«Η πολιτική είναι ένας αναίμακτος πόλεμος κι ο πόλεμος είναι μια αιματηρή πολιτική», έλεγε ο Μάο Τσε-Τουνγκ, 1893-1976, περιγράφοντας την πολιτικό – ιδεολογική αντιπαράθεση, εντός κόμματος ή μεταξύ κομμάτων και κατέληγε στο ευφυολόγημα, «Μεγάλη αναταραχή, υπέροχη κατάσταση». Η οξύτατη πολιτική αντιπαράθεση που χαρακτηρίζει την πολιτική ζωή της χώρας μας, σε μια περίοδο σαφώς προεκλογική, περιγράφεται άριστα από το ρηθέν του Κινέζου ηγέτη.
Τις πολιτικές άμυνες και τα ανθρώπινα συναισθήματα του πρωθυπουργού, Κυριάκου Μητσοτάκη, θα τα περιέγραφε επακριβώς, ο Σαρλ-Μωρίς ντε Ταλλεϋράν, πρίγκηπας του Περιγκόρ, (1754 -1838), και επί αυτοκρατορίας Βοναπάρτη πρίγκιπας του Μπενεβέντο, γνωστός στα ελληνικά ως Ταλλεϋράνδος, ο οποίος έλεγε πως, «Κανένας αποχαιρετισμός στον κόσμο δεν είναι τόσο βαρύς, όσο ο αποχαιρετισμός της δύναμης της εξουσίας». Επειδή δε, στην ζωή, «τα πάντα ρει και ουδέν μένει», όπως έλεγε κι ο Έλληνας Φιλόσοφος Ηράκλειτος, μάλλον κάτι διαισθάνεται κι ο υπουργός Εθνικής Άμυνας, Νίκος Δένδιας, όταν έλεγε στα εγκαίνια του περιπτέρου του υπουργείου του στη ΔΕΘ, ότι, αρέσκεται, «να ακούει το θρυλικό τραγούδι των Scorpions – The wind of change, (= Ο άνεμος της αλλαγής)».
Η παραδοξότητα των επερχόμενων εκλογών
Η χώρα πορεύεται προς εκλογές. Η μακρά προεκλογική περίοδος έχει επίσημα ανοίξει, καθώς το «σφύριγμα του αφέτη», το έδωσε ο ίδιος ο πρωθυπουργός από το βήμα της Διεθνούς Έκθεσης Θεσσαλονίκης κι αναμένεται μόνον η τυπική συνταγματική προκήρυξη για κάποια Κυριακή μέσα στην Άνοιξη ή το αργότερο τον πρώτο μήνα του Καλοκαιριού, πριν την έναρξη της ελληνικής προεδρίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση, την 1η Ιουλίου 2027.
Οι επερχόμενες εκλογές, έχουν μια όντως, πρωτοφανή «πολιτική παραδοξότητα», τουλάχιστον στα μεταπολιτευτικά πολιτικά χρονικά της χώρας μας. Ουδείς μπορεί να εκτιμήσει, έστω με κάποια σχετικότητα, ποιος θα είναι ο επόμενος πρωθυπουργός που θα αναδειχθεί από τις κάλπες. Κι αυτό γιατί από ένα διπολικό σύστημα διακυβέρνησης, με εναλλαγή κομμάτων στη διακυβέρνηση, (ΝΔ – ΠΑΣΟΚ ή ΣΥΡΙΖΑ – ΝΔ), έχουμε περάσει σε ένα πολυπολικό σύστημα, καθώς οι δύο μεγάλοι πόλοι διεκδίκησης της διακυβέρνησης, τόσο της κεντροδεξιάς όσο και της κεντροαριστεράς, έχουν πολυδιασπαστεί, και δη σε μια χώρα στην οποία δεν υπάρχει «πολιτική παιδεία κυβερνήσεων συνεργασίας». Οι επικεφαλής των κομμάτων – διεκδικητών της διακυβέρνησης, στην τρέχουσα προεκλογική περίοδο, διεκδικούν την εκλογική πρωτιά στον ευρύτερο ιδεολογικό – πολιτικό χώρο τους, μεταθέτοντας έμμεσα τη διεκδίκηση της διακυβέρνησης σε μια μεθεπόμενη εκλογική αναμέτρηση.
Το STAR παρουσίασε, στο κεντρικό δελτίο ειδήσεων, την πρώτη δημοσκόπηση της GPO μετά τις εξαγγελίες του πρωθυπουργού στη ΔΕΘ. Τα στοιχεία, αποτυπώνουν το νέο πολιτικό σκηνικό που διαμορφώνεται μετά την καλοκαιρινή περίοδο και ενόψει των εθνικών εκλογών.
Στην πρόθεση ψήφου η ΝΔ συγκεντρώνει 25,8% με άνοδο 0,8% σε σχέση με τον Ιούνιο. Δεύτερο κόμμα είναι η ΕΛ.Α.Σ με 13,5% και ενισχύεται κατά 0,3%. Στην τρίτη θέση το ΠΑΣΟΚ διατηρεί ποσοστό 10,8%. Ακολουθούν: Ελληνική Λύση 7,6%, ΚΚΕ 7,4%, Πλεύση Ελευθερίας 4,1%, Φωνή Λογικής 3,1%, Ελπίδα για την Δημοκρατία 3%, Μέρα 25 1,8%, Νέα Αριστερά 1,2%, ΣΥΡΙΖΑ 1,1%, Νίκη 1%.
Με αυτά τα ποσοστά, παρά τις όποιες κομματικές επικοινωνιακές κορώνες, ουδέν κόμμα μπορεί να αναδειχθεί με αυτοδύναμη κοινοβουλευτική πλειοψηφία διακυβέρνησης. Πέραν αυτής της δημοσκοπικής εικόνας, οι εμφύλιες συρράξεις τόσο στην κεντροδεξιά, όσο και στην κεντροαριστερά περιπλέκουν την εξίσωση της διακυβέρνησης.
Το κόμμα του Αντώνη Σαμαρά και ο εφιάλτης του 25%
Είναι κοινός τόπος, στα πολιτικά και δημοσιογραφικά στέκια, ότι το υπό σύσταση κόμμα του πρώην πρωθυπουργού, Αντώνη Σαμαρά, θα λειτουργήσει ως ισχυρός καταλύτης εξελίξεων τόσο στην κεντροδεξιά, όσο και στο συνολικό πολιτικό σκηνικό.
Με δεδομένο ότι στις μέχρι τώρα δημοσκοπήσεις, η ΝΔ, στην πρόθεση ψήφου κινείται από το 21 μέχρι και 26 %, στη δε αναγωγή δεν ξεπερνά το ποσοστό των ευρωεκλογών ή το πολύ να βρεθεί γύρω στο 30 %, εύλογα συνάγεται το συμπέρασμα πως ένα κόμμα υπό τον Αντώνη Σαμαρά, έστω και με ένα 5 έως 6 %, κατεβάζει την γαλάζια παράταξη κάτω από το 25% με αποτέλεσμα, ακόμα κι αν παραμένει πρώτο κόμμα να μην παίρνει το bonus των επιπλέον εδρών και να κατανέμονται οι κοινοβουλευτικές έδρες με το σύστημα της απλής αναλογικής.
Ένα τέτοιο εκλογικό ενδεχόμενο είναι ο πραγματικός εφιάλτης του Μεγάρου Μαξίμου, καθώς θα ήταν πραγματικά πολιτικά ανέφικτο να παραμείνει στην αρχηγία της γαλάζιας παράταξης, ο Κυριάκος Μητσοτάκης. Ο πρωθυπουργός γνωρίζει άριστα το αρνητικό κλίμα που θα δημιουργήσει μια εκλογική καθίζηση και προς τούτο, «παίζει τα ρέστα του» για να βγει από τις επερχόμενες κάλπες με ποσοστό πάνω από 30%, ώστε να διατηρήσει την πρωτοβουλία των πολιτικών κινήσεων, τόσο στη διαμόρφωση των εσωκομματικών ισορροπιών, όσο και στο σχηματισμό της επόμενης κυβέρνησης. Ωστόσο, τα μέχρι τούδε δημοσκοπικά δεδομένα δεν παρουσιάζονται ευοίωνα για τον νυν ένοικο του Μεγάρου Μαξίμου.
Για πολλούς γαλάζιους Ψηφοφόρους, που πρόσκεινται στους πρώην πρωθυπουργούς, Κώστα Καραμανλή και Αντώνη Σαμαρά, ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης, θεωρείται ο σύγχρονος Σωκράτης ο οποίος, «έτερα καινά δαιμόνια εισφέρων», «παραμερίζοντας τους θεούς της Αρχαίας Αθήνας» και γι αυτό καταδικάστηκε να πιει το κώνιο…, κάτι που στο νυν πολιτικό σκηνικό θα σήμαινε την αποπομπή του.
«Σύρραξη» για πρωτοκαθεδρία στην Κεντροαριστερά
Από την άλλη πλευρά του πολιτικού φεγγαριού, στον ευρύτερο χώρο της Κεντροαριστεράς διεξάγεται μια σκληρή πολιτική σύρραξη μεταξύ ΠΑΣΟΚ και ΕΛ.Α.Σ για το…, Ποιος θα κυριαρχήσει στον συγκεκριμένο πολιτικό – ιδεολογικό χώρο. Για την Χαριλάου Τρικούπη, η ΝΔ είναι απλά ένας πολιτικός αντίπαλος, ενώ, ο Αλέξης Τσίπρας είναι ο «κατακτητής κομματικών εδαφών», ο οποίος από το 2012 κι εντεύθεν κυριάρχησε στον χώρο της Κεντροαριστεράς, εκδιώκοντας το μέχρι τότε κυρίαρχο ΠΑΣΟΚ. Έκτοτε, σε όλες τις εκλογικές αναμετρήσεις, το άλλοτε κραταιό κίνημα που ίδρυσε ο Ανδρέας Παπανδρέου, ερχόταν τρίτο μακράν απέχον από το δεύτερο.
Με την πολιτική κατάρρευση του ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ στις εκλογές του 2023, σε συνδυασμό με τις διασπάσεις που ακολούθησαν, τον «αέρα ανανέωσης» που έφερε στο ΠΑΣΟΚ, η εκλογή του Νίκου Ανδρουλάκη στην ηγεσία και η ανάδειξη του σε αξιωματική αντιπολίτευση, λόγω πολυδιάσπασης του ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ, έδωσαν την αίσθηση στην Χαριλάου Τρικούπη ότι μπορεί και πάλι να διεκδικήσει και να κατακτήσει την πολιτική κυριαρχία στον χώρο της ευρύτερης κεντροαριστεράς, όπου δέσποζε από το 1977 μέχρι και το 2012.
Ωστόσο, η επάνοδος του Αλέξη Τσίπρα σε πρωταγωνιστικό ρόλο, μετά από 3 περίπου χρόνια πολιτικής αγρανάπαυσης, με τις δημοσκοπήσεις να δείχνουν ότι επαναπροσεγγίζεται από μεγάλο ποσοστό των ψηφοφόρων του ΣΥΡΙΖΑ – ΠΣ στις εκλογές του 2023, αναδεικνύουν το νεοϊδρυθέν κόμμα ΕΛ.Α.Σ, του πρώην πρωθυπουργού, πρώτη δύναμη στον χώρο της Κεντροαριστεράς και το ΠΑΣΟΚ περιορίζεται στην Τρίτη θέση του πολιτικού σκηνικού, με λίαν διακριτή αριθμητική διαφορά.
Σ αυτό το δημοκοπικό κλίμα ξέσπασε ο πόλεμος μεταξύ των όμορων χώρων ΠΑΣΟΚ και ΕΛ.Α.Σ. και θα συνεχιστεί μέχρι τις εκλογές. Οι ηγεσίες των δύο κομμάτων θεωρούν βέβαιο πως, γύρω από τον νικητή της πρωτιάς στον πολιτικό – ιδεολογικό χώρο της Κεντροαριστεράς, στις επερχόμενες εκλογές, θα σχηματιστούν πολιτικές κεντρομόλες δυνάμεις, οι οποίες θα τον ενδυναμώσουν στην μεθεπόμενη εκλογική αναμέτρηση, σε βάρος του ηττημένου και λοιπών μικρών κομμάτων του ευρύτερου χώρου.
Βλέμμα στραμμένο στην μεθεπόμενη κάλπη
Τούτων, όλων των ανωτέρω, δοθέντων, όλοι οι κύριοι πρωταγωνιστές του πολιτικού σκηνικού στην επερχόμενη εκλογική αναμέτρηση προσβλέπουν σε μια καλή επίδοση, η οποία θα χρησιμοποιηθεί ως πολιτικός «βατήρας» για εκλογικό άλμα στην μεθεπόμενη κάλπη, στην οποία θα αναμετρηθούν για τη διεκδίκηση της διακυβέρνησης.
Από την πλευρά της Κεντροδεξιάς, διεκδικητής θα είναι ο νικητής της προεκλογικής γαλάζιας εμφύλιας σύρραξης, με ελάχιστες πιθανότητες να είναι ο Κυριάκος Μητσοτάκης και με περισσότερες να συγκλίνουν στους νυν υπουργούς Άμυνας και Οικονομικών, Νίκου Δένδια και Κυριάκου Πιερρακάκη αντίστοιχα.
Από την πλευρά της Κεντροαριστεράς, οι μέχρι τούδε δημοσκοπικές εκτιμήσεις συγκλίνουν στον πρόεδρο της Ελληνικής Αριστερής Συμπαράταξης, ΕΛ.Α.Σ, Αλέξη Τσίπρα.
Εννοείται πως, μεταξύ των δυο πόλων θα υπάρξουν και συσπειρώσεις των μικροτέρων πολιτικών σχηματισμών του ευρύτερου χώρου.
Ωστόσο, επειδή στην πολιτική οι μήνες που μας χωρίζουν από τις κάλπες, μετρούν και ως αιώνες, υπό την έννοια πολλά κι απρόβλεπτα μπορούν να συμβούν…,
ΟΨΟΜΕΘΑ…

