέλλον. Ακόμη και αι επιβραδύνσεις επί των οποίων εξεδηλώθησαν παράπονα, αποβαίνουν και θα αποβούν ελπίζω υπέρ ημών. Εγώ δεν χάνω ούτε θα χάσω από τα βλέμματά μου ούτε στιγμήν την υπόθεσιν ήτις ενδιαφέρει εμέ απολύτως, εννοώ, την Πατρίδα μας. Τούτο είναι πάν ό,τι δύναμαι να Σας είπω. Και τίποτε πλέον.
* Υποθέτω ότι από Παρισίους θα Σας γράψω μετά την παρούσαν. Αναμένω ουχ ήττον όμως να Σας δώσω μίαν δεύτερην καλήν, κάλλιστην είδησιν. Μία από τας πλέον μεγάλας δυσκολίας, ήτις καθίστα ακόμη αναποφάσιστονψτηντύχην μας, ήρθη. Η Βρεττανική Αυλή φαίνεται να προσαρμόζεται προς εκείνην της Ρωσίας, ως προς τον τρόπον σταθεροποιήσεως της πολιτικής υποστάσεως και της ησυχίας των Νήσων μας. Αι ειδήσεις τας οποίας ελάβομεν προχθές από το Λονδίνον έχουν το αποτέλεσμα τούτο. Ελπίζω όθεν ότι δεν θα έχω χάσει το «έλαιον και το έργον» και ότι μετ’ ολίγον η υπόθεσις μας θα κανονισθή προς πλήρη, πληρέστατην ικανοποίησιν μας. Θα είμεθα ημείς αυτοί. Θα διατηρήσωμεν εν όνομα, έναν εξωτερικόν χαρακτήρα, τους νόμους μας, την κυβέρνησίν μας υπό την υψηλήν και ισχυράν Βρεττανικήν Προστασίαν υπό τας πλέον υψηλάς και τας πλέον ισχυράς εγγυήσεις. Όλον τούτο είναι (τώρα) εις τον νούν και την καρδίαν, θα γίνη (όμως) πραγματικότης και δη αλάνθαστος, όταν θα διατυπωθή εις καλήν και αρμόζουσαν μορφήν και όταν πάντες οι έχοντες δικαίωμα και ψήφον θα επιθέσουν την τελικήν των (…)
* Όταν αι διαπραγματεύσεις τελειώσουν και εξασφαλισθώσιν εδώ, νομίζω ότι έκαστος θα επανέλθη εις τα ίδια. Προϋποθέτων ταύτα δεν μου υπολείπεται παρά να μάθω, τί θα απογίνω εγώ. Θα είναι (τελικώς) εκείνο που θα θελήση η Θεία Πρόνοια. Ελπίζω όμως εις αυτό τον ενδιάμεσον χρόνου να βοηθήσω ώστε να τελειώσουν επαινετώς τα ζητήματα των Νήσων μας. Και σήμερον ακόμη ησχολήθην με αυτά και όχι ακάρπως…
* Ολίγηνυπομονήν! Χαίρω μανθάνων ότι ο Βιάρος μετά τας επιστολάς που του έγραψα από την Βιέννην ήλλαξε απόφασιν. Του γράφω και σήμερον και επωφελούμαι της ευκαιρίας να τον συμβουλεύσω να μη λάβη ουδεμίαν απόφασιν ει μη κατά τας υποδείξεις τας οποίας θα του δώσω συντόμως. Εδώ είμαι περικυκλωμένος ακόμη από τους συμπατριώτας μας, Αγιοβλασίτην, Μάστρακαν, Βούλγαρην, Δόντη, Ρόη και από άλλους και άλλας. Αν δυνηθώ να φανώ εις όλους χρήσιμος εις κάτι τι θα το πράξω και το πράττω πολύ ευχαρίστως. Έχω μίαν κάποιαν επιρροήν επί της νέας κυβερνήσεως του βασιλέως και ελπίζω να επιτύχω εκείνο το οποίον η δικαιοσύνη δύναται να καταστήση συμβιβάσιμον με τάς επιθυμίας των διαφόρων αιτημάτων των Επτανησίων.
* Τα ζητήματά μας συνεφωνήθησαν επί τέλους εδώ. Υπολείπεται, όπως αι μη παρούσαι Αυλαί δώσουν την συγκατάθεσίν των, εφόσον θα είναι ευνοϊκή διά τα προταθέντα μέτρα. Η ανεξαρτησία της Δημοκρατίας θα αποκατασταθή επί στερεών και αδιασείστων βάσεων, και υπό τους οιωνούς μίας και μόνης προστασίας, εκείνης δηλαδή η οποία είναι η πλεόν κατάλληλος διά να πραγματοποιήση την ευτυχίαν μας, δηλαδή της Αγγλίας. Μετ’ ολίγας ημέρας θα είμαι εις θέσιν να εξηγηθώ πληρέστερον, και ελπίζω προς ικανοποίησιν όλων.
* Η συνθήκη που αφορά τας Νήσους μας πρόκειται να υπογραφή. Σεις θα την λάβετε εν τούτοις από τον κόμητα Μοτσενίγον με την παρούσαν, αν αυτός θα έχη βεβαίως μίαν ασφαλή ευκαιρίαν. Είναι δυνατόν να γίνουν ακόμη επί της πράξεως ταύτης μερικαί ελαφραί τροποποιήσεις, αλλά δεν θα θίξουν την ουσίαν. Την συνοδεύω με την ιδιαιτέραν επιστολήν την οποίαν έγραψα εις τον μυλόρδον Καστελρήγον επί τη ευκαιρία που αντέγραψα εδώ το σχέδιον. Ούτος το επεθύμησε δια να έχη την βαβαιότητα ότι θα ενεργήσω αποτελεσματικώς χάριν των συμπολιτών μου, ίνα τα πράγματα διακανονισθώσι δια κοινής συμφωνίας και δια το συμφέρον των Νήσων. Δεν απεποιήθην ούτε θα αποποιηθώ ποτέ να συνεργασθώ με όλον τον ζήλον διά το καλόν της Πατρίδος.
* Όταν η συνθήκη επικυρωθή, τότε σκοπεύω να εργασθώ με τους δύο τούτους Άγγλους πληρεξουσίους επί τω σκοπώ να συμφωνήσωμεν εδώ επί των βάσεων της νέας τάξεως πραγμάτων, ήτις θα εγκαθιδρυθή παρ’ ημίν. Η συνθήκη περιλαμβάνει ουσιαστικώς τους ίδιους όρους οίτινες εν τη πράξει ήσαν εν ισχύι υπό την ρωσικήν προστασίαν. Και η ιδέα να συγκεντρωθή όλη η προστατευτική επιρροή εις την επέμβασιν μίας μόνης δυνάμεως, μου φαίνεται τόσον δικαία όσον και σωτήριος δι’ ημάς. Η πείρα πρέπει να μας έχη αποδείξει ότι η ύπαρξίς μας η πολιτική, εμπιστευμένη εις μόνας τας ημετέρας φροντίδας και στηριζομένη εις μόνα τα ιδικά μας μέσα, θα ήτο μία αυταπάτη, μοιραία δια τον εφησυχασμόν μας και ίσως δια την ιδίαν μας ύπαρξιν. Δύο υποθέσεις πολύ απέχουσαι από την πραγματικότητα και από την ηθικήν δυνατότητα, θα ηδύναντο να καταστήσουν πιθανήν την δημιουργίαν μίας κυβερνήσεως ελευθέρας και την ύπαρξίν της παρ’ ημίν, στηριζομένην μόνον εις έναν πολιτικόν συμβιβασμόν και εις μόνα τα ιδικά μας μέσα. Ικανότης και ηθικότης νησιωτική. Ισότης πολιτικού ενδιαφέροντος μεταξύ των Μεγάλων Δυνάμεων, ώστε να ευνοήσουν και την μίαν και την άλλην. Αποφεύγω να αποδείξω πόσον αυταί αι υποθέσεις Σας είναι αντίθετοι προς την πραγματικότητα… Αναχωρών από αυτήν την πεποίθησιν, γεγραμμένην δια χαρακτήρων ανεξιτήλων εις την συνείδησιν μου, υπεστήριξα πάντοτε ότι το συμφέρον μας και εκείνο των ευρωπαϊκών δυνάμεων, δεν θα συνδυάζετο ειμή με την δημιουργίαν παρ’ ημίν ενός μικρού κράτους ελευθέρου και ανεξαρτήτου, υπό την προστασίαν μίας και μόνης μεγάλης Δυνάμεως – της Μεγάλης Βρεττανίας -, δυναμένης κατά το παρόν σύστημα του πολιτικού κόσμου, να μας παράσχη επωφελώς την προστασίαν ταύτην. Υπολείπεται οι ιδικοί μας έχουν την ορθοφροσύνην ώστε να εμβαθύνουν εις τας αληθείας και να θελήσουν να ευτυχήσουν, και θα ευτυχήσουν. Δεν επεκτείνομαι εις μεγαλυτέρας λεπτομερείας (…) Θα το πράξω όμως όταν θα πρόκειται να αποστείλω εις τας Νήσους (…), και όταν δυνηθώ να προσθέσω πολλάςλεπτομερείας, αι θα καταστήσουν γνωστόν πόσον δύσκολον υπήρξε να διατηρήσωμεν τας Νήσους, την υπόστασιν ταύτην, ήτις δεν παρεχωρήθη ούτε εις (…), ούτε εις την Ραγούζαν, ούτε εις την Βρεττανίαν, ούτε εις πολλάς χώρας. Οι ημέτεροι ας λατρεύσουν και ας ευλογήσουν το σεπτόν (…) του Αυτοκράτορος. Η Αυτού Μεγαλειότης υποσχέθη εις αυτούς να μη εναποθέση το ξίφος χωρίς να τους εξασφαλίση μίαν πολιτικήν τάξιν, και το έπραξε αφήνων μετά ελευθεριοτήτος άνευ (προηγουμένου) παραδείγματος, το πλεονέκτημα τούτο και την δόξαν ταύτην εις εν κράτος (…)
* Σήμερον η συνθήκη ήτις αφορά τας Νήσους μας υπεγράφη τελικώς. Μετά δύο μήνας αυτή θα επικυρωθή και θα δημοσιευθή. Ιδού αι βάσεις: Αι επτά Νήσοι και εξαρτήματα αυτών τα οποία έχουν καθορισθή εις την συνθήκην του 1800 μεταξύ της Ρωσίας και της Υψηλής Πύλης, θα σχηματίσουν ως πρότερον εν κράτος ελεύθερον και ανεξάρτητον υπό την επονομασίανΗνωμέναι Πολιτείαι των Ιονίων Νήσων. Θα είναι υπό την προστασίαν της Μ. Βρεττανίας. Ένας αρμοστής της Δυνάμεως ταύτης θα εποπτεύη την οργάνωσιν του κράτους τούτου. Το Σύνταγμα το οποίον θα προκύψη, θα τεθή υπ’ όψιν του βασιλέως της Αγγλίας και θα επικυρωθή υπ’ Αυτού. Η σημαία μας θα αναπετασθή επίσης και θα έχει αυτή ως σημείον της βρεττανικής προστασίας μίαν προσθήκην των όπλων της, εκείνην την οποίαν ο βασιλεύς της Αγγλίας θα θελήση να μας παραχωρήση. Αντί της Εγίρας θα υπάρχη όθεν ένα έμβλημα ειλημμένον από την αγγλικήνσημαίαν. Αι Δυνάμεις αι οποίαι αποτέλεσαν το Συνέδριον της Βιέννης, ο βασιλεύς των δύο Σικελιών και η Οθωμανική Πύλη θα κληθώσι να αναγνωρίσωσι την δημιουργίαν του Επτανησιακού Κράτους. Μου υπολείπεται να δώσω το τελευταίον χέρι εις αυτήν την εργασίαν διά να ικανοποιήσω την αγγλικήν κυβέρνησιν επί διαφόρων ζητημάτων, τα οποία αυτή μου απηύθυνε σχετικώς με τα εσωτερικά πράγματα. Θα κάμω τας παρατηρήσεις μου και θα επιδιώξω να είμαι τόσο χρήσιμος όσο θα δυνηθώ. Είναι πρόθεσις μου να ανακοινώσω όλα αυτά τα έγγραφα εις την Γερουσίαν και θα εκλέξω προς τούτο την αμεσωτέραν οδόν. Θα δώσω το μικρόν δέμα μου εις τον μυλόρδονΚαστελρήγον, ίνα ούτος φροντίση διά να φθάση εις τον προορισμόν του. Επιθυμώ όπως η φωνή της αληθείας φθάση εις τάς Νήσους μέσω της Βρεττανίας. Θα είναι κατ’ αυτόν τον τρόπον πάντες πεπεισμένοι (…)
* Θα έλθη ημέρα καθ’ ήν το φως της αληθείας θα αποδώση δικαιοσύνην εις την αλήθειαν. Εκείνοι οι οποίοι δεν αγαπώσι το φως και θέλουν πάντοτε σκότος και όνειρα, είναι πολύ δυστυχείς. Αλλά τι να κάμωμεν δι’ αυτούς; Ο θεός ας τους φωτίση και ας τους λάβη υπό την αγίαν του χάριν. Παραδέχομαι ότι ολίγοι είναι εκείνοι οι οποίοι θαρραλέως δύνανται να υψωθούν εις το ακριβές επίπεδον της νέας καταστάσεως εις την οποίαν ετοποθετήθησαν. Αλλά αν αυτοί οι ολίγοι το θέλουν, αυτοί δύνανται να πράξωσι τούτο. Δυνάμενοι τούτο, άλλοι (πάλιν) με τον καιρόν και με καλά παραδείγματα θα το επιτύχουν περισσότερον. Η ίδρυσις κρατών δεν είναι έργον ολίγων ετών, ούτε πολλών ανθρώπων. Χρειάζονται πολλά έτη και ολίγοι άνθρωποι, ικανοί μεγάλης θελήσεως, επιμονής εις αγνούς σκοπούς, εις φροντίδας ειλικρινείς, μη ενδιαφερόμενοι δια ταπεινά συμφέροντα ή δια προσωπικάς ασχολίας. Από αυτούς γνωρίζω εγώ τόσους όσοι αρκούν δι’ εν τοιούτον έργον. Επεφυλάχθην από το να τους ονομάσω εις το αγγλικόνΥπουργείον. Διότι όση και αν είναι η εμπιστοσύνη δια της οποίας τούτο με ετίμησε, αύτη δεν δύναται και δεν πρέπει να επεκταθεί μέχρι τοιούτου του σημείου. Εγώ είμαι πάντοτε εις την υπηρεσίαν της Ρωσίας, και οιανδήποτε προσωπικότητα των Νήσων θα είχον εγώ υποδείξει, θα είχεν αυτή, θα είχον όλοι οι μετ’ αυτής ένα ρωσικόν δίπλωμα μακράς, μακρότατης διαρκείας. Προετίμησα λοιπόν εν σωστό μέτρον… την σιωπήν την πλέον απόλυτον επί των επί μέρους πραγμάτων, και επί των προσώπων. Περιωρίσθην εις το να δώσω ιδέας γενικάς. Να ομιλήσω δια τας αληθείς αρχάς του κακού, εις το να υποδείξω τας πηγάς από τας οποίας δύναται να προκύψη η θεραπεία, η ταχεία και αληθής και σωτήριος. Περισσότερο δεν ηδυνάμην ούτε ώφειλον να πράξω. Ελπίζω ότι θα μου αποδοθή δικαιοσύνη. Αλλά και αν ακόμη μου την ηρνούντο, θα είμαι εξ’ ίσου ευχαριστημένος. Δεν έχω ελέγχους, η συνείδησις μου δεν με βαρύνει με καμμίαν (τύψιν). Και εις όλας τας περιπτώσεις, χωρίς να θέλω ουδεμία παρότρυνσιν, ούτε έπαινον, ούτε αμοιβήν, θα κρατήσω ανοικτόν και άγρυπνον το βλέμμα εφ’ όσων θα συμβούν παρ’ ημίν. Πάντοτε επιθυμών τα μέγιστα να εκλπηρώσω το ιερώτερον των καθηκόντων μου, εκείνο του να είμαι χρήσιμος εις την οικογένειάν μου και κατά συνέπειαν εις εκείνην την γην, ήτις φέρει την κόνιν των προγόνων μας (…)
* Έλαβον σχεδόν συγχρόνως τους αριθμούς 075, 078, υπό ημερομηνίαν 3 Ιανουαρίου. Η τελευταία με καθησύχασε σχετικώς με την ασθένειαν, ήτις μαστίζει την περιοχήν της Λευκίμμης. Αι μεταγενέστεραι εξ Ιταλίας, τας οποίας οφείλω εις την φιλίαν του Ναράντζη, με καθησυχάζουν ακόμη περισσότερον. Επιθυμώ ουχ ήττον όμως την διαβεβαίωσιν την οποίαν αναμένω από Σας. Δεν έκαμα εισέτι χρήσιν της επιστολής την οποίαν μου αποστείλατε δια τον Αυτοκράτορα. Αυτή ομιλεί διά την δικαίαν επιθυμίαν Σας να με επανίδητε. Και εγώ είμαι αποφασισμένος να την παρουσιάσω κατά μίαν στιγμήν ήτις θα δύναται να είναι ευνοϊκή, ίνα επιτύχω πράγματι την Χάριν την οποίαν ο Αυτοκράτωρ ηυδόκησε να μου υποσχεθή εις Παρισίους. Δηλαδή να μου χορηγήση μίαν εξαμηνίαν δια να μεταβώ εις Κέρκυραν, και δια να χαρώ ταύτην εν τω μέσω της οικογενείας. Επειδή ουδεμία άλλη επιθυμία είναι ισχυρότερον εντυπωμένη εις την καρδίαν μου, Σείς δύνασθε να πιστεύητε ότι δεν θα αμελήσω την πρώτην ευνοϊκήν ευκαιρίαν δια να κάμω της επιστολής την οποίαν μου αποστείλατε, την πλεόν επωφελή χρήσιν και δια την υπόθεσιν και δια τας λοιπάς σχέσεις που αύτη δύναται να προκαλέση. Αρκετά περί τούτου. Είμαι επίσης ανυπόμονος να μάθω την πορείαν των ημετέρων πραγμάτων ως προς τας Νήσους. Ο ύπατος Αρμοστής, περί του οποίου εγένετο λόγος εις τας εφημερίδας, απολαμβάνει καλής φήμης. Ελπίζω όθεν ότι αυτός δεν θα βραδύνη να αποδείξη εις τας Νήσους όλα τα πλεονεκτήματα τα οποία έχουν εξασφαλισθή εις αυτάς και από το περιεχόμενον της Συνθήκης και από την απεριόριστον εμπιστοσύνην την οποίαν οφείλομεν να έχωμεν εις την δικαιοσύνην και την γενναιοδωρίαν της Βρεττανικής Κυβερνήσεως.
* Βλέπω εις τας εφημερίδας ότι η Συνταγματική Πράξις υπεβλήθη προς επικύρωσιν υπό της Βρεττανικής Κυβερνήσεως. Επιθυμώ να λάβω την Πράξιν ταύτην. Αύτη πρέπει να οδηγήση εις την εφαρμογήν μίας Συνθήκης, ήτις είναι έργον εις το οποίον συνετέλεσα και δια το οποίον η συνείδησίς μου είναι υποχρεωμένη. Και αν δεν ήμην πολίτης των Νήσων, θα είχον και υπό μόνον τον τίτλον αυτόν το δικαίωμα να γνωρίζω τον τρόπον με τον οποίον εφαρμόζεται η συνθήκη των Παρισίων. Ων εξάλλου πάντοτε το ίδιον άτομον της πατρίου γης, αισθάνομαι εξ’ ίσου το καθήκον να μη αμελήσω ουδεμίαν ευκαιρίαν, δια να χαρώ διά το καλόν το οποίον αυτή δοκιμάζει, ή να λυπηθώ διά τον κακόν που θα ήτο δυνατόν να την λυπήση. Επαναλαμβάνω αυτήν την ομολογίαν πίστεως προς Υμετέραν και ιδικήν μου παραμυθίαν.
* Σήμερον επέτειον της γεννήσεώς μου… είμαι στα 32 ή περισσότερον που συμπληρώνω· Μου λείπει το κινητόν ημερολόγιον, ο Νεράντζης, και δεν γνωρίζω. Έγινα δεκτός με τους πλέον ευμενείς και γενναιοψύχους τρόπους εκ μέρους της Αυτού Εξοχότητος του κυρίου κόμητος Σολτιτσώφ και γενικώς εκ μέρους όλων εκείνων των κυρίων. Εάν το παν θα ανταποκριθή εις αυτάς τας πρώτας ενδείξεις, (τότε) εγώ βεβαίως δεν θα έχω λόγον παρά να επιδοκιμάζω τον εαυτόν μου ότι έφθασα έως εδώ. Διά τώρα δεν δύναμαι να Σας είπω τίποτε το θετικόν προς ό,τι με αφορά, τούτο θα συμβή, ως ελπίζω, μετ’ ολίγας ημέρας. Εγώ έχω εύρει εδώ πάμπολλους στρατηγούς και στρατιωτικούς, παλαιάς γνωριμίας: τον στρατηγόν Σπρενκπόρτεν, Σβολκένσκι, Σκροκίν,
Ουζεκακώφ. Όλοι μου έκαμαν μεγάλας περιποιήσεις και όλοι ενθυμούνται με συγκίνησιν και καλωσύνην την Κέρκυραν. Επιστρέφων το εσπέρας εύρηκα φθασμένον εις Πετρούπολιν τον Αρχιεπίσκοπον Άρτης με τον αδελφόν και τον γραμματέα. Είδον εν αυτώ όλην την Ελλάδα και κάτι από την Κέρκυραν.
* Κύριον τον κόμητα Αντώνιον Μαρίαν Καποδίστριαν Ιππότην του Τάγματος του Αγίου Ιωάννου της Ιερουσαλήμ εις Κέρκυραν (Καθ’ οδόν προς Οτράντον, Σεπτέμβριος 1809)
Σεβαστέ μου Πατέρα,
Αναχωρώ. Αντί εμού η μικρή αυτή επιστολή μου επικαλείται από Σας καὶ την σεβαστήν μου μητέρα την ευλογίαν Σας. Σας παρακαλώ να διαβιβάσετε τα σέβη μου εις την θείαν Μπελλάντα. Θα Σας γράφω οπουδήποτε θα έχω την δυνατότητα προ της αφίξεώς μου εις Οτράντον. Από εκεί το ταχυδρομείον είναι κανονικόν.
Είναι ανωφελές να σας είπω να ζητήσετε επίσης εκ μέρους μου συγγνώμην από όσους θα έπρεπε να επισκεφθώ και δεν επεσκέφθην. Σας είπα τον λόγον και Σας παρακαλώ να τον καταστήσετε αντιληπτόν ιδίως εις τους θείους Γονέμη και εις τουςάλλους συγγενείς και φίλους. Εις τον Στέλιον μας.
Φιλώ τας χείρας Σας και τας χείρας τηςσεβαστής μητρός μου. Σας παρακαλώ να διαφυλάσσετε την πολυτίμητον υγείαν Σας και να με θεωρήτε πάντοτε ως τον ευπειθή και φιλόστοργον, υιόν Ιωάννην.
(Υ. Γ.) Εδώ έφθασε ο Ρώσος αξιωματικός Μπάκμαν όστις ανεχώρησε εκ Κερκύρας προ πέντε μηνών. Αι ειδήσεις, τας οποίας αυτός μου έδωσε, με ζώσαν φωνήν, μου εφάνησαν ως εάν εκατέβαινον από τον ουρανόν. Ο Αύγουστος μην μου υπενθύμισε τις ζέστες της Κέρκυρας. Αλλά γρήγορα θα έλθη ο χειμών. Ευτυχής όστις δύναται να τον αφήση οπίσω του. Τους συνήθεις εγκαρδίους χαιρετισμούς εις όλους τους φίλους και συγγενείς. Φιλώ τας χείρας των θείων και θειών. Επικαλούμαι την πατρικήν και μητρικήν ευλογίαν. Χαιρετώ τους φίλους του σπιτιού Πέτρον Μπαρμπιέρε, Χριστόδουλον Μπονιφάτσιο, πατέρα Συμεώνα, παπά Ανδρέαν, κ.τ.λ. κ.τλ. Εναγκαλίζομαι αδελφούς και αδελφάς, ανεψιούς και γυναικαδέλφους.
* Ο Ναράντζης από Παρισίους μου απέστειλε ένα γραμματάκι του Βιρόν της 3/15 Ιανουαρίου. Ελπίζω ότι αι επόμεναι επιστολαί θα μου φέρουν γενικώς καλυτέρας ειδήσεις από όλους και πλέον ιδιαιτέρως της οικογενείας, την οποίαν πληροφορούμαι τεταραγμένην από την κακήν υγείαν του Βίκτωρος και από τας αδιαθεσίας της θείας Μπελλάντα. Καίτοι ο Βιάρος μου ομιλεί δια Σας, εν τούτοις εγώ Σας παρακαλώ να μη αφήνετε να περάσῃ ευκαιρία χωρίς να μου γράψετε ιδιαιτέρως. Εάν Σεις δεν έχετε θέμα προς σύνταξιν επιστολής, προσθέσατε τουλάχιστον τέσσερας λέξεις ιδιοχείρως εις εκείνην του Βιάρου. Όπως και εγώ δεν θα ημπορούσα να κάμω άλλως ή να Σας γράψω. Καθώς εις τόσην απόστασιν και εις τόσην οικιακὴν ατυχίαν δεν μου απέμεινε παρ᾽ αυτὴ η παρηγορία, ούτε θέλω να ελπίζω ότι Σεις δεν θα θελήσετε να μου την περιορίσετε, δίδοντάς μου πλέον συχνήν και πλέον ευχάριστον ευκαιρίαν προς τούτο με τα γράμματά σας.
* Ὁ Βιάρος μου λέγει ότι έφθασαν πολλά ταχυδρομεία χωρίς επιστολάς μου. Υποθέτει δια τούτο ότι εγώ εγκατέλειψα το σύστημά μου, φοβούμενος ότι η αλληλογραφία με την Ήπειρον κατέστη δυσκολωτέρα ή αδύνατος. Ο πρόξενος Ναράντζης δύναται να βεβαιώσῃ την επιμέλειαν με την οποίαν πάντοτε, αφ᾽ ότου είμαι εδώ, του παρέδιδα δύο φοράς τον μήνα το μικρόν μου δέμα δια την Κέρκυραν. Έγραψα επίσης πολλάς φοράς μέσω Κωνσταντινουπόλεως… Περισσότερα ούτε ηδυνάμην ούτε δύναμαι να πράξω.
* Η υγεία μου είναι καλή… Ο χειμών ετοιμάζεται να μας αφήση, εν τούτοις σήμερον έχομεν ψύχος 10 βαθμούς και τούτο ονομάζεται θελκτικώτατος καλός καιρός. Η Αυτού Εξοχότης ο Υπουργός τον οποίον βλέπω συχνά, με τιμά πάντοτε με τας πλέον γενναιοψύχους μαρτυρίας καλωσύνης και στοργής.Εργάζομαι σχεδόν πάντοτε δια να υπακούω εις τας διαταγάς του. Και δεν φαίνεται δυσαρεστημένος… Επί τη ευκαιρία του νέου διορισμού εις Νεάπολιν ενός πρέσβεως του εζήτησα την θέσιν του νέου διορισμού εις Νέαπολιν ενός πρέσβεως, του εζήτησα την θέσιν Συμβούλου Πρεσβείας. Η Αυτού Εξοχότης μου είπε, ότι αυτή η θέσις ήτο κατωτέρα των δυνάμεών μου, και ότι εξ΄άλλου αυτός είχεν ορίσει ήδη την τοποθέτησίν μου, και να έχω υπομονήν… Σας έχω επανειλημμένως γράψει επ΄αυτού του ενδιαφέροντος θέματος και Σας κατέστησα επίσης γνωστόν πως ηδύνατο να μου είναι μεγίστης χρησιμότητος μία επιστολή Σας, εν τη οποία να αποδεικνύετο η αδυνατότης εις ην ευρίσκεσθε να με βοηθήσετε χρηματικώς δια την συντήρησίν μου ειςΡωσίαν… Αυτήν την επιστολήν την αναμένω πάντοτε…
* Ο Μπενάκης μού ενεχείρισε όλας τας επιστολάς Σας. Ο Κυριακός φθάσας τέλος μετά της συζύγου του μου ενεχείρισε και άλλας. Όλαι παλαιάς ημερομηνίας, αλλά όλαι πάντοτε δι΄εμέ πολυτιμόταται. Η Στέλλα, η Μαριέττα και αι αδελφαί μοναχαί μου έγραψαν επίσης. Εάν δεν απαντώ ιδιαιτέρως εις κάθε μίαν, τούτο είναι διότι εις τοιαύτην απόστασιν είναι τελείως αδύνατον να διατηρήση κανείς μίαν πολλαπλήν αλληλογραφίαν. Θα το κάμω όταν θα έχω πλησιάσει της Κέρκυραν κατά χίλια βρέστια. Εν τούτοις Σας παρακαλώ να πήτε εις εκάστην των αδελφών ότι τα γραπτά των υπήρξαν δι΄εμέ προσφιλέστατα και ότι αν ο Θεός θέλει να ευλόγηση τας ελπίδας των και τας ευχάς μου, θα έχω ταχέως την ευχαρίστησιν να γράφω προς αυτάς μακράς επιστολάς.
* Τα οικονομικά (μου) είναι ανισόρροπα. Ζω οικογενειακώς με τον Μπενάκη και τον Μιντσιάκη, επανορθών εν μέρει το έλειμμα. Αλλά η τακτοποίησις είναι πολύ ανωτέρα των δυνάμεών μου. Εν τούτοις είμαι σταθερός εις την απόφασιν να μην αποβώ βάρος της οικογενείας, διότι είμαι πεπεισμένος ότι θα της εφόρτωνα ένα ανυπόφορον βάρος. Τα τακτοποίησα όπως δύναμαι… και η Πρόνοια θα με φέρη εις θέσιν ώστε να απαλλαχθώ από οικονομικάς στενοχωρίας…
* Σας έγραψα κατά την διάρκειαν του παρελθόντος μηνός δύο μακράς επιστολάς, τας οποίας ο φίλος Μπενάκης έλαβε μεθ΄ εαυτού και τας οποίας Υμείς θα λάβετε με άλλα πραγματάκια που του παρέδωσα. Δεν γνωρίζω πότε αυτός θα φθάση, ούτε θέλω να αυταπατώμαι ότι θα θελήση να είναι περισσότερον πρόθυμος να φθάση εις Κέρκυραν, από ό,τι υπήρξε δια να αναχωρήση από εδώ. Ουχ ήττον όμως φαίνεται ότι κατά την εσπέραν ταύτην προτίθεται οριστικώς να μας εγκαταλείψη… Αν αυτός εβράδυνε πολύ την διάβασίν του εις Κέρκυραν, παρήγγειλα εγώ ωστόσον εις τον Ναράντζη να Σας αποστείλη τα μικρά μου δέματα, περιέχοντα το μεν πρώτον μίαν ταμβακοθήκην με την προσωπογραφίαν μου, το δεύτερον την γούναν δια την σεβαστήν μου Μητέρα και το τρίτον ένα παιχνίδι του σκακιού δι΄όλους.
* Η αυτόθι κατάστασις φαίνεται πάντοτε η αυτή και της μακράς βασάνου τις δύναται να προϊδη το τέλος; Τούτο ταράσσει δια πολλούς λόγους κάθε υπολογισμόν. Και η δυσκολία μιας κανονικής αλληλογραφίας με αφήνει πάντοτε εις ανοικτόν πέλαγος χωρίς πυξίδα και χωρίς να ανακαλύπτω ξηράν ούτε εκ του μακρόθεν. Εν τω μέσω όλων αυτών ζω ως είναι πάντοτε η ευμένεια των ανωτέρων μου, και αυτή μόνη μετριάζει πάσαν άλλην πικρίαν. Νομίζω ο Μπενάκης είναι εις Βενετίαν… και το προσεχές θέρος εις Κέρκυραν. Η άφιξίς του θα Σας είναι ευχάριστος δια πολλούς λόγους. Αυτός θα Σας είπη χίλια πράγματα δι΄εμέ. Είναι εις θέσιν να σας είπη όλα, επειδή αυτός τα πάντα είδε και τα πάντα γνωρίζει. Δεν γράφω εις τον Βιάρον ούτε εις άλλον τινά, κυρίως δια να μην εξογκώσω το δεματάκι, το οποίον παραδοθέν υπό εμπορικόν κάλυμμα δεν δύναται να περιέχη ει μη μόνον εν φύλλον από αυτό το άθλιον ταχυδρομικόν χαρτί.
* Ο Βαρούχας αφιχθείς προ ημερών από την Βιέννην ως ταχυδρόμος μού έφερε μίαν επιστολήν του Μπενακη, τους δύο αριθμούς 58 και 59 και μία άνευ αριθμού. Και εγώ ανέμενον μετ’ ανυπομονησίας κανέν νέον, ων τελείως εστερημένος ειδήσεων από πολλού χρόνου, ακούοντας μάλιστα να ομιλούν κατά πολλούς τρόπους σχετικώς με την κατάστασιν της Κέρκυρας. Αι ειδήσεις αι οποίαι φθάνουν εδώ από τους λιμένας της Μαύρης Θαλάσσης είναι όλοι υπερβολικαί και έλαβον την απόφασιν να μη πιστεύσω πλέον τίποτε. Χαίρω διά την υγείαν όλων, διά τας παρηγορητικάς σκέψεις τας οποίας μου κάμνετε σχετικώς με τον Βίκτωρα. Μου αρέσει πολύ ο γάμος του Στέλιου Προσαλένδη και συγχαίρω δια τούτο τον Πατέρα και την Πατρίδα. Εγνώρισα επ’ ολίγας ημέρας εις την Ιταλίαν αυτόν τον νέον. Εκίνησε μέγα το ενδιαφέρον μου και η γνώμη, την οποίαν περί αυτού μου έδωσαν αι πλέον διακεκριμέναι προσωπικότητες, μου ενέπνευσε ακόμη περισσότερον και την εκτίμησιν και την προς αυτόν στοργήν μου. Νυμφευθείς θα μείνη εις Κέρκυραν… και η χώρα θα κερδίση πολύ εξ αυτού. Σας παρακαλώ να πήτε όλα αυτά εις τον Ντόρια και να του διαβιβάσετε τα ειλικρινή μου συγχαρητήρια. Συνεκέντρωσα με μεγίστην προσοχήν τας επιθυμίας Σας επί του θέματος Οικογενειακόν Συνοικέσιον. Γράφω περί τούτου εις τον Βιάρον σήμερον. Και το πράττω με την καρδίαν πλήρη πεποιθήσεως και χαράς. Επιθυμώ διακαώς να πεισθή αυτός και να οφείλεται τούτο πρωτίστως εις εμέ. Σχετικώς με εμέ δια του φίλου Μπενακη Σεις θα μάθετε τα πλέον λεπτομερή καθέκαστα και Σεις θα είσθε τότε εις θέσιν να εκφράσητε επί των αφορώντων με την γνώμην Σας.
* Σας είπον πάντοτε, Σας λέγω τώρα και θα το επαναλάβω σταθερώς: εγώ δεν έχω παρά μίαν μόνην επιθυμίαν και είναι εκείνη του να υπακούω και να είμαι ευγνώμων εις τους γονείς μου… Τα γενικά πράγματα δεν προχωρούν τόσον ταχέως ως ήλπιζον και φαίνεται μάλιστα ότι μερικά γεγονότα βραδύνουν και ίσως δια πολύν καιρόν (θα βραδύνουν) εκείναι αι περιστάσεις, αι οποίαι κατά το παρελθόν έτος με έκαμνον να πιστεύω όχι μακράν την στιγμήν που θα ελάμβανον μίαν τοποθέτησιν εις το εξωτερικόν και ότι θα ευρισκόμην ούτω πλησιέστερον κατά τινα τρόπον εις την Πατρίδα και την Οικογένειαν.
* Επί τέλους, όλος ο κόσμος ηλευθερώθη! Η Πατρίς μου πρόκειται να γίνη ελευθέρα. Κατά την ώραν ταύτην οι Άγγλοι θα λάβουν υπό προσωρινήν κατοχήν την Κέρκυραν. Περί της μελλοντικής τύχης μας δεν θα ήξευρον να Σας είπω τι οριστικώς. Από μέρους μου έπραξα παν ό,τι ηδύνατο να εξαρτηθή εν μέλλον έντιμον και ασφαλές. Συντόμως θα διαπραγματευθώσιν και δι΄ ημάς. Δια τούτο έγραψα ευσεβάστως εις την Αυτού Μεγαλειότητα τον Σεπτόν Αλέξανδρον και εζήτησα την άδειαν να μεταβώ δι΄ολίγας ημέρας εις το Γενικόν Του Επιτελείον, δια να αφιερώσω πάσαν προσπάθειάν μου δια το καλόν και την τιμήν της Πατρίδος. Ελπίζω ότι η Αυτού Μεγαλειότης θα μου παράσχη την χάριν ταύτην. Εν τοσούτω πιστεύω ότι η Δημοκρατία δεν θα χάση ούτε στιγμήν διά να αποστείλη μίαν όχι πολυάριθμον αλλά καλώς συντεθειμένην αντιπροσωπείαν. Προ των ποδών των Συμμάχων θα καταθέση αύτη τους ζωηρούς πόθους της Πατρίδος και θα ικετεύση την ανεξαρτησίαν Της και την επιστροφήν εις την ομοσπονδιακήν της πολιτικήν μορφήν. Αύτη θα το επιτύχη από τον μεγαλόψυχον Βασιλέα των Βασιλέων Αλέξανδρον, από την δόξαν και αρετήν του οποίου όλος ο κόσμος είναι πλήρης. Η εδώ αποστολή μου πλησιάζει το τέρμα της και ελπίζω να τελειώση καλώς.
* Λυπούμαι να βλέπω ότι ευρίσκομαι εδώ σωματικώς, όταν η καρδία μου και το πνεύμα μου είναι συνεχώς, και τώρα περισσότερον παρά ποτέ, εν τω μέσω των συμπολιτών και στην αγκαλιά της Πατρίδος.
* Η υγεία μου είναι καλλίστη. Εναγκαλίζομαι αδελφούς και αδελφάς, ανδραδέλφους και ανιψιούς. Επικαλούμαι την ευλογίαν των γονέων.
* Επέτειος της γεννήσεως του Βιάρου. Εύχομαι έτη πολλά εν υγεία των γονέων και ικανοποίησίν των. Επιστρέψας εκ της εκκλησίας επωφελούμαι μιας στιγμής προ της αναχωρήσεως του ταχυδρόμου δια την Κωνσταντινούπολιν δια να Σας δώσω και μέσω αυτής της οδού ειδήσεις μου. Έλαβον την Υμετέραν 065 της 28 Οκτωβρίου/9 Νοεμβρίου. Χαίρω δια την καλήν υγείαν της οικογενείας, αν και αι άλλαι ειδήσεις περί των οποίων μου ομιλείτε δεν προκαλούν ομοίαν ικανοποίησιν. Υπομονή και αληθής εμπιστοσύνη εις την γενναιόδωρον προστασίαν του Ουρανού. Όπου και αν στρέψη τις το βλέμμα εις την Ευρώπην και εις το άλλο ημισφαίριον, δεν βλέπει ειμή παθήσεις, βάσανα, φόβους, ανησυχίας… Διατί να αξιώμεν να κάμη εις όλα και παντού εξαίρεσιν εις τον γενικόν κανόνα!
* Μεγάλη αλήθεια που δεν πρέπει να παραμελείται… Λέγων τούτο δεν σκοπεύω να κηρύττω την ραθυμίαν, την απάθειαν και την αμέλειαν των εγωιστών. Απολύτως τουναντίον, και ελπίζω βεβαίως να Σας πείσω μίαν ημέραν ότι τα αισθήματά μου και η διαγωγή μου καθοδηγούνται από μίαν αρχήν τελείως αντίθετον. Αλλά θέλοντας να κάμη τις το καλόν, πρέπει να αρκείται να ενεργή βραδέως και συνεχώς και πάντοτε εις την ιδίαν κατεύθυνσιν, χωρίς να ερωτοτροπή με τας εφημέρους επευφημίας της πλατείας. Εκείναι μόνον πρέπει να αρκεστούν που εκφράζονται από εν ενδόμυχον συναίσθημα, από την συνείδησιν.
* Η παρούσα θα Σας περιέλθη μέσω Πατρών. Την διευθύνω εις τον Κον Βλασόπουλον. Η υγεία μου είναι αρίστη. Ο χειμών του έτους τούτου δριμύτατος υπέρ παν μέτρον. Είθε να μη Σας ενοχλή τόσον όπως εις το παρελθόν. Και οφείλω τούτο με μέγιστον πλεονέκτημα εις τα ύδατα της Βοημίας (…) Είμαι άριστα εγκατεστημένος εν Μόσχα. Δεν έχω μέχρι τούδε οικίαν ούτε πλέον άνετον, ούτε πλέον χαρούμενην. Η πόλις αυτή αναστηθείσα από την τέφραν της, είναι ωραιοτέρα ή ποτέ, ένα θαύμα μεγαλείου και μεγαλοπρεπείας. Εκάστη των συνοικιών της περιλαμβάνει τουλάχιστον ένα χώρον οικοδομών ωραιοτάτων μεγάρων εξάκις μεγαλύτερον όλης της πόλεως Κερκύρας, και αυταί αι συνοικίαι της είναι, αν δεν σφάλλω, δέκα ή δώδεκα.
* Προ δέκα ετών Σας έγραφον από την Βιέννην κατά τον μήνα Δεκέμβριον, οπότε ήμην έτοιμος να αναχωρήσω δια να μεταβώ εις την Αγ. Πετρούπολιν. Σας γράφω τώρα που ο Αυτοκράτωρ έχει την καλωσύνην να μοι επιτρέψη να κάμω μίαν απουσίαν τεσσάρων μηνών από την θέσιν μου δια να επανίδω ακόμη την Πατρίδα και δια να Σας φιλήσω τας χείρας.
* Οπωσδήποτε ελπίζω να είμαι εις Κέρκυραν, αν θέλη ο Θεός, κατά τας πρώτας ημέρας της τεσσαρακοστής δια να εκτελέσω εν τη οικογενεία τα θρησκευτικά μου καθήκοντα. Η διαμονή μου δεν θα είναι δυνατόν να είναι μακροχρόνιος, επειδή οφείλω να έχω επιστρέψει εις την Αγ. Πετρούπολιν τον μήνα Ιούνιον, ή Ιούλιον το αργότερον. Η ευμένεια με την οποίαν η Α.Α.Μ. ευδοκεί να δέχεται το ολίγον όπερ δύναμαι να πράττω δια την υπηρεσίαν Του μού επιβάλλει το καθήκον τούτο. Και θα ήτο αχαριστία το να μη θεωρώ τούτο ως το πρώτιστον όλων.
* Γράφω εις τον Βιάρον ότι δεν υπάρχει ανάγκη να κάμη ουδεμίαν προετοιμασίαν δι’ εμέ. Θα ζήσω όπως έχω ζήσει. Η μόνη χάρις την οποίαν ο Θεός μού παρέσχε και της οποίας ελπίζω να είμαι άξιος πάντοτε εις το μέλλον, είναι ότι δεν έχω ουδόλως αλλάξει ούτε τα ήθη, ούτε τας συνηθείας, ούτε τας ιδέας, ούτε τα αισθήματα.
* Ξένος προς τας υποθέσεις της χώρας – θα μείνω ομοίως κατά τας ολίγας ημέρας της διαμονής. Δεν θα ασχοληθώ παρά με τα συμφέροντα της οικογενείας. Δια τούτο συμφέρει να καταβληθή η μεγαλυτέρα φρόνησις επί τω σκοπώ να αποφευχθούν παρεξηγήσεις, τρέλλες ή κακοήθειαι.
* Γνωρίζω ότι εν τοσούτω η χώρα μας αναπνέει και αρχίζει να ζη. Σκοπός είναι να της εξασφαλίζωμεν ημέρας ηρεμίας και ευτυχίας δια το μέλλον. Θα ήτο όθεν μέτρον επείγον, όπως αι Νήσοι μας διώριζον άνευ αργοπορίας έναν αντιπρόσωπον, όστις να ήτο εξουσιοδοτημένος να διαπραγματευθή περί των συμφερόντων της Πατρίδος παρά τω Συνεδρίω, όπερ να λάβη χώραν εις Βιέννην και εν τω οποίω θα αποφασισθώσιν τα πλέον ενδιαφέροντα ζητήματα. Εγώ θα ηρχόμην πολύ ευχαρίστως εις βοηθείαν του αντιπροσώπου τούτου. Εγώ όμως δεν θα ηδυνάμην εν ουδεμία περιπτώσει να αναλάβω επισήμως καθήκοντα εν ονόματι των Νήσων. Εις Παρισίους εζήτησα από τον Αυτοκράτορα την χάριν μιας ακροάσεως εις τον Θεοτόκην. Η Α. Μ. τού την παρέσχε. Ηυδόκησε η Α. Μ. να είπη εις τον συμπολίτην μου τούτον πολλά πράγματα κολακευτικά δι’ εμέ. Εάν ηυχαριστήθη ή ελυπήθη τούτο δεν το γνωρίζω… αλλά διατί να υποθέση τις φθόνον δι’ ένα θέμα, το οποίον δεν υποβάλλεται εις ουδεμίαν λογικήν.
* Αν ο Αυτοκράτωρ με τιμά διά της εύνοιάς Του, τούτο συμβαίνει διότι η Α. Μ. είναι πεπεισμένος δια την καλήν πίστιν και τον ζήλον με τον οποίον τον υπηρέτησα και τον υπηρετώ, τούτο συμβαίνει διότι έφερα, όπως τόσοι άλλοι, προθύμως επί των ώμων το πελώριον βάρος όλης της εκστρατείας. Τούτο συμβαίνει επειδή δεν ηθέλησα ποτέ να είμαι υπήκοος Του, αλλά υπηρέτης Του. Είναι διότι μίαν φοράν είπον εις την Α. Μ. ότι δεν θα αντήλλασσον τον τάφον μου που έχω εις την Κέρκυραν με οιανδήποτε αποκατάστασιν εν τω κόσμω… Ένας ηγεμών ενάρετος και δίκαιος όπως είναι ο Αλέξανδρος, είναι ευαίσθητος εις την αγνήν στοργήν της καρδίας και εις την ευγένειαν των συναισθημάτων. Διά τούτο και μόνον ένας έντιμος άνθρωπος δύναται να τον υπηρετή χωρίς να ταπεινούται και χωρίς να διαφθείρεται.
* Επομένως πώς άραγε οι Θεοτόκαι ή άλλοι δύνανται να με φθονούν δια την προς εμέ εύνοιαν του Αυτοκράτορος. Εάν την θέλουν δεν έχουν παρά να του προσφέρουν τας υπηρεσίας των και να συμπεριφερθώσι καλώς, και να κάμωσι θυσίας και θα την επιτύχουν…
* Τα ημέτερα πάτρια πράγματα παραμένουν εισέτι αναποφάσιστα, μάλιστα δε ίνα είπω καλύτερα, και είπω το παν, ακόμη ούτε εξητάσθησαν… Η Αγγλία μάς θέλει επειδή μας κρατεί, και επειδή γνωρίζει να εκτιμά την σπουδαιότητά μας υπό σπουδαίας επόψεις. Η Γαλλία εξ ίσου θα μας ήθελε, και είναι από την κυβέρνησιν αυτής που εξήλθε η ιδέα του τάγματος της Μάλτας και της επικαιρότητος να το εγκαταστήσουν παρ’ ημίν. Η Αυστρία κατέχουσα την Δαλματίαν θα είχε ακόμη την ματαιοδοξίαν να ανυψώση τους αετούς της επί του φρουρίου της Κερκύρας. Αλλά μη δυναμένη να θέλη τα πάντα, θα περιορισθή να επιθυμήση να μη παραμείνουν οι Άγγλοι. Η Ρωσία απησχολημένη κατά την στιγμήν ταύτην με υψηλότερα θέματα, δεν δύναται, δεν πρέπει ίσως, να εκδηλώση τας εφ’ ημών απαιτήσεις της. Η ανάστασις της Δημοκρατίας υπό την προστασίαν της θα ήτο η αρχή ενός πολέμου εναντίον των Τούρκων. Η συνθήκη του Βουκουρεστίου απαγορευθείσα υπό των περιστάσεων και της ανάγκης, στερεί την ρωσικήν ναυσιπλοΐαν της ελευθέρας διαβάσεως των Δαρδανελλίων. Η επιστροφή επί ενός σημείου τοσούτον ουσιώδους εξ αφορμής των Νήσων και το θέμα της επανδρώσεώς των με Ρώσους, θα εσήμαινε ως εάν έθετε εις άστοχον κίνησιν τας ανατολικάς υποθέσεις δια να ευνοήση έναν ευρωπαϊκόν συνασπισμόν εναντίον της Ρωσίας. Η ανάστασις της Δημοκρατίας χωρίς μίαν πραγματικήν προστασίαν και παρουσίαν, θα ήτο ως να εγκαταλείπετο αυτή εν τω μέσω των κοινωνικών διχονοιών, και ως να ετίθετο εκ των πραγμάτων εις την διάθεσιν των Άγγλων και θα συνετέλει να αντιληφθώσιν ούτοι ότι υπάρχουν παρά την θέλησίν μας. Το να κάμωμεν εξ άλλου ώστε να συνίσταται αυτή η προστασία εις μίαν μόνην Συνθήκην, εφοδιάζουσαν τας Νήσους με μίαν ξενικήν φρουράν, θα ήτο και αυτό ως εάν ανοίγη τις τας θύρας εις όλας τας ξενικάς επιρροάς, ως εάν αναπηδά τις τας παλαιάς συγκρούσεις διά να δώση την ευκαιρίαν εις νέας και εις νέας καταστροφάς, του πρώτου ηπειρωτικού ή θαλασσίου πολέμου… Αυταί είναι σκέψεις που προκύπτουν, οσάκις εγείρεται το ζήτημα των ιδικών μας πραγμάτων… Είναι σπουδαίαι διττώς: και από της απόψεως της πρακτικής ευτυχίας των Νήσων και από της απόψεως της αληθούς εξυπηρετήσεως του Αυτοκράτορος. Ο Αυτοκράτωρ είχε την καλοσύνην να ακροασθή πολλάκις τας μακράς παρεκβάσεις τας οποίας έλαβον το θάρρος να κάμω επί του θέματος τούτου (…) Θα υποστηρίξω γενικώς ότι οποία και αν πρόκειται να είναι η τύχη μας, αυτή οφείλει κατά μέγα μέρος να καθορισθή υπό της ρωσικής επεμβάσεως, αμέσου ή εμμέσου, δεν ενδιαφέρει. Θεωρώ τρόπον ασφαλέστατον και χρησιμώτατον εκείνον: το να μη απαιτή τις τα αδύνατα. Θα ήτο αδύνατον να θέλωμεν την αποκατάστασιν της Δημοκρατίας υπό τους οιωνούς αυτούς και υπό τους τύπους εκείνους εις τους οποίους αυτή ευρέθη κατά την ειρήνην του Καμποφόρμιο, αν η δυνατότης αυτή θα υπήρχε, υποστηρίζω επίσης ότι θα είμεθα υποχρεωμένοι να αισθανθώμεν συγχρόνως και τους κινδύνους και τας περιπλοκάς και τας ζημίας αυτής. Η προστασία της Ρωσίας, ως είπον, δεν δύναται να υπάρξη χωρίς πόλεμον με την Τουρκίαν. Και εις αυτόν τον πόλεμον δεν είναι δυνατόν να μη εναντιωθή η Αγγλία. Η Δημοκρατία λοιπόν μετά την αποκατάστασίν της θα απέβαινε πεδίον μάχης, και δεν είναι δύσκολον να υπολογίση τις τα αποτελέσματα.
* Το Τάγμα της Μάλτας είναι ένας παραλογισμός, και αν ακόμη θεωρηθή ως ίδρυμα θρησκευτικόν, ιπποτικόν, ή φιλοξενίας. Ως θρησκευτικόν δεν δύναται να υπάρξη εν τω μέσω ημών. Ως ιπποτικόν είναι μηδέν, στερούμενον μέσων. Το ναυτικόν του Τάγματος θα ήτο πολύ ολιγώτερον αξιόλογον εκείνου όπερ ήτο κατά το παρελθόν του βασιλέως της Νεαπόλεως. Ως Ίδρυμα φιλοξενίας νομίζω ότι η Ευρώπη δύναται να επαρκέση εις εαυτήν και άνευ του κατ’ όνομα αυτού πλεονεκτήματος. Αν αργότερον υπό το όνομα ενός Ιπποτικού Τάγματος θα ήθελον να συνθέσουν μίαν πολιτικήν οργάνωσιν ικανήν να συνδυάση τας πολιτικάς βλέψεις των μεγάλων τεσσάρων δυνάμεων, Ρωσίας, Γαλλίας, Αγγλίας και Πρωσίας και τα πραγματικά συμφέροντα των κατοίκων των επτά Νήσων οι οποίοι είναι Έλληνες, οι οποίοι έχουν μίαν θρησκείαν και οι οποίοι έχουν μίαν Πατρίδα, θα εθεώρουν το πράγμα δυνατόν και πολύ χρήσιμον.
* Και ποία είναι η Δύναμις η οποία να δύναται να αποβλέψη εις φρούρια επί της Αδριατικής και επί της Μεσογείου· Και δή άνευ δυνάμεως και ισχύος! Ποίαν υπόστασιν θα είχομεν ημείς παρ’ όλην την ναυτικήν παντοδυναμίαν της Αγγλίας! Η αυτή σκέψις είναι εφαρμόσιμος εις τας φιλοδόξους βλέψεις της Αυστρίας. Τι θα ηδύνατο να πράξη αύτη δι’ ημάς; Και τι ημείς προς όφελός της; Δεν θα έχη ποτέ η Αυστρία ένα πολεμικόν ναυτικόν, το δε εμπορικόν της δεν θα υπάρξη ειμή εφόσον οι Άγγλοι θα το θελήσουν… Πάντων υπολογισθέντων, συμπεραίνω ότι η καλυτέρα ύπαρξίς μας θα ήτο εκείνη την οποίαν θα ηδυνάμεθα να έχωμεν υπό την άμεσον προστασίαν της Αγγλίας, αλλά με δεδομένους δικαίους και συμφέροντας όρους, εις τους οποίους η Ρωσία δύναται και πρέπει να συμβάλη. Η πρότασις αύτη δεν θα προβληθή όμως από εμέ, ειμή όταν αι αιτήσεις σας τας οποίας θα υποβάλω (συμφώνως προς το υπόμνημα όπερ μοι απεστάλη υπό της Γερουσίας) απορριφθώσι κατηγορηματικώς. Και όταν θα είναι αποδεδειγμένον κατά τρόπον αναμφισβήτητον ότι οφείλομεν να ανήκωμεν εις την Αγγλίαν… είναι τότε που συμφέρει εις ημάς να καθορίσωμεν τον τρόπον. Και ούτω να προστατεύσωμεν τα δίκαια συμφέροντα της Πατρίδος μας. Αυταί είναι αι προθέσεις μου. Και προς τοιούτον σκοπόν θα τείνουν αι προσπάθειαί μου… Και αν θα επιτύχω τούτο ή όχι, εξαρτάται από εν πλήθος περιστάσεων και συμπτώσεων αι οποίαι δεν εξαρτώνται ούτε είναι δυνατόν να εξαρτηθώσιν από ημάς. Ας εμπιστευθώμεν εις την Θείαν Πρόνοιαν και εις την καλήν καρδίαν της Αυτού Αυτοκρατορικής Μεγαλειότητος, και θα επιτύχωμεν… Αρκετά περί των πατρίων πραγμάτων.
* Οιαδήποτε και αν πρόκειται να είναι η πολιτική τύχη της Πατρίδος, δεν θα ήθελον εν ουδεμιά περιπτώσει να βασισθώ επ’ αυτής δια να εξασφαλίσω την τύχην, την άνεσιν, την ευημερίαν της οικογενείας. Η καλυτέρα όλων των καταστάσεων είναι εκείνη της ανεξαρτησίας. Διαγωγή, δραστηριότης, φιλοπονία και προσωπική αξία· ιδού αι βάσεις επί των οποίων θα ήθελον θεμελιωμένην την οικογενειακήν μας ύπαρξιν… Τα πλεονεκτήματα τα οποία δύνανται να προκύψουν από τας περιστάσεις και την εξωτερικήν εύνοιαν πρέπει να είναι δευτερευούσης σημασίας ως και άλλαι τόσαι ευκαιρίαι αι οποίαι αξιοποιούν τα ιδιαίτερα ημών μέσα… Δια τούτο οφείλομεν να εξασφαλίσωμεν την οικονομικήν κατάστασιν επί της γης, και δεν υπάρχει καλυτέρα εις τον κόσμον από εκεί.
Κερκυραϊκή καποδιστριακή βιβλιογραφία
Δεν υπάρχει ακόμη, βέβαια, μία ολοκληρωμένη κερκυραϊκή καποδιστριακή βιβλιογραφία – στην οποία οπωσδήποτε δικαιούται και ο Ν. Βαρότσης τη δική του θέση.
Δεν υπάρχει σχετική βιβλιογραφία ούτε μονάχα για τα βιβλία που έχουν εκδοθεί από Κερκυραίους λη Κερκυραίες ή εγκατεστημένους στο νησί είτε και έχουν εκδοθεί εδώ από τρίτους και έχουν ως βασικό θέμα τους τον Ιωάννη Καποδίστρια. Πολύ περισσότερο απουσιάζει μία καταγραφή των σχετικών πολύτιμων δημοσιευμάτων που περιλαμβάνεται σε περιοδικές εκδόσεις ή συλλογικούς τόμους, όπως ένας νέος, πανεπιστημιακός συλλογικός τόμος που ετοιμάζεται και στον οποίο θα συμπεριλαμβάνεται εργασία-μελέτη του Γιώργου Δονάτου, ομότιμου καθηγητή και τέως κοσμήτορα της Σχολής ΝΟΠΕ του ΕΚΠΑ, με τίτλο «Ιωάννης Καποδίστριας: Ο ηγέτης του εθνικού αγώνα για την αναγνώριση των συνόρων και της πολιτικής ανεξαρτησίας του ελληνικού Κράτους».
Με τον Ι. Κ. ασχολήθηκε το 2021, θυμίζουμε, για πρώτη φορά αρχηγός κόμματος σε τέτοια βάση, δηλαδή γράφοντας πολιτική μονογραφία για τη ζωή και το έργο του πρώτου Κυβερνήτη της χώρας, η Επτανήσια, άλλωστε, Αλέκα Παπαρήγα, στη σημαντικότερη και πιο εμπεριστατωμένη συνθετική Αριστερή ιστορική – πολιτική μονογραφία για τη ζωή και το έργο του. Η πολιτικός που ηγήθηκε του Κομμουνιστικού Κόμματος Ελλάδας επί δύο και πλέον δεκαετίες, συνέταξε μακροσκελέστατη μονογραφία, με τον τίτλο «Η περίοδος διακυβέρνησης του Ιωάννη Καποδίστρια», που περιλαμβάνεται στο βιβλίο του Τμήματος Ιστορίας του ΚΚΕ «1821, Η Επανάσταση και οι απαρχές του ελληνικού αστικού κράτους». Στις σαράντα σελίδες της συνθετικής και στοιχειοθετημένης με εκτεταμένη ελληνική και ξένη βιβλιογραφία μελέτης της για τον Καποδίστρια εκκινεί από τα πρώτα διπλωματικά και πολιτικά βήματά του στην Κέρκυρα και την υπό ρωσοτουρκική κυριαρχία Επτάνησο Πολιτεία της εποχής του, σημειώνοντας ότι, ενώ αποτελούσε γόνο αριστοκρατικής οικογένειας της Κέρκυρας, από την περίοδο των σπουδών του στην Πάντοβα ήλθε «σε επαφή με τις ιδέες του ιταλικού και γενικότερα του ευρωπαϊκού αστικού διαφωτισμού, του φιλελευθερισμού ως ιδεολογίας και πολιτικής για την οριστική νίκη της αστικής τάξης κατά της φεουδαρχικής». Παραθέτει σειρά στοιχείων για τις ανάμειξή του στις υποθέσεις κατοχύρωσης συνταγματικού χάρτη με διοικητική αυτονομία στα Επτάνησα, αλλά και για τη συμμετοχή του σε καταστολή λαϊκών αντιδράσεων, καθώς επίσης για την αντίδρασή του αργότερα από τη θέση εκπροσώπου της διπλωματίας της Ρωσίας, την περίοδο της βρετανικής κυριαρχίας στα νησιά του Ιονίου, στις βαθιά αυταρχικές συνταγματικές μεταρρυθμίσεις που επέβαλε ο πρώτος Άγγλος αρμοστής στα Επτάνησα. Η ανάμειξή του στις υποθέσεις της Επτανήσου θεωρείται ότι αποτέλεσε το «εφαλτήριο για την ανάδειξή του στη ρωσική και ευρωπαϊκή διπλωματία». Σε ξεχωριστό κεφάλαιο της μονογραφίας εξετάζεται ο ρόλος του στη ρωσική διπλωματία και στη δημιουργία της «Νέας Ευρώπης», στο πλαίσιο διεθνών διπλωματικών συνεδρίων και αποστολών. Αν και κατά περίπτωση παρουσίαζε διαφοροποιήσεις, «ο συνταγματικός φιλελευθερισμός του Ιωάννη Καποδίστρια, όπως εμφανίστηκε όταν ήταν εκπρόσωπος της Ρωσίας», επισημαίνει η Αλέκα Παπαρήγα, «εκφραζόταν με την ιδέα της δημιουργίας ενός συμβουλευτικού ή και νομοθετικού σώματος που θα αντιπροσώπευε τις αστικές δυνάμεις, με το επιχείρημα ότι αυτές αποτελούσαν διαφωτισμένα τμήματα του λαού». Συγχρόνως, «επέμενε στην τυπική διατύπωση για τα ίσα δικαιώματα των μικρών λαών».

Ο Νίκος Βαρότσης
Ο Ν. Βαρότσης (βλ. πάνω τον ίδιο να απευθύνει χαιρετισμό σε ηλικία 94 ετών το 1974 στην προεκλογική συγκέντρωση του τότε συνδυασμού Ενωμένη Αριστερά στην Κέρκυρα), σύμφωνα με σημείωμα του Περικλή Παγκράτη στο περιοδικό «Πόρφυρας», ήταν εκείνος – ο αγνός ιδεολόγος, που την ιδεολογική του συνέπεια θα πληρώσει με αλλεπάλληλες διώξεις και εκτοπίσεις, όπως έγραψε – που ενθάρρυνε περί το 1910 τον Κωνσταντίνο Θεοτόκη να συμμετάσχει ενεργά στον τοπικό Σοσιαλιστικό Όμιλο και στον Αλληλοβοηθητικό Εργατικό Σύνδεσμο του νησιού, όταν ο συγγραφέας επέστρεψε από το Μόναχο στην Κέρκυρα, συνειδητοποιημένος πλέον σοσιαλιστής.
Ο ίδιος το 1998 είχε φέρει στο φως μιαν ανέκδοτη και άνωστη έως τότε επιστολή του ποιητή Λορέντζου Μαβίλη, σταλμένη από την Κέρκυρα στις 9 Δεκεμβρίου 1905 προς τον τότε φοιτητή της Ιταλικής Φιλολογίας στο Πανεπιστήμιο της Μπολόνια, Ν. Βαρότση, ενδεικτική των ευρύτερων ενδιαφερόντων του τελευταίου. Ο Βαρότσης είχε ζητήσει να πληροφορηθεί από τον Μαβίλη «ποιος έπειτα από τον Πολυλά έγραψε για το Σολωμό», γιατί, όπως εξήγησε πολλά χρόνια μετά, του είχε ανατεθεί από καθηγητή του η πραγματοποίηση ομιλίας για «τους δυο συμπατριώτες Φόσκολο και Σολωμό».
Εξάλλου, το 1910, ο Ν. Β. Βαρότσης είχε ανακηρυχθεί επίτιμος πρόεδρος του φιλολογικού συλλόγου «Ελλάς», επιδιώξεις του οποίου ήταν «η καλλιέργεια της νεοελληνικής φιλολογίας» και «η αφύπνισις της νεολαίας».
![]() | ![]() |
Σύμφωνα με τον Άγι Στίνα, λαϊκό αγωνιστή τότε, ο Ν. Β. (βλ. πάνω αριστερά τον ίδιο τη δεκαετία του 1960 σε πολιτική περιοδεία στο κέντρο της πόλης με τον Ηλία Ηλιού και τον Γεράσιμο Πρίφτη και δεξιά με τον Μίκη Θεοδωράκη, τον Γρηγόρη Μπηθικώτση και άλλους σε συναυλία σε κινηματοθέατρο της πόλης το 1964), «καθηγητής της ιταλικής και γαλλικής, που τον είχαν διώξει από τα δημόσια» σχολεία, ήταν «ο πιο δραστήριος από όλους τους σοσιαλιστές της Κέρκυρας και από τους ελάχιστους τότε στην Ελλάδα με μαρξιστική κατάρτιση (…) Στα νιάτα του ήταν συνδεδεμένος με το ιταλικό σοσιαλιστικό κίνημα και ανήκε στην αντικοινοβουλευτική τάση του Μπορντίγκα. Έμεινε στο Κόμμα για χρόνια, πότε ενεργός και πότε σε αδράνεια». Ήταν «ο υποκινητής και πρωτεργάτης πολλών απεργιών και κινητοποιήσεων».
Συμπορεύτηκε για περίπου έναν αιώνα με το ελληνικό λαϊκό προοδευτικό κίνημα, επισήμανε ο «Ριζοσπάστης» τις 31 Δεκεμβρίου 1977 για τον παλαίμαχο κομμουνιστή, που πέθανε στο νησί στις 29 Δεκεμβρίου 1977, σε ηλικία 96 χρόνων. Σύμφωνα με το δημοσίευμα, ως φοιτητής στην Ιταλία πήρε δραστήρια μέρος στους αγώνες των εργαζομένων στη Γένοβα. Η ιταλική αστυνομία τον καταδίωξε και τον ανάγκασε να επιστρέψει στην Κέρκυρα, όπου και ίδρυσε τον πρώτο σοσιαλιστικό πυρήνα. Αγωνίστηκε αδιάκοπα μέσα από τις γραμμές του ΚΚΕ. Πήρε μέρος στην Εθνική Αντίσταση και αργότερα έγινε επίτιμος πρόεδρος της ΕΔΑ στην Κέρκυρα.
Το 1918 ήταν επικεφαλής της σοσιαλιστικής οργάνωσης της Κέρκυρας και είχε υπογράψει την εξουσιοδότηση για τη συμμετοχή αντιπροσώπου της στο ιδρυτικό συνέδριο του ΣΕΚΕ/ΚΚΕ.

«Η δημοκρατική Κέρκυρα ξεπροβόδισε χτες τ’ απόγευμα τον αιωνόβιο Καθηγητή Νίκο Βαρότση» (βλ. πάνω την αστυνομική κλήση του στις 21 Απρίλη 1967 να προσέλθει στο Παλαιό Φρούριο της πόλης με τρόφιμα και άλλα είδη για μεταγωγή), σημείωνε η κερκυραϊκή εφημερίδα «Σημερινή» τις 31 Δεκεμβρίου 1977. Κατάμεστος, συνέχιζε, ήταν ο μητροπολιτικός ναός, στον οποίο τελέστηκε η νεκρώσιμη ακολουθία, «από συμπολίτες που ήλθαν για ν’ απευθύνουν τον τελευταίο χαιρετισμό στον σθεναρό αγωνιστή των λαϊκών δικαίων». Στα εβδομήντα σχεδόν χρόνια της ανάμειξής του στα πολιτικά πράγματα της Κέρκυρας και της Ελλάδας, υπογράμμιζε η εφημερίδα, «ποτέ δεν κάμφθηκε,παρά τις συνεχείς διώξεις από Έλληνες υπηρέτες του Καπιταλισμού και από φασίστες κατακτητές». Ήταν βροντερά τα χειροκροτήματα για τον «μπάρμπα Νίκο», που «έζησε αρκετά ώστε να δη νομιμοποιημένη την παράταξη για την οποία θυσίασε την επαγγελματική του σταδιοδρομία, τις ανέσεις της ζωής του, την προσωπική ελευθερία του, αγωνιζόμενος διαρκώς τον ωραίο αγώνα για τη δικαίωση του ιδρώτα των ανθρώπων της σκληρής βιοπάλης». Κατά την εκφορά της σορού, «τον Γίγαντα της νεώτερης πολιτικής ιστορίας της Κέρκυρας, που τον σέβονταν ακόμα και οι εχθροί του λαού, κράτησαν στους ώμους τους μέλη των Κομμουνιστικών Νεολαιών Ελλάδας». Επίσης, «πλήρης ημερών ετελείωσε την ζωήν του ο παλαίμαχος αγωνιστής εις τον πολιτικόν στίβον και Καθηγητής της Ιταλικής γλώσσης, Νίκος Βαρότσης», σημείωνε η εφημερίδα «Τηλέγραφος» τις 5 Ιανουαρίου 1978, προσθέτοντας: «Γενεαί Κερκυραίων εδιδάχθησαν από αυτόν την γλώσσαν του Ντάντε και πολλά ο κόσμος της βιοπάλης οφείλει στους κοινωνικούς αγώνες του. Έντιμος και συνεπής στην ιδεολογία του, αφοσιωμένος σύζυγος και φιλόστοργος πατέρας, ο εκλιπών, είχε κατακτήσει κατά τα μακρά έτη της ζωής του την εκτίμησιν και συμπάθειαν της κερκυραϊκής κοινωνίας. Η οποία σύσσωμος, εις ένδειξιν αναγνωρίσεως των πολλαπλών αρετών του, τον συνώδευσε έως την τελευταίαν του κατοικίαν».











