Όταν η επιθυμία ντύνεται «ευκαιρία» και ζητά να πληρώσεις με ό,τι πονάς περισσότερο.
Στην εφημερίδα «CorfuPress» φιλοξενούμε τον συγγραφέα Δημήτρη Λαζάρου με αφορμή το βιβλίο «Το Κουτί των Επιθυμιών», που κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Πηγή. Με τράβηξε από την αρχή εκείνη η ήρεμη εικόνα που μοιάζει τακτοποιημένη, μέχρι να αποδειχθεί πόσο εύθραυστη ήταν. Γιατί η τρικυμία, συνήθως, δεν έρχεται με φωνές. Έρχεται με μια πρόταση που ακούγεται λογική. Έρχεται με ένα δέλεαρ που «κουμπώνει» πάνω στην ανασφάλειά σου σαν κλειδί.
Τέσσερα έφηβα κορίτσια, μια ομάδα αγωνιστικού λάτιν, ένας κόσμος που δείχνει λάμψη αλλά ζει από πειθαρχία, κόπο, σύγκριση και βλέμματα. Και κάπου εκεί εμφανίζεται ένα μυστηριώδες ζευγάρι, που δεν ζητά απλώς συνεργασία. Ζητά να μπει μέσα στις βαθύτερες επιθυμίες τους, εκεί που δεν μιλάνε εύκολα ούτε μεταξύ τους, ούτε στον εαυτό τους.
Συνέντευξη στη δημοσιογράφο Νεκταρία Βαρσαμή Πουλτσίδη.
Κύριε Λαζάρου, το «κουτί» στον τίτλο το βλέπετε σαν δώρο ή σαν παγίδα; Πότε, μέσα στη γραφή, αποφασίσατε ότι η επιθυμία πρέπει να πάρει μορφή, να γίνει κάτι που σχεδόν το ακουμπάς με το χέρι;
Δ.Λ.: Πρωτίστως, αγαπητή κα. Πουλτσίδη, να σας ευχαριστήσω θερμά που με φιλοξενείτε στην εφημερίδα σας! Είναι σημαντικό να δίνεται φωνή σε έναν πρωτοεμφανιζόμενο συγγραφέα! Το κουτί λοιπόν, εφόσον κρύβει τις βαθύτερες επιθυμίες των κοριτσιών, κρύβει επίσης εσωτερικά ερωτήματα, διλήμματα και φυσικά παγίδες! Είναι αυτά τα στοιχεία που κάνουν και την ανάγνωση του βιβλίου «Το Κουτί των Επιθυμιών» τόσο ενδιαφέρουσα, αφού οδηγούν τον αναγνώστη σε έναν λαβύρινθο ανατροπών, χωρίς να μπορεί να προβλέψει το τέλος – θέλω να πιστεύω δηλαδή! Η επιθυμία έπρεπε να πάρει μορφή, όταν η ίδια η εσωτερική ανάγκη έγινε κάτι που σχεδόν να την ακουμπάς με το χέρι.
Τέσσερα κορίτσια, όχι ένα. Γιατί; Τι σας έδωσε η τετράδα ως μηχανισμός πίεσης, ζήλιας, σύγκρισης, αλλά και αφοσίωσης, που δεν θα το έδινε ένας μοναχικός ήρωας;
Δ.Λ.: Έμπνευση για το βιβλίο μου αποτέλεσαν οι προσωπικές ανασφάλειες της μεγαλύτερης μου κόρης, οι οποίες, ευτυχώς, έχουν πλέον ξεπεραστεί. Η κόρη μου ασχολείται με το αγωνιστικό λάτιν και είναι μέλος μιας σφιχτά δεμένης ομάδας εξαιρετικών χορευτριών! Οπότε, λίγο πολύ η τετράδα, ως ομάδα, και τα νοητικά σχήματα που σχετίζονται με αυτή, αφού εδώ και χρόνια χορεύουν μαζί, ήταν ήδη στο μυαλό μου, οπότε ήταν σχετικά εύκολο να αποτυπωθούν. Εννοείται πως η δυναμική της ομάδας, ειδικά τεσσάρων έφηβων κοριτσιών, δίνει περιθώριο για πολλές ενδιαφέρουσες αλληλεπιδράσεις. Η κακοπροαίρετη ζήλια δεν υπάρχει στο βιβλίο, παρά μόνο η εσωτερική σύγκριση, που αποτέλεσε και ένα όχημα έκφρασης των ανασφαλειών των κοριτσιών.
Στο αγωνιστικό λάτιν, ο συγχρονισμός δείχνει τέλειος προς τα έξω, αλλά από πίσω υπάρχει σκληρή καθημερινότητα. Ποια «αλήθεια» αυτού του χώρου θέλατε να περάσει μέσα στο βιβλίο, κάτι που να μην φαίνεται στις φωτογραφίες;
Δ.Λ.: Είναι αλήθεια πως ο πρωταθλητισμός στο αγωνιστικό λάτιν προϋποθέτει πραγματική αφοσίωση, με πολλές ώρες προπόνησης καθημερινά, ούτως ώστε το αποτέλεσμα να είναι φαινομενικά «τέλειο». Παρ΄ όλα αυτά, δεν ήθελα να τονιστεί αυτή η σκληρή καθημερινότητα, αφού τα κορίτσια, σε πολλά σημεία του βιβλίου, εκφράζουν την αγάπη και το πάθος τους για αυτό που κάνουν. Νομίζω αυτή την αλήθεια ήθελα να αποτυπώσω: την εσωτερική ισορροπία ανάμεσα στο πάθος και στη συνειδητοποίηση πως το επιθυμητό αποτέλεσμα έρχεται μόνο μέσα από σκληρή δουλειά. Κάτι το οποίο μπορεί να καταλάβει εύκολα όποιος/α έχει ασχοληθεί με τον πρωταθλητισμό.
Το μυστηριώδες ζευγάρι δεν τους προσφέρει απλώς κάτι. Τους διαβάζει. Πώς χτίσατε αυτό το ζευγάρι ώστε να είναι δελεαστικό, όχι επειδή είναι ισχυρό, αλλά επειδή ξέρει τι να πει την κατάλληλη στιγμή;
Δ.Λ.: Εξαιρετική ερώτηση! Πράγματι, ήθελα το ζευγάρι αυτό να φανεί πως μπορεί ταυτόχρονα να «διαβάζει» τα κορίτσια και κάπως να τα χειραγωγεί, προσφέροντάς τους φυσικά κάτι το οποίο θέλουν πραγματικά. Οπότε, ειδικά στα κεφάλαια στα οποία το ζευγάρι στοχεύει στο να πείσει τα κορίτσια να συνεργαστούν, δούλεψα πολύ στο να αναδείξω αυτή τη διαδικασία του δέλεαρ, που συγκεκαλυμμένα εμπεριείχε το αίσθημα των βαθύτερων επιθυμιών, την ελευθερία που είχε δοθεί στην επιλογή, αλλά και τα διλήμματα με τα οποία ήρθαν αντιμέτωπα τα κορίτσια!
Αν η επιθυμία είναι το δόλωμα, ποιο είναι το αγκίστρι; Τι είναι αυτό που τις κάνει να μην μπορούν να πουν αμέσως «όχι», ακόμα κι αν μέσα τους κάτι χτυπά συναγερμό;
Δ.Λ.: Η τετράδα των πρωταγωνιστριών χαρακτηρίζεται από υψηλό αίσθημα ενσυναίσθησης αλλά και συναισθηματικής ωριμότητας. Αυτό αποτελεί και το αντίβαρο στο να μην παρασυρθούν αμέσως από αυτό που τους προσφέρεται, έστω κι αν το δόλωμα της ικανοποίησης των βαθύτερών τους επιθυμιών είναι τεράστιο.
Θέτετε ένα δύσκολο δίλημμα: Να αποκτήσεις κάτι δελεαστικό, θυσιάζοντας αυτό που αγαπάς περισσότερο. Πώς αποφασίσατε τι σημαίνει «αυτό που αγαπάς» για την καθεμία, ώστε το τίμημα να μην είναι γενικό, αλλά προσωπικό;
Δ.Λ.: Η αλήθεια είναι πως ενώ έγραφα το βιβλίο, άφησα την ιστορία του να με συμπαρασύρει. Δεν είχα προαποφασίσει τι είναι αυτό που η καθεμιά αγαπά και θα έπρεπε να το θυσιάσει, αν απαιτείτο. Ταίριαξε με το ένα κορίτσι και είναι από τα πιο επιδραστικά σημεία της πλοκής! Χωρίς να θέλω να κάνω «σπόιλερς», γιατί το συγκεκριμένο αποτελεί για μένα μια ανατροπή στην πλοκή του βιβλίου με πολύ βαθύ νόημα, το τίμημα δεν θα μπορούσε να είναι γενικό. Θεωρώ πως το προσωπικό τίμημα στην πλοκή αγγίζει με ουσιώδη τρόπο τον αναγνώστη, διεγείρει την ενσυναίσθησή του και είναι ικανό να τον κάνει να δει, μέσα από τα μάτια των κοριτσιών, τη δραματική εξέλιξη των γεγονότων.
Η ομάδα είναι «η καλύτερη». Αυτό φέρνει κύρος, αλλά φέρνει και φόβο πτώσης. Πώς γράψατε την ανασφάλεια της κορυφής, εκείνη τη φωνή που λέει ότι τώρα όλοι περιμένουν να αποτύχεις;
Δ.Λ.: Αυτή αποτυπώνεται μέσα από αρκετά σημεία της πλοκής αλλά και μέσα από τους διαλόγους των κοριτσιών, όταν είναι μακριά από τα φώτα της σκηνής. Τα κορίτσια ξέρουν πού πατούν, ξέρουν τις δυνατότητές τους, αλλά ταυτόχρονα γνωρίζουν πως οι επιλογές που κάνουν αποτελούν το αίτιο που μπορεί να οδηγήσει στην επιτυχία αλλά και στην πιθανή αποτυχία – αποτυπώνοντας έτσι την πραγματικότητα του πρωταθλητισμού και των διαγωνισμών.
Στη Γλασκώβη, στον τελικό, οι επιλογές δεν μένουν ιδιωτικές. Γίνονται δημόσιες. Πώς μεταφέρατε αυτή την αλλαγή βάρους, από το προσωπικό δίλημμα στη σκηνή που σε βλέπουν όλοι;
Δ.Λ.: Έχετε δίκαιο, πως σε κάθε αγώνα πρωταθλήματος, είτε αυτό είναι τοπικό, είτε ευρωπαϊκό είτε παγκόσμιο, η έκθεση του/της αθλητή/τριας ή/και της ομάδας είναι πάντοτε δημόσια. Κι αυτό το στοιχείο δίνει μια διαφορετική δυναμική στην τρέχουσα κατάσταση. Στο «Το Κουτί των Επιθυμιών», οι προσωπικές στιγμές και οι συζητήσεις ανάμεσα στα κορίτσια, δεν μπορούν να παραμείνουν στην προσωπική σφαίρα, γιατί άμεσα πρέπει να μετουσιωθούν και να πραγματωθούν με τη μορφή μιας δημόσιας εμφάνισης στη σκηνή. Αυτό αυξάνει και την αγωνία για το βάρος κάποιων προσωπικών επιλογών – και το ενδιαφέρον για τον αναγνώστη!
Ο πίνακας του Λεονάρντο ντα Βίντσι στο Κάστρο του Ντράμλανριγκ είναι κάτι περισσότερο από εντυπωσιακή λεπτομέρεια. Γιατί διαλέξατε έναν «κρυμμένο» πίνακα μέσα σε ένα «φυλαγμένο» κάστρο για μια ιστορία που μιλά για κρυφές επιθυμίες;
Δ.Λ.: Η αλήθεια είναι πως λατρεύω την παρουσία του πίνακα αυτού στο βιβλίο μου! Ήρθε και έδεσε εξαίσια με την πλοκή του, με ένα τρόπο μαγικό (pun intended). Και το έχετε θέσει εξαιρετικά αγαπητή κα. Πουλτσίδη! Κρυμμένος πίνακας, κρυφές επιθυμίες, καλά φυλαγμένα μυστικά, η αποκάλυψη των οποίων θα επιτρέψει στον/στην αναγνώστη/στρια να επιβιβαστεί σε ένα ρόλερ κόστερ ανατροπών που θα τον ταξιδέψει σε ένα τρελό ταξίδι συναισθηματικών μεταλλάξεων!
Η ίντριγκα και οι ανατροπές πώς υπηρετούν το θέμα και δεν το καταπίνουν; Ποιο ήταν το δικό σας μέτρο, ώστε η αγωνία να ανεβαίνει, αλλά ο αναγνώστης να μη χάνει τον άνθρωπο;
Δ.Λ.: Το θέμα της αυτοεικόνας σώματος, με το οποίο καταπιάνεται το βιβλίο, έπρεπε να παρουσιαστεί με την απαιτούμενη σοβαρότητα, οπότε έγινε μεγάλη προσπάθεια να ισορροπήσω τις ανατροπές που κρύβει η περιπετειώδης πλοκή του βιβλίου, με τον σεβασμό στην αποτύπωση των ευαισθησιών του ψυχικού κόσμου των κοριτσιών, ούτως ώστε, όπως ωραία το έχετε θέσει, ο αναγνώστης να μη χάνει των άνθρωπο – και ούτε και τα βαθύτερα νοήματα του βιβλίου. Ελπίζω να έχω πετύχει αυτή την ισορροπία.
Στην εφηβεία, ο «εύκολος δρόμος» συχνά φορά καλή δικαιολογία. Ποια δικαιολογία θέλατε να ξεγυμνώσετε περισσότερο, το «το αξίζω», το «δεν αντέχω άλλο», το «όλοι έτσι κάνουν»;
Δ.Λ.: Νομίζω τη δικαιολογία της επίτευξης των στόχων χωρίς την απαιτούμενη και αντίστοιχη προσπάθεια. Αν το μετουσιώναμε αυτό σε φράση, θα το θέταμε ως «θέλω μαγικές λύσεις για να πετύχω στο ψηλότερο επίπεδο εδώ και τώρα». Αυτός είναι ο κυριότερος πειρασμός της εφηβείας που αναδεικνύεται στο βιβλίο.
Πώς χειριστήκατε τη μεταξύ τους σχέση όταν το δίλημμα αρχίζει να τις χωρίζει; Τι σας ενδιέφερε πιο πολύ να δείξετε, την προδοσία ή τη στιγμή που καταλαβαίνεις ότι και ο άλλος φοβάται όσο κι εσύ;
Δ.Λ.: Τα κορίτσια δένονται σφιχτά από ένα αδιόρατο νήμα που εκφράζει το πάθος τους για τον χορό. Είναι τέσσερις διαφορετικές προσωπικότητες και όταν τα διλήμματα που προκύπτουν δοκιμάζουν τη σχέση τους, η κάθε μια επιλέγει να εκφράσει τη δική της οπτική και προοπτική για τη λύση τους. Αυτό, όχι μόνο δεν δοκιμάζει τη σχέση τους αλλά κιόλας την ενδυναμώνει. Νομίζω πως μέσα από τη διαδικασία αυτή ήθελα περισσότερο να αναδείξω τη σημασία της ενσυνείδητης επιλογής της σύμπνοιας και αλληλοστήριξης, σε αντιδιαστολή με τη εναλλακτική του να υποκύψουν στον πειρασμό να ακολουθήσει η καθεμιά έναν ξεχωριστό δρόμο.
Το εξωπραγματικό στοιχείο, η πρόταση, το παιχνίδι των επιθυμιών, λειτουργεί σαν καθρέφτης της ψυχολογίας τους. Ποιο συναίσθημα θέλατε να είναι ο πραγματικός «κακός» της ιστορίας, ο φόβος, η ζήλια, η ενοχή, ή η ανάγκη να αποδείξεις ότι αξίζεις;
Δ.Λ.: Θεωρώ πως ο πραγματικός «κακός» της ιστορίας, αν και ο/η κάθε αναγνώστης/στρια μπορεί να τον αντιληφθεί ως κάτι διαφορετικό, είναι η εσωτερική ανάγκη που όλοι/ες κάποτε εκφράζουμε, να υποκύψουμε στον πειρασμό να επιλέξουμε τον εύκολο δρόμο για να ικανοποιήσουμε τις ενδότερές μας επιθυμίες – αυτές, που στην πραγματικότητα θέλουν αρκετό προβληματισμό και προϋποθέτουν πολύ δουλειά με τον ίδιό μας τον εαυτό.
Πιστεύετε ότι η δύναμη της λογοτεχνίας μπορεί από μόνη της να αναδιαμορφώσει τον τρόπο με τον οποίο οι άνθρωποι βλέπουν τα βιβλία και την ανάγνωση; Ποια είναι η δική σας άποψη;
Δ.Λ.: Ο προσωπικός μου στόχος είναι όπως ο/η αναγνώστης/στρια διαβάσει και απολαύσει «Το Κουτί των Επιθυμιών». Θεωρώ πως το βιβλίο έχει τη δυνατότητα να ανταποκριθεί σε ένα ευρύ αναγνωστικό κοινό, με τον καθένα/καθεμιά να διαμορφώνει τα δικά του προσωπικά νοήματα μέσα από των ανάγνωσή του. Μόνο μέσα από αυτή την εμβύθιση στην ανάγνωση ενός βιβλίου μπορεί πραγματικά η δύναμη της λογοτεχνίας να αναδιαμορφώσει τους ανθρώπους, με αυτό να έρχεται κυκλικά να αναδείξει και τη σημασία του βιβλίου και της ίδιας της ανάγνωσης.

