Ένα παιδικό βιβλίο που μιλά με τρυφερότητα και καθαρότητα για τη δύναμη των λέξεων, την καλοσύνη και την ανάγκη να σπάσει επιτέλους ο κύκλος του σχολικού εκφοβισμού.
Στην εφημερίδα «CorfuPress» φιλοξενούμε τη νηπιαγωγό και συγγραφέα κα Δέσποινα Καλοΐδου με αφορμή το βιβλίο «Η Ομορφολεξούλα στο σχολείο», που κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις iWrite, σε εικονογράφηση της Άρτεμις Χατζημάρκου.
Γεννημένη και μεγαλωμένη στα Γιαννιτσά, αριστούχος απόφοιτη του Παιδαγωγικού Τμήματος Νηπιαγωγών, με σεμινάριο ειδικής αγωγής και σταθερό ενδιαφέρον για ζητήματα ψυχοκοινωνικού περιεχομένου, έρχεται στον χώρο του παιδικού βιβλίου με μια ιστορία που πατά πάνω σε κάτι πολύ ουσιαστικό. Στο πώς μια λέξη μπορεί να γίνει πληγή, αλλά και στο πώς μια άλλη λέξη μπορεί να γίνει φροντίδα.
Η μικρή Ομορφολεξούλα φτάνει στο «σχολείο της ζαβολιάς» κουβαλώντας τις δικές της όμορφες και γλυκές λεξούλες, μόνο που εκεί την περιμένει ένας κόσμος πιο σκληρός. Μέσα από το πείραμα καλοσύνης, τη φιλία, τη συνεργασία και μια ανατροπή που αλλάζει το κλίμα του σχολείου, το βιβλίο δεν μιλά μόνο για το μπούλινγκ. Μιλά για την ανάγκη να καταλάβει το παιδί τι προκαλεί στον άλλον, να δει τον εαυτό του μέσα από τα μάτια εκείνου που πληγώνεται και να μάθει πως η καλοσύνη δεν είναι αδυναμία, αλλά στάση.
Συνέντευξη στη Νεκταρία Βαρσαμή-Πουλτσίδη
Κυρία Καλοΐδου, διαλέγετε να τοποθετήσετε την Ομορφολεξούλα σ’ ένα «σχολείο της ζαβολιάς», έναν χώρο σχεδόν συμβολικό, όπου οι άσχημες λέξεις έχουν γίνει καθημερινότητα. Τι σας οδήγησε να χτίσετε την ιστορία πάνω σε αυτή τη σύγκρουση ανάμεσα στη γλυκύτητα και στη σκληρότητα;
Δ.Κ.:Η επιλογή του «σχολείου της ζαβολιάς» δεν έγινε τυχαία. Ήθελα να δημιουργήσω έναν χώρο συμβολικό αλλά και πολύ οικείο στα παιδιά, έναν κόσμο όπου οι άσχημες λέξεις, οι κοροϊδίες και η σκληρή συμπεριφορά έχουν γίνει κάτι συνηθισμένο. Δυστυχώς, πολλές φορές αυτό συμβαίνει και στην πραγματική ζωή. Τα παιδιά έρχονται καθημερινά αντιμέτωπα με λόγια που πληγώνουν, συχνά χωρίς να συνειδητοποιούν τη δύναμή τους.
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, η Ομορφολεξούλα έρχεται να λειτουργήσει σαν μια φωτεινή αντίθεση. Εκπροσωπεί την καλοσύνη, την ευγένεια και τη δύναμη των όμορφων λέξεων. Με ενδιέφερε πολύ να δείξω ότι ακόμη και σε έναν χώρο γεμάτο σκληρότητα, ένα παιδί μπορεί να φέρει την αλλαγή. Οι λέξεις έχουν τεράστια δύναμη: μπορούν να πληγώσουν, αλλά μπορούν και να θεραπεύσουν.
Η σύγκρουση ανάμεσα στη γλυκύτητα και στη σκληρότητα είναι στην ουσία μια σύγκρουση που βιώνουμε όλοι στις ανθρώπινες σχέσεις μας. Μέσα από την ιστορία ήθελα τα παιδιά να καταλάβουν ότι η ευγένεια δεν είναι αδυναμία, αλλά δύναμη που μπορεί να επηρεάσει θετικά έναν ολόκληρο κόσμο γύρω μας.
Στο βιβλίο σας, το μπούλινγκ δεν αντιμετωπίζεται με τιμωρητική διάθεση, αλλά μέσα από ένα ευρηματικό «πείραμα καλοσύνης» που αναγκάζει τα παιδιά να νιώσουν πάνω τους το βάρος των λέξεων που εκτοξεύουν. Πόσο σημαντικό ήταν για εσάς να περάσει το μήνυμα μέσα από εμπειρία και όχι μέσα από φόβο ή νουθεσία;
Δ.Κ.:Ήταν πολύ σημαντικό για μένα να αποφύγω έναν διδακτικό ή τιμωρητικό τρόπο προσέγγισης. Πιστεύω πως τα παιδιά δεν αλλάζουν πραγματικά όταν φοβούνται ή όταν κάποιος τους «κουνά το δάχτυλο», αλλά όταν μπορούν να μπουν στη θέση του άλλου και να αισθανθούν τι προκαλούν οι πράξεις και τα λόγια τους.
Γι’ αυτό επέλεξα το «πείραμα καλοσύνης» ως έναν βιωματικό δρόμο κατανόησης. Ήθελα τα παιδιά της ιστορίας να μην ακούσουν απλώς ότι οι άσχημες λέξεις πληγώνουν, αλλά να το νιώσουν. Η ενσυναίσθηση είναι, κατά τη γνώμη μου, το πιο ουσιαστικό αντίδοτο στο μπούλινγκ. Όταν ένα παιδί καταλάβει συναισθηματικά πώς αισθάνεται ο άλλος, τότε η αλλαγή έρχεται πιο αληθινά και πιο βαθιά.
Παράλληλα, με ενδιέφερε να δείξω ότι κανένα παιδί δεν γεννιέται «κακό». Πίσω από μια σκληρή συμπεριφορά συχνά κρύβεται ανάγκη για αποδοχή, ανασφάλεια ή μίμηση συμπεριφορών που θεωρούνται φυσιολογικές. Έτσι, αντί να στιγματίσω τους θύτες, προτίμησα να φωτίσω τη δυνατότητα μεταμόρφωσης και εξέλιξης.
Θεωρώ ότι η λογοτεχνία για παιδιά έχει μεγαλύτερη δύναμη όταν ανοίγει δρόμους σκέψης και συναισθήματος, αντί να δίνει έτοιμα μαθήματα. Μέσα από την εμπειρία, τη φαντασία και τη συναισθηματική ταύτιση, τα μηνύματα μένουν πιο βαθιά στην καρδιά των παιδιών.
Ο Άρης είναι ένα παιδί που πληγώνει, κοροϊδεύει και επιβάλλεται μέσα από παρατσούκλια και κακές λέξεις. Θελήσατε να δείξετε ότι ακόμη και το παιδί που εκφοβίζει δεν είναι «ο κακός», αλλά ένα παιδί που χρειάζεται να μάθει αλλιώς να σχετίζεται;
Δ.Κ.: Ακριβώς αυτό ήταν μια από τις βασικές μου προθέσεις γράφοντας τον χαρακτήρα του Άρη. Δεν ήθελα να δημιουργήσω έναν «κακό» με τη στερεοτυπική έννοια, γιατί πιστεύω ότι στα παιδικά χρόνια οι συμπεριφορές δεν είναι ποτέ τόσο μονοδιάστατες. Ένα παιδί που κοροϊδεύει, πληγώνει ή επιβάλλεται στους άλλους συχνά δεν έχει μάθει έναν διαφορετικό τρόπο να επικοινωνεί, να εκφράζει την ανασφάλεια ή την ανάγκη του να ανήκει.
Ο Άρης αντιπροσωπεύει ακριβώς αυτή τη δυσκολία. Μέσα από τα παρατσούκλια και τις σκληρές λέξεις προσπαθεί να αποκτήσει δύναμη και αποδοχή, χωρίς να συνειδητοποιεί το βάρος που έχουν τα λόγια του στους άλλους. Για μένα ήταν σημαντικό να φανεί ότι πίσω από μια επιθετική συμπεριφορά υπάρχει πάντα ένα παιδί που βρίσκεται ακόμη στη διαδικασία της διαμόρφωσης και της μάθησης.
Δεν σημαίνει φυσικά ότι δικαιολογούμε τον εκφοβισμό. Αντίθετα, είναι απαραίτητο να μπαίνουν όρια και να προστατεύονται τα παιδιά που πληγώνονται. Όμως πίστευα πως το βιβλίο θα είχε μεγαλύτερη αξία αν έδινε χώρο και στη δυνατότητα αλλαγής. Όταν αντιμετωπίζουμε ένα παιδί μόνο ως «τον θύτη», κινδυνεύουμε να το εγκλωβίσουμε σε αυτόν τον ρόλο. Ενώ όταν του δίνουμε την ευκαιρία να καταλάβει, να νιώσει και να επανορθώσει, τότε ανοίγει ο δρόμος για ουσιαστική εξέλιξη.
Ήθελα, λοιπόν, τα παιδιά που θα διαβάσουν την ιστορία να καταλάβουν κάτι πολύ σημαντικό: ότι οι άνθρωποι δεν καθορίζονται μόνο από τα λάθη τους, αλλά και από την ικανότητά τους να αλλάζουν.
Η Ομορφολεξούλα δεν μένει μόνη της. Δίπλα της στέκονται η Φίφη και ο Ντέξτερ, και μαζί χτίζουν μια μικρή συμμαχία. Για εσάς η φιλία και η ομαδικότητα είναι τελικά το πιο ουσιαστικό αντίβαρο απέναντι στον φόβο και στη μοναξιά που γεννά ο σχολικός εκφοβισμός;
Δ.Κ.: Ναι, πιστεύω βαθιά πως η φιλία και η αίσθηση ότι «ανήκω κάπου» μπορούν να λειτουργήσουν σαν ένα από τα πιο δυνατά αντίβαρα απέναντι στον φόβο και τη μοναξιά που δημιουργεί ο σχολικός εκφοβισμός. Ήθελα η Ομορφολεξούλα να μη χρειαστεί να παλέψει μόνη της, γιατί κανένα παιδί δεν θα έπρεπε να αισθάνεται μόνο όταν βιώνει απόρριψη ή κοροϊδία.
Η παρουσία της Φίφης και του Ντέξτερ συμβολίζει ακριβώς αυτή τη δύναμη της συμμαχίας. Δεν είναι ήρωες με υπερδυνάμεις, είναι παιδιά που επιλέγουν να σταθούν δίπλα σε κάποιον που έχει ανάγκη. Και πολλές φορές αυτό αρκεί για να αλλάξει ολόκληρη η δυναμική μιας ομάδας. Ένα βλέμμα κατανόησης, μια λέξη υποστήριξης ή η επιλογή να μη γελάσεις με την κοροϊδία μπορεί να γίνει πολύ πιο σημαντική απ’ όσο φανταζόμαστε.
Μέσα από αυτούς τους χαρακτήρες ήθελα επίσης να αναδείξω τον ρόλο των «παρατηρητών» — των παιδιών δηλαδή που βλέπουν ένα περιστατικό εκφοβισμού χωρίς να συμμετέχουν άμεσα. Συχνά εκεί βρίσκεται η μεγαλύτερη δύναμη αλλαγής. Όταν ένα παιδί βρει το θάρρος να πει «δεν συμφωνώ», «σταμάτα» ή απλώς να σταθεί δίπλα σε εκείνον που πληγώνεται, σπάει ο κύκλος της σιωπής που τρέφει το μπούλινγκ.
Για μένα, λοιπόν, η ιστορία δεν μιλά μόνο για την καλοσύνη των λέξεων, αλλά και για τη σημασία των σχέσεων. Η φιλία, η συνεργασία και η αποδοχή μπορούν να γίνουν ένα ασφαλές καταφύγιο για κάθε παιδί και ταυτόχρονα μια δύναμη που μεταμορφώνει ολόκληρη τη σχολική κοινότητα.
Ως άνθρωπος με παιδαγωγική κατάρτιση και ιδιαίτερο ενδιαφέρον για ψυχοκοινωνικά ζητήματα, πώς βλέπετε σήμερα το σχολείο; Πιστεύετε ότι ακούει πραγματικά όσα συμβαίνουν ανάμεσα στα παιδιά ή πολλές φορές αντιλαμβάνεται το πρόβλημα όταν έχει ήδη ριζώσει;
Δ.Κ.: Πιστεύω πως το σχολείο σήμερα προσπαθεί περισσότερο από παλαιότερα να ακούσει και να κατανοήσει όσα συμβαίνουν ανάμεσα στα παιδιά, όμως πολλές φορές εξακολουθεί να φτάνει στο πρόβλημα όταν αυτό έχει ήδη βαθύνει. Ο σχολικός εκφοβισμός δεν εμφανίζεται ξαφνικά, συνήθως ξεκινά μέσα από μικρές καθημερινές συμπεριφορές που περνούν απαρατήρητες ή θεωρούνται «παιχνίδια μεταξύ παιδιών». Ένα παρατσούκλι, ένας αποκλεισμός, ένα ειρωνικό σχόλιο μπορεί σταδιακά να εξελιχθεί σε κάτι πολύ πιο σοβαρό.
Θεωρώ ότι οι εκπαιδευτικοί βρίσκονται σήμερα μπροστά σε μια πολύ απαιτητική πραγματικότητα. Δεν καλούνται μόνο να μεταδώσουν γνώση, αλλά και να διαχειριστούν συναισθήματα, συγκρούσεις, ανασφάλειες και κοινωνικές δυσκολίες που πολλές φορές τα παιδιά κουβαλούν από διαφορετικά περιβάλλοντα. Και αυτό απαιτεί χρόνο, επιμόρφωση, υποστήριξη και ουσιαστική συνεργασία με την οικογένεια.
Ταυτόχρονα, πιστεύω ότι τα παιδιά στέλνουν συνεχώς σήματα, απλώς χρειάζεται να υπάρχουν ενήλικες διαθέσιμοι να τα παρατηρήσουν και να τα ακούσουν χωρίς βιασύνη ή υποτίμηση. Ένα παιδί που απομονώνεται, που αλλάζει συμπεριφορά ή που γίνεται υπερβολικά επιθετικό συνήθως προσπαθεί να εκφράσει κάτι που δεν μπορεί να πει εύκολα με λόγια.
Για μένα, το πιο σημαντικό είναι το σχολείο να μη λειτουργεί μόνο παρεμβατικά, όταν δηλαδή προκύψει ένα σοβαρό περιστατικό, αλλά κυρίως προληπτικά. Να καλλιεργεί καθημερινά την ενσυναίσθηση, τον σεβασμό, τη συνεργασία και την ασφάλεια μέσα στην τάξη. Όταν τα παιδιά νιώθουν ότι ακούγονται πραγματικά και ότι μπορούν να μιλήσουν χωρίς φόβο, τότε δημιουργείται ένα περιβάλλον όπου ο εκφοβισμός δύσκολα ριζώνει.
Έχετε πει πως η ιδέα του βιβλίου γεννήθηκε και από τη δική σας πρόσφατη εμπειρία ως θεία. Πόσο αυτή η πιο προσωπική, τρυφερή επαφή με ένα παιδί άνοιξε μέσα σας έναν νέο τρόπο να βλέπετε τη γλώσσα, τη φροντίδα και την ευθύνη που έχουμε απέναντι στις παιδικές ψυχές;
Δ.Κ.:Η εμπειρία μου ως θεία λειτούργησε πραγματικά πολύ βαθιά και ουσιαστικά μέσα μου. Η καθημερινή επαφή με ένα παιδί σε κάνει να βλέπεις τον κόσμο με μεγαλύτερη ευαισθησία και προσοχή. Αντιλαμβάνεσαι πόσο εύκολα μια λέξη, ένας τόνος φωνής ή ακόμη και μια μικρή αντίδραση μπορεί να επηρεάσει τον τρόπο που ένα παιδί αισθάνεται για τον εαυτό του και για τους άλλους.
Μέσα από αυτή τη σχέση συνειδητοποίησα ακόμη περισσότερο ότι τα παιδιά απορροφούν τα πάντα. Δεν ακούν μόνο τι λέμε· παρατηρούν πώς μιλάμε, πώς φερόμαστε, πώς εκφράζουμε την αγάπη, τον θυμό, την αποδοχή ή την απόρριψη. Οι λέξεις μπορούν να γίνουν καταφύγιο, αλλά μπορούν και να αφήσουν πληγές που μένουν για χρόνια.
Παράλληλα, αυτή η προσωπική εμπειρία μού θύμισε κάτι πολύ σημαντικό: ότι τα παιδιά έχουν μια σπάνια καθαρότητα και συναισθηματική ειλικρίνεια. Έχουν ανάγκη να νιώθουν ασφάλεια, να ακούγονται και να αγαπιούνται χωρίς όρους. Και εμείς οι ενήλικες έχουμε μεγάλη ευθύνη απέναντι σε αυτή την ευαισθησία, γιατί πολλές φορές διαμορφώνουμε χωρίς να το καταλαβαίνουμε, τον εσωτερικό τρόπο με τον οποίο ένα παιδί θα μιλά αργότερα στον εαυτό του.
Νομίζω πως η Ομορφολεξούλα γεννήθηκε ακριβώς από αυτή την ανάγκη φροντίδας. Υπενθυμίζει στα παιδιά τη δύναμη της καλοσύνης, αλλά και στους μεγάλους πόσο προσεκτικοί χρειάζεται να είμαστε με τις λέξεις που αφήνουμε μέσα στις παιδικές καρδιές.
Πιστεύετε ότι η δύναμη της λογοτεχνίας μπορεί από μόνη της να αναδιαμορφώσει τον τρόπο με τον οποίο οι άνθρωποι βλέπουν τα βιβλία και την ανάγνωση; Ποια είναι η δική σας άποψη;
Δ.Κ.: Πιστεύω πως η λογοτεχνία έχει τη δύναμη να αλλάξει βαθιά τον τρόπο με τον οποίο οι άνθρωποι βλέπουν όχι μόνο τα βιβλία αλλά και τον ίδιο τον εαυτό τους και τον κόσμο γύρω τους. Ένα καλό βιβλίο δεν λειτουργεί απλώς ως μέσο ψυχαγωγίας· μπορεί να γίνει καθρέφτης, παρηγοριά ή ακόμη και αφορμή για προσωπική μεταμόρφωση.
Ωστόσο, δεν θεωρώ ότι η λογοτεχνία δρα από μόνη της, σαν κάτι μαγικό. Όταν ένα παιδί συνδέσει την ανάγνωση με φαντασία, συγκίνηση και ουσιαστική επικοινωνία, τότε το βιβλίο παύει να είναι υποχρέωση και γίνεται ανάγκη ή καταφύγιο.
Για μένα, η μεγαλύτερη δύναμη της λογοτεχνίας βρίσκεται στην ενσυναίσθηση που καλλιεργεί. Μέσα από τις ιστορίες, οι άνθρωποι μπορούν να μπουν στη θέση κάποιου άλλου, να κατανοήσουν διαφορετικές εμπειρίες, φόβους και συναισθήματα. Αυτό είναι ιδιαίτερα σημαντικό στην εποχή μας, όπου πολλές φορές η επικοινωνία γίνεται γρήγορη και επιφανειακή. Οι περισσότεροι άνθρωποι έχουν την τάση να κρίνουν και ποτέ διάθεση να ακούσουν.
Ειδικά, πιστεύω πως τα παιδικά βιβλία μπορούν να αφήσουν πολύ βαθιά αποτυπώματα. Ένα παιδί ίσως να μη θυμάται πάντα την πλοκή μιας ιστορίας, αλλά θα θυμάται πώς το έκανε να αισθανθεί. Και πολλές φορές ένα μόνο βιβλίο αρκεί για να γεννήσει έναν αναγνώστη, να δώσει κουράγιο, να ανοίξει έναν διάλογο ή να αλλάξει έναν τρόπο σκέψης.
Γι’ αυτό θεωρώ ότι η λογοτεχνία εξακολουθεί να έχει μια πολύ ουσιαστική θέση στη ζωή μας: μας βοηθά να παραμένουμε άνθρωποι, να ακούμε ο ένας τον άλλον και να βρίσκουμε νόημα μέσα από τις ιστορίες που μοιραζόμαστε.

