Ο Πέτρος Γάλλιας ξετυλίγει το ν(ο)ήμα πίσω από τις «Βενετσιάνικες Μπαρούφες»
Με μια φιλόδοξη παραγωγή που παντρεύει τη βενετσιάνικη παράδοση με την κερκυραϊκή ντοπιολαλιά, το ΔΗΠΕΘΕ Κέρκυρας ανοίγει τη θερινή του σεζόν παρουσιάζοντας τις «Βενετσιάνικες Μπαρούφες» του Κάρλο Γκολντόνι, έως αύριο Δευτέρα 6 Ιουλίου στο υπαίθριο θέατρο «Ρένα Βλαχοπούλου» στο Μον Ρεπό.
Οι «Βενετσιάνικες Μπαρούφες» φέρνουν τη γοητεία του Γκολντόνι στο Μον Ρεπό Με μια φιλόδοξη παραγωγή που παντρεύει τη βενετσιάνικη παράδοση με την κερκυραϊκή ντοπιολαλιά, το ΔΗΠΕΘΕ Κέρκυρας ανοίγει τη θερινή του σεζόν παρουσιάζοντας τις «Βενετσιάνικες Μπαρούφες» του Κάρλο Γκολντόνι.
Η πολυπληθής αυτή παραγωγή, επιστρατεύει μια μεγάλη ομάδα ντόπιων ηθοποιών και μουσικών για να μεταφέρει στο κοινό την ατμόσφαιρα μιας άλλης εποχής. Όπως εξήγησε ο πρόεδρος του ΔΗΠΕΘΕ, Γιώργος Λυκίσσας, πρόκειται για ένα έργο γεμάτο ζωντάνια και γέλιο, ιδανικό για να σηματοδοτήσει την έναρξη του θεατρικού καλοκαιριού. Η επιλογή του έργου δεν είναι τυχαία. Ο καλλιτεχνικός διευθυντής και σκηνοθέτης της παράστασης, Πέτρος Γάλλιας, επέλεξε να μεταφέρει τη δράση από το ψαροχώρι της Κιότζια στη Βενετία απευθείας στην κερκυραϊκή πραγματικότητα, αξιοποιώντας τη μετάφραση του Άκη Χειρδάρη, ο οποίος υπογράφει επίσης τα σκηνικά και τα κοστούμια.
Ο καλλιτεχνικός διευθυντής του ΔΗΠΕΘΕ Πέτρος Γάλλιας ξετύλιξε στο CorfuPress.com τις λεπτομέρειες για την παραγωγή!

Ερώτηση: Πώς προέκυψε η απόφαση να ανοίξετε τη θερινή σεζόν του ΔΗΠΕΘΕ Κέρκυρας με τις «Βενετσιάνικες Μπαρούφες» και με ποιον τρόπο μεταφέρατε ένα κλασικό ιταλικό έργο στην κερκυραϊκή πραγματικότητα;
Πέτρος Γάλλιας: Ανοίγουμε τη θερινή σεζόν του ΔΗΠΕΘΕ με ένα έργο εξαιρετικά αγαπημένο, τις «Βενετσιάνικες Μπαρούφες» του Κάρλο Γκολντόνι. Ο πρωτότυπος τίτλος του έργου είναι «Καβγάδες στην Κιότζια». Η Κιότζια είναι μια θαλασσινή γειτονιά, ένα ψαροχώρι, μια επινόηση της Βενετίας. Εμείς επιλέξαμε να το μετονομάσουμε σε «Βενετσιάνικες Μπαρούφες» επειδή θέλαμε να στείλουμε ένα πολύ συγκεκριμένο μήνυμα στο κοινό, ότι πρόκειται για κάτι που είναι δικό μας, κάτι που έχει άμεση σχέση με την Κέρκυρα και μια βαθιά βιωματική ταύτιση με τον τόπο μας. Αυτό το πετύχαμε σε μεγάλο βαθμό χάρη στη μετάφραση που έκανε ο Άκης Χειρδάρης απευθείας από τα βενετσιάνικα στα κερκυραϊκά. Χρησιμοποιούμε τη ντόπια λαλιά, αλλά το κάνουμε με μέτρο και με μια προσεκτική ισορροπία. Στόχος μας είναι να ευχαριστηθεί ο κόσμος το κερκυραϊκό ιδίωμα, αλλά ταυτόχρονα η υπόθεση να παραμένει απολύτως κατανοητή και για τους θεατές που δεν είναι από την Κέρκυρα και δεν γνωρίζουν την άπταιστη ντόπια λαλιά μας. Είναι μια παράσταση που μιλάει στην καρδιά του ντόπιου, αλλά αγκαλιάζει με την ίδια θέρμη και τον επισκέπτη.

Ερ.: Η μουσική φαίνεται να έχει πρωταγωνιστικό ρόλο στην παράσταση. Πώς δουλέψατε πάνω στο ακουστικό κομμάτι και πώς αναδεικνύεται η πολιτισμική συγγένεια Κέρκυρας και Βενετίας;
Π.Γ.: Μελετώντας και σκηνοθετώντας το έργο, συνειδητοποίησα ότι η ιδανική μουσική για να περιβάλει αυτή την ιστορία και να τη ζωντανέψει δεν θα μπορούσε να είναι άλλη από την παραδοσιακή βενετσιάνικη μουσική. Μετά από έρευνα, επέλεξα ορισμένα εξαιρετικά κομμάτια και τα εμπιστεύτηκα στον Γιώργο Βλάχο, ο οποίος ανέλαβε την ενορχήστρωση, τη διασκευή και τη διδασκαλία των τραγουδιών. Πάνω σε αυτές τις μελωδίες έγραψα τους στίχους. Είναι ελληνικοί στίχοι, αλλά δεν αποτελούν απλή μετάφραση των πρωτότυπων τραγουδιών, καθώς εκείνα μιλούσαν για εντελώς διαφορετικά θέματα.
Οι δικοί μας στίχοι δίνουν φωνή στους ίδιους τους ρόλους. Τα τραγούδια δεν λειτουργούν ως διαλείμματα στην παράσταση, αλλά αποτελούν οργανικό μέρος της, μια αλυσίδα που εξελίσσει την ίδια την υπόθεση. Έχουμε πολλά τραγούδια που ερμηνεύονται ζωντανά στη σκηνή από μια αυθεντική βενετσιάνικη ορχήστρα με δύο μαντολίνα, κιθάρα, ακορντεόν και κρουστά. Αν κάποιος κλείσει τα μάτια του και ακούσει αυτόν τον ήχο, χωρίς να ξέρει την προέλευσή του, θα ορκιστεί ότι πρόκειται για κερκυραϊκή μουσική. Εκεί αποδεικνύεται η άμεση και βαθιά επιρροή της βενετσιάνικης κουλτούρας στην αστική ζωή αλλά και στην ύπαιθρο της Κέρκυρας. Ακούγοντας αυτά τα πανέμορφα τραγούδια, νομίζεις ότι ακούς τραγουδιστές από τη Μέση ή από τα χωριά του νησιού μας.

Ερ.: Ποιος είναι ο πυρήνας της υπόθεσης και πώς οι δικές σας παιδικές μνήμες από τη Γαρίτσα επηρέασαν τη σκηνοθετική σας προσέγγιση;
Π.Γ.: Η υπόθεση εστιάζει στην καθημερινότητα μιας φτωχής ψαρογειτονιάς, όπου δύο συγκεκριμένες οικογένειες ξεκινούν τις μπαρούφες. Οι άνδρες λείπουν για μέρες στα ανοιχτά της λιμνοθάλασσας για ψάρεμα και οι γυναίκες μένουν πίσω μόνες τους. Για να περάσει η ώρα, επιδίδονται σε κουτσομπολιά, παστρόκια και μπαρούφες, με αποτέλεσμα να γίνεται το έλα να δεις. Πρόκειται για λαϊκούς ανθρώπους της διπλανής πόρτας που αγαπιούνται, μοιράζονται το φαγητό τους και τη ζωή τους, αλλά αρκεί μια λέξη ή ένα βλέμμα για να παρεξηγηθούν και να δυναμιτιστεί η ειρηνική ατμόσφαιρα.
Ωστόσο, σε δευτερόλεπτα, αν κάποιος βρεθεί σε ανάγκη, όλοι γίνονται μια γροθιά για να τον βοηθήσουν. Αυτό φέρνει στο μυαλό την παλιά Κέρκυρα. Όλη η σκηνοθεσία πηγάζει από τις αναμνήσεις που έχω ως παιδί στη Γαρίτσα. Θυμάμαι να γυρίζω αργά το βράδυ με το ποδήλατό μου από τη θάλασσα, αφού κολυμπούσαμε στον Μύλο, και περνώντας από την οδό Αλκινόου και τα γύρω στενά, έβλεπα τις γυναίκες έξω από τις πόρτες με τα κομπινεζόν ή τις ρόμπες τους. Έκοβαν σκληρά χαρτόνια από κουτιά κονσέρβας για να τα κάνουν βεντάλιες. Αυτή η κίνηση των χεριών τους, σε μια γειτονιά που μύριζε γιασεμί μέσα στη ζέστη του λύβα, είναι η πιο συγκινητική εικόνα της ζωής μου. Έτσι ξεκινάει και η παράστασή μας, για να τιμήσουμε αυτές τις γυναίκες, τις μανάδες, τις θείες και τις γιαγιάδες μας, που είχαν τις πόρτες τους αλλά και τις καρδιές τους πάντα ανοιχτές.
Ερ.: Ο Κάρλο Γκολντόνι θεωρείται ο πατέρας της σύγχρονης κωμωδίας. Πώς διαχειριστήκατε το κείμενό του ώστε να ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις του σύγχρονου θεατή;
Π.Γ.: Ο Γκολντόνι είναι πράγματι ο δημιουργός που γεφύρωσε την Commedia dell’arte με το αστικό θέατρο και το δράμα, στρώνοντας τον δρόμο για τη σύγχρονη κωμωδία. Το έργο είναι μια σπουδαία κωμωδία καταστάσεων, χαρακτήρων και λόγου. Δεν περιέχει βωμολοχίες και είναι απόλυτα προσεγμένο, κατάλληλο και για μικρά παιδιά. Δεν υπάρχει τίποτα κακοποιητικό στη σκηνοθεσία ή στον λόγο. Ακόμα και οι σκηνές του καβγά έχουν χορογραφηθεί με τέτοιο τρόπο ώστε να βγάζουν χιούμορ και όχι ρεαλιστική βία.
Προσωπικά, επέλεξα να αφαιρέσω ορισμένα σημεία του πρωτότυπου κειμένου που είχαν γραφτεί σε άλλες εποχές. Υπάρχουν πράγματα που δεν μπορούν να ειπωθούν σήμερα. Ακόμα και σε παλιές ελληνικές ταινίες βλέπουμε σκηνές και αναρωτιόμαστε πώς ήταν δυνατόν να λέγονται τέτοια πράγματα. Ευτυχώς ο κόσμος προχωράει και οι νέες γενιές είναι πολύ πιο απαιτητικές, έχοντας μάθει να σέβονται την ιδιαιτερότητα, την αναπηρία και την ευαλωτότητα. Η τέχνη οφείλει να προστατεύει αυτή την κοινωνία. Καθημερινά ενημερωνόμαστε για περιστατικά βίας στα σχολεία, κατά των γυναικών ή στους εργασιακούς χώρους. Είναι τρομακτικό. Η τέχνη πρέπει να θωρακίζει τις κοινωνίες μας, δείχνοντας στα παιδιά ότι η βία δεν είναι ο τρόπος επίλυσης των διαφορών. Κάθε παράσταση πρέπει να αποτελεί αφορμή για να σκεφτούμε τι είναι αυτό που μας ενώνει, και το θέατρο, ως κατεξοχήν ομαδικό σπορ, μας διδάσκει την ομόνοια και τη συνεργασία.
Ερ.: Ποιοι είναι οι συντελεστές και οι ηθοποιοί που στελεχώνουν αυτή την πολυπληθή παραγωγή και πώς αναπτύσσονται οι σχέσεις των χαρακτήρων στη σκηνή;
Π.Γ.: Έχουμε τη χαρά να συνεργαζόμαστε με την αφρόκρεμα των ηθοποιών της Κέρκυρας, μια πραγματική dream team. Στη σκηνή αναπτύσσεται η κόντρα ανάμεσα σε δύο κυρίαρχες οικογένειες. Στη μία πλευρά βρίσκεται ο Παντελής Κοντός, παντρεμένος με τη Μαριέττα Σαββανή, έχοντας μαζί του την ανύπαντρη αδερφή του Κατερίνα Γεωργάκη και τον αδερφό του Βαγγέλη Ζήκο, ο οποίος είναι ερωτευμένος με την κοπέλα της απέναντι οικογένειας. Απέναντι ακριβώς βρίσκεται η Σοφία Τόμπρου, παντρεμένη με τον Βασίλη Παϊπέτη, η οποία έχει δύο ανύπαντρες αδερφές, την Ιωαννέτα Πανδή και τη Δέσποινα Μουρατίδη.
Όταν σε μια γειτονιά υπάρχουν τρία ανύπαντρα κορίτσια, είναι φυσικό να μαζεύονται οι μνηστήρες. Δύο ελεύθεροι νέοι που φλερτάρουν και διεκδικούν τα κορίτσια, προκαλώντας τους καβγάδες, είναι ο Μιχάλης Κουμαριανός και ο Αλέξανδρος Δαρμανής. Στη γειτονιά αυτή εμφανίζεται και μια βενετσιάνα αρχόντισσα, την οποία υποδύεται η Νότα Δαρμανή, η οποία προτιμά την παρέα των γυναικών της ψαρογειτονιάς, κεντάει μαζί τους, σχολιάζει και στο τέλος σώζει καταστάσεις προικίζοντας τα κορίτσια, οδηγώντας την ιστορία σε τρεις γάμους. Συνδετικός κρίκος της παράστασης είναι ένα χαμίνι, ο Δημήτρης Ντάλας, που μας εισάγει στην ατμόσφαιρα με λόγο και τραγούδι, ενώ τον ρόλο του αστυνόμου που προσπαθεί να επιβάλει την τάξη και τελικά δέχεται όλο το ξύλο κρατά ο Άγγελος Χονδρογιάννης.
Δυο λόγια για την παράσταση
Η υπόθεση εστιάζει στην καθημερινότητα φτωχών ανθρώπων σε μια ψαρογειτονιά, όπου οι γυναίκες, περιμένοντας τους άνδρες τους να επιστρέψουν από το ψάρεμα, παρασύρονται σε παρεξηγήσεις και μικροκαβγάδες. Η σκηνοθεσία ξεκινάει από την αίσθηση που είχε ο Πέτρος Γάλλιας από παιδί στη Γαρίτσα, όταν έβλεπε τις γυναίκες έξω από τις πόρτες να κόβουν χαρτόνια για να κάνουν βεντάλιες. Παράλληλα, ο σκηνοθέτης τονίζει ότι πίσω από την κωμωδία του Γκολντόνι, ο οποίος γεφύρωσε την Commedia dell’arte με το αστικό θέατρο, κρύβεται ένα ισχυρό κοινωνικό μήνυμα κατά της βίας και υπέρ της αλληλεγγύης. Οι ήρωες, παρά τις προστριβές τους, ενώνονται αμέσως μπροστά στην ανάγκη. Στη σκηνή θα βρεθεί μια πολυσύνθετη ομάδα ερμηνευτών. Την πρώτη οικογένεια ενσαρκώνουν οι Παντελής Κοντός, Μαριέττα Σαββανή, Κατερίνα Γεωργάκη και Βαγγέλης Ζήκος, ενώ τη δεύτερη στελεχώνουν οι Σοφία Τόμπρου, Βασίλης Παϊπέτης, Ιωαννέτα Πανδή και Δέσποινα Μουρατίδη. Τον θίασο συμπληρώνουν οι Μιχάλης Κουμαριανός, Αλέξανδρος Δαρμανής, Νότα Δαρμανή, ο νεαρός Δημήτρης Ντάλας στον ρόλο του συνδετικού κρίκου και ο Άγγελος Χονδρογιάννης ως αστυνόμος. Οι παραστάσεις θα δοθούν από την Παρασκευή 3 έως και τη Δευτέρα 6 Ιουλίου, στις 21:30, στο υπαίθριο θέατρο «Ρένα Βλαχοπούλου» στο Μον Ρεπό.

