Δύο ποιητικές συλλογές που κινούνται ανάμεσα στη μνήμη, στην απώλεια, στο πάθος και στη σκοτεινή αναζήτηση μιας εσωτερικής λύτρωσης.
Στην εφημερίδα «CorfuPress» φιλοξενούμε τον συγγραφέα κύριο Μιχάλη Ε. Σπίγγο με αφορμή τις ποιητικές του συλλογές «Under The Rose» και «Winterfall», που κυκλοφορούν από τις Εκδόσεις Συμπαντικές Διαδρομές.
Ο Μιχάλης Ε. Σπίγγος είναι ένας δημιουργός που κινείται με ξεχωριστό τρόπο ανάμεσα σε δύο φαινομενικά διαφορετικούς κόσμους, από τη μία την εμπειρική επιστήμη, την τεχνική σκέψη, την εκπαίδευση, και από την άλλη τη μουσική, τη λογοτεχνία, τη φιλοσοφική αναζήτηση και τη βαθιά εσωτερική γραφή. Αυτή η διττή του ιδιοσυγκρασία δεν μένει έξω από το έργο του. Το διαπερνά.
Στις δύο συλλογές του, ο αναγνώστης συναντά έναν ποιητικό κόσμο που δεν επιδιώκει την εύκολη συγκίνηση. Αντίθετα, κατεβαίνει σταδιακά σε μια περιοχή εσωτερικής δοκιμασίας, όπου η αγάπη, η μνήμη, η απουσία, η επιθυμία, η προδοσία και η σιωπή αποκτούν σχεδόν τελετουργική δύναμη. Η γλώσσα του είναι φορτισμένη, σκοτεινή, μουσική, με σαφείς αναφορές σε μια αισθητική που συνομιλεί με τη gothic και symphonic ευαισθησία, χωρίς ποτέ να χάνει την προσωπική της φωνή.
Παράλληλα, η καταγωγή του από την Κέρκυρα, η συνεχής του επαφή με τη μουσική και η φιλοσοφική του εγρήγορση μοιάζουν να γεννούν μια ποίηση όπου το φως και η σκιά δεν συγκρούονται απλώς, αλλά συνυπάρχουν αδιάκοπα. Και ίσως αυτό να είναι το πιο ενδιαφέρον στοιχείο στο έργο του. Ότι ακόμη και όταν μιλά για ρήξη, για ερείπια ή για χειμώνα, δεν παύει να αναζητά το ίχνος μιας εσωτερικής ανάτασης.
Συνέντευξη στη δημοσιογράφο Νεκταρία Βαρσαμή Πουλτσίδη
Κύριε Σπίγγο, κινείστε δημιουργικά ανάμεσα στην επιστήμη, την εκπαίδευση, τη μουσική και την ποίηση. Πώς συνυπάρχουν μέσα σας ο ορθολογισμός του μηχανικού με τη σκοτεινή, σχεδόν τελετουργική ευαισθησία του ποιητή;
Μ.Ε.Σ.: Ομολογώ ότι αν και διαθέτω ιστορικό εκδόσεων και δημοσιεύσεων (πχ συμμετοχές μου μέσω ομιλιών σε συνέδρια περιβαλλοντικού σχεδιασμού και συνέδρια πυροπροστασίας των κατασκευών) και γενικότερα ενεργού ερευνητικού έργου, αυτό μέχρι σήμερα αφορούσε αποκλειστικά τη διάσταση μου ως μηχανικού που ασχολείται – εκτός από τα καθημερινά του επαγγέλματος – και με την έρευνα στο πεδίο. Μιας και μιλάμε για βιβλία, ίσως θα ήταν ενδιαφέρον να αναφέρω ενδεικτικά την πρόσφατη συμμετοχή μου με δύο κεφάλαια στο συλλογικό βιβλίο του αγαπητού μου καθηγητή στο μεταπτυχιακό μου δρ. Πάνου Κοσμόπουλου με τίτλο «Τα κτίριά μας, η κλιματική αλλαγή, η ενέργεια που χρειαζόμαστε», εκδόσεις Μάλλιαρης Παιδεία, ISBN:978-960-644-412-8, το οποίο κυκλοφόρησε πέρυσι τέτοια εποχή.
Η «καλλιτεχνική» συγγραφή δεν εμφανίστηκε στη ζωή μου ως μια ακόμη διέξοδος όμως, μιας και ομολογουμένως ασχολούμαι με περισσότερα πράγματα από όσα θα θεωρούνταν φυσιολογικό (γελάει). Προέκυψε ως φυσική προέκταση της ανάγκης μου να δώσω εξήγηση και αρχιτεκτονική μορφή στην εσωτερική μου οπτική απέναντι στην έννοια «συναίσθημα» και σε ό,τι απορρέει από αυτό. Αυτό που υπάρχει και αιωρείται τόσο στην πρώτη μου συλλογή «Under The Rose», όσο και στη δεύτερη με τίτλο «Winterfall» είναι η λεπτή γραμμή που διαχωρίζει δυνάμεις ισχυρότερες από εμάς – δυνάμεις στις οποίες οφείλουμε σεβασμό – όπως ο έρωτας, η ζωή, ο θάνατος, η μνήμη. Η προσέγγιση μου λοιπόν σε επίπεδο ποίησης, είναι αυτή την οποία χαρακτηρίζει ένα έντονο φιλοσοφικό υπόβαθρο και μια στωική σχεδόν στάση απέναντι σε αυτές τις δυνάμεις, με τον μόνο παράγοντα που μπορούμε πραγματικά να ελέγξουμε σε κάθε επίπεδο να είναι αυτόν του παρατηρητή – του ΕΓΩ. Εδώ ίσως αγγίζει περισσότερο η παρουσία της μνήμης, η οποία ίσως είναι η μόνη αχτίδα ελπίδας (ή άνοιξης όπως αναφέρω προς το τέλος του Winterfall). Σε κάθε περίπτωση, εμμένω στην άποψη ότι ο άνθρωπος είναι υπεύθυνος για το πεπρωμένο του, ακόμα και μέσα στα ερείπια της ζωής όπως ενδεχομένως θα έλεγε και ο Νίτσε.
Η αρχή μου στο καλλιτεχνικό συγγραφικό έργο ίσως μπορεί να σηματοδοτηθεί με την κυκλοφορία του «Under The Rose» τον περασμένο Δεκέμβριο – μιας συλλογής που δεν σκόπευα να κυκλοφορήσω ποτέ. Κατά τους δώδεκα περίπου μήνες που προηγήθηκαν της κυκλοφορίας, αναρτούσα δικά μου ποιήματα ως συνοδεία σε κάποιες περισσότερο “gothic” φωτογραφίες μου στα social media, ως διαδικασία προώθησης της ραδιοφωνικής μου εκπομπής (The Michael Spiggos Melodic Rock & Metal Radio Show) – την οποία επιμελούμαι τα τελευταία 15 χρόνια (με τα τελευταία 6 αυτών στο Γερμανικό Ραδιοφωνικό δίκτυο Rautemusik).
Η παρότρυνση για την κυκλοφορία οφείλεται στον αδελφικό μου φίλο Gary Hughes των TEN (για τους οποίους εκτός των άλλων αποτελώ Press Manager και webmaster – οπότε επισκέπτομαι συχνά τη χώρα τους την Αγγλία). Κατά τη διάρκεια της περυσινής μας περιοδείας λοιπόν στη Μεγάλη Βρετανία του έδειξα κάποια από αυτά και η αντίδραση του ήταν τουλάχιστον ενθουσιώδης. Με αυτό το γεγονός σαν κύρια έμπνευση, όταν επέστρεψα στην Κέρκυρα τα απέστειλα στον εκδοτικό Οίκο Συμπαντικές Διαδρομές. Όλα εξελίχθηκαν γρήγορα και αποτελεί μεγάλη τιμή για εμένα το γεγονός ότι η συλλογή κυκλοφόρησε από τον συγκεκριμένο εκδοτικό οίκο – ιδίως αν αναλογιστεί κανείς ότι η συλλογή είναι γραμμένη εξ ολοκλήρου στα Αγγλικά.
Το “Winterfall” από την άλλη πλευρά ίσως μπορεί να χαρακτηριστεί ως η αναγκαία συνέχεια που όφειλε να ακολουθήσει το “Under The Rose” και αποτελεί ιδιαίτερη τιμή για εμένα που ο εκδοτικός οίκος δέχτηκε να κυκλοφορήσει και αυτή τη συλλογή σε τόσο σύντομο χρονικό διάστημα (τέσσερις μήνες) – πράγμα σπάνιο για κυκλοφορία ποιητικής συλλογής.
Σε επίπεδο έμπνευσης, οφείλω θερμές ευχαριστίες στην οικογένειά μου, στον αγαπημένο μου πατέρα και γιαγιά που έχω πλέον χάσει, καθώς και στους Gary Hughes και Darrel Treece-Birch (TEN/Gary Hughes), Morten Veland (Sirenia, Mortemia), Caterina Nix (Chaos Magic), Liv Kristine, Roy Khan (Conception, ex-Kamelot), Dianne van Giersbergen, Greg MacKintosh (Paradise Lost), Rioghan Darcy και Fabio D’Amore (Serenity), για τη φιλία, την έμπνευση και τη συνεχή καλλιτεχνική τους φλόγα. Ιδίως ο αγαπητός μου φίλος Morten Veland, στάθηκε ως πραγματικός πυλώνας και ήταν ο κύριος μοχλός πίεσης προς εμένα ώστε να περιοδεύσω για τις ποιητικές μου συλλογές – κάτι που επίσης δεν σκόπευα να κάνω – ενώ προσέφερε και ένα δικό του κομμάτι για τη μουσική συνοδεία της προώθησης του “Winterfall” – του κομματιού Here Comes Winter των Mortemia, γεγονός που αποτελεί ιδιαίτερη τιμή για εμένα.
Από τα παραπάνω, νομίζω ότι είναι προφανές ότι οι δύο από τις ιδιότητες μου είναι συμπληρωματικές. Άλλωστε πάντα πίστευα πως είναι πολύ σημαντικό να είμαστε πολυδιάστατες οντότητες – με γνώσεις πέρα από αυτές που αυστηρά καθορίζονται από τις σπουδές μας ή το επαγγελματικό μας αντικείμενο. Σε κάθε περίπτωση, επειδή πάντα η ψυχολογική θεώρηση οφείλει να ρωτάει γιατί και πώς διαμορφωνόμαστε σαν προσωπικότητες, οφείλω να πω ότι από τη μια πλευρά ο τρόπος σκέψης μου ως μηχανικός προσφέρει τη δομή και αρχιτεκτονική στην αναρχία που συνήθως χαρακτηρίζει τη συναισθηματική έκφραση, ενώ από την άλλη το καλλιτεχνικό πλαίσιο έρχεται να δώσει νόημα και ένταση στη συναισθηματική μου υπόσταση και τετράγωνη ίσως λογική – για την οποία επίσης οφείλω να θέτω ερωτήματα και να βρίσκω απαντήσεις. Αυτό είναι ίσως και ένα από τα στοιχεία που δίνει στον αναγνώστη την αίσθηση ότι η ποίησή δεν χαρακτηρίζεται από το χάος που ανέφερα προηγουμένως, αλλά από μια πολύ συγκεκριμένη φιλοσοφική πειθαρχία – όπως αυτή που αναπόφευκτα με χαρακτηρίζει σαν άτομο. Για εμένα, ποτέ στη ζωή μου δεν αποτέλεσε επιλογή ο εύκολος δρόμος άλλωστε, οπότε η τέχνη δεν θα μπορούσε να αποτελέσει εξαίρεση (γελάει).
Οι συλλογές «Under The Rose» και «Winterfall» μοιάζουν να συνομιλούν βαθιά μεταξύ τους, σαν δύο σταθμοί της ίδιας εσωτερικής διαδρομής. Εσείς τις βλέπετε ως αυτόνομα ποιητικά σώματα ή ως δύο διαφορετικές εποχές του ίδιου τραύματος και της ίδιας αναζήτησης;
Μ.Ε.Σ.: Αν το Under The Rose ήταν η απαρχή και το άνθος τής απόλυτης ανερυθρίαστης συναισθηματικής σύνδεσης και η ολοκληρωτική παράδοση στο μεγαλείο του έρωτα και της απώλειας, το Winterfall αποτελεί την σιωπή που ακολουθεί την καταιγίδα, το ταξίδι στα ερείπια των αισθήσεων και της μνήμης και το τελικό ψυχρό φως που απομένει. Για τον λόγο αυτό, το Under The Rose αποτελείται από τα κεφάλαια I-III και το Winterfall από τα κεφάλαια IV-VI. Δεν είναι τυχαίος ο διαχωρισμός, αν και οφείλω να παραδεχτώ πως δεν ήταν προσχεδιασμένο κάτι, μιας και το Winterfall προέκυψε αμέσως μετά το τέλος της μικρής περιοδείας που έκανα σε Αθήνα και Χαλκίδα για την παρουσίασή του Under The Rose… Μάλιστα πρέπει να αναφέρω ότι το Winterfall γράφτηκε ολόκληρο σε 10 ημέρες (14 Δεκεμβρίου με 24 Δεκεμβρίου), σε μία περίοδο κατά την οποία υπήρχε έντονη συναισθηματική φόρτιση, η οποία όφειλε να εκφραστεί με κάποιον αναίμακτο τρόπο (γελάει). Οπότε δεν τίθεται θέμα χρήσης υφιστάμενων ποιημάτων ή στίχων που δεν χρήσιμοποίησα στην προηγούμενη συλλογή. Απλά όφειλα να δώσω μια συνέχεια και την απάντηση στο ερώτημα «τί συμβαίνει μετά την παράδοση;».
Για εμένα, τόσο το Winterfall όσο και το Under The Rose δεν αποτελούν απλώς βιβλία ποίησης, αλλά εργαλεία αφήγησης μια συγκεκριμένης ψυχικής κατάστασης – αυτής που απορρέει από τη βιωματική εμπειρία ενός στωικού παρατηρητή. Μιας αφήγησης που μετατρέπει την απελπισία σε μια πειθαρχημένη χαρτογράφηση της αρχιτεκτονικής της πνευματικής και συναισθηματικής μας υπόστασης.
Στο πλαίσιο αυτό, το Winterfall ως συλλογή αποτελεί τη συνέχεια της κατάβασης που περιγράφεται στο Under The Rose. Νομίζω αποδίδεται καταπληκτικά και στα εξώφυλλα που συνοδεύουν τα βιβλία – για τα οποία συνεργάστηκα πολύ στενά με τους σχεδιαστές του εκδοτικού οίκου ώστε να πάρουν την τελική μορφή που βλέπετε. Αν λοιπόν στα κεφάλαια του Under The Rose περιγράφονταν η λήθη, η μάχη απέναντι στον εαυτό και η τελική παράδοση (με το τέλος να περιγράφεται ως τουλάχιστον μοναχικό – όπως οφείλει να είναι η προσωπική μας ενδοσκόπηση), στο Winterfall περιγράφεται η ζωή μετά τη μάχη, η αναπόληση της μνήμης και το κενό που απομένει – αυτό που θα περιγράφονταν ως «ψήγμα άνοιξης κάτω από το ψυχρό φως του χειμώνα της ψυχής». Το Winterfall λοιπόν μπορεί να θεωρηθεί ως το καθαρτήριο μετά την τελική παράδοση, άρα πολύ σωστά διαπιστώσατε πως πρόκειται για τη συνέχεια της ίδιας αναζήτησης. Το άγγιγμα της μνήμης όμως έρχεται σαν τον πιο κρύο χειμώνα. Είναι αυτή η προσμονή και η τελική πτώση. Εξ ου και ο τίτλος Winterfall.
Η ποίησή σας αντλεί έντονα από τη symphonic, gothic και progressive metal αισθητική, αλλά δεν περιορίζεται στην ατμόσφαιρα. Τι είναι αυτό που σας προσφέρει αυτή η μουσική, ρυθμό, δραματουργία ή έναν τρόπο να μιλήσετε για το πάθος χωρίς να το μικρύνετε;
Μ.Ε.Σ.: Αν και εντάσσονται στην κατηγορία της ποίησης, θα έλεγα πως η γενικότερη προσέγγιση μου και στις δύο συλλογές μου είναι αυτή της «καταγραφής» σε ελεύθερο στίχο και μέτρο. Πρόκειται για στιγμές. Αφηγήματα. Eικόνες/πίνακες ζωγραφικής αν θέλετε, που σκοπό έχουν να αποδώσουν μια συγκεκριμένη συναισθηματική κατάσταση – ιδίως αυτής που αγγίζει τον κενό χώρο που αφήνει η απώλεια.
Τα κείμενα αυτά λοιπόν προορίζονται να διαβαστούν ως αφηγήσεις μιας συγκεκριμένης συναισθηματικής κατάστασης, η οποία χαρακτηρίζεται από έντονα υπαρξιακά και φιλοσοφικά στοιχεία. Η επεξήγηση της υπόστασής μας μέσω λέξεων δεν αποτελεί εύκολη διαδικασία ούτως ή άλλως και βάσει της δικής μου σκοπιάς, η «καλλιτεχνική» έκφραση δεν πρέπει να διαφέρει από αυτό. Αντιθέτως. Οφείλει να είναι ακόμη πιο δύσκολη.
Έχοντας πει αυτό, θα έλεγα πως σωστά εντοπίσατε αισθητικά στοιχεία που χαρακτηρίζουν τη symphonic, gothic, death και progressive metal, όχι μόνο γιατί με χαρακτηρίζουν ως είδη, αλλά και επειδή ο ίδιος έχω ενεργό ρόλο στη σκηνή – σε επίπεδο συνεργασιών με πολλά από τα γνωστά συγκροτήματα των παραπάνω ειδών, τόσο σε επίπεδο εκπομπής μέσω των συνεντεύξεων που πραγματοποιώ, όσο και μέσω ενεργούς συνεργασίας. Άρα φυσικά τίθεται το θέμα της κουλτούρας και της συγκεκριμένης καλλιτεχνικής αισθητικής. Άλλωστε με έλκει ο έντονος λυρισμός, η μελωδία, η αρμονία και οι λεγόμενες σκοτεινές ατμόσφαιρες που χαρακτηρίζει τα παραπάνω είδη. Υπάρχει μια μεγάλη διαφορά όμως εδώ: Για τη δική μου καλλιτεχνική έκφραση δεν μπορώ να χρησιμοποιήσω όργανα που θα αποδώσουν ατμόσφαιρα – ούτε φωνητική ερμηνεία που θα μπορούσε να έρθει ώστε να περιγράψει την ιστορία και να προσφέρει το απαραίτητο συναισθηματικό υπόβαθρο. Το μόνο δικό μου όπλο είναι οι λέξεις. Αυτός είναι και ένας από τους λόγους που παραμένω τόσο ένθερμα πιστός στην Αγγλική γλώσσα, καθώς μου προσφέρει το απαραίτητο γλωσσικό υπόβαθρο ώστε να μπορώ να διανθήσω το λόγο με απόκοσμες εικόνες – ιδιαίτερου συναισθηματικού βάρους – σχέδον ιεροτελεστικού – χωρίς το τελικό αποτέλεσμα να αποδίδεται ως στείρα μελοδραματικό, φθηνό ή κοινότυπο.
Στα ποιήματά σας επιστρέφουν συνεχώς η μνήμη, η βροχή, η φωτιά, ο χειμώνας, η θυσία, η σιωπή. Αυτές οι εικόνες έρχονται πρώτα ως προσωπικό βίωμα, ως μουσικός παλμός ή ως εσωτερικά σύμβολα που γεννιούνται μαζί με τη γλώσσα;
Μ.Ε.Σ.: Θα έλεγα πως λειτουργούν περισσότερο ως σύμβολα που προϋπάρχουν της γλώσσας, λειτουργώντας ως σημεία αναφοράς για την κάθε συναισθηματική σκηνή που θέλω να περιγράψω. Οι εικόνες αυτές αποτελούν βασικά δομικά υλικά μου – τόσο σε επίπεδο έκφρασης, όσο και σε επίπεδο γενικότερης αισθητικής.
Η βροχή και ο χειμώνας δεν αποτελούν απλώς καιρικά φαινόμενα, αλλά την ατμόσφαιρα για να απομονωθεί το ΕΓΩ και να μπορέσει αδιάλειπτα να παρατηρήσει. Η φωτιά και η θυσία, η σιωπή που ακολουθεί, είναι η ενέργεια που απαιτείται για τη μετατροπή του πόνου σε μια άλλη μορφή – ίσως σε αξιοπρέπεια ή σε μια μορφή εσωτερικής ελευθερίας – μετά την τελική αποκοπή από το αντικείμενο του πάθους.
Οφείλω να ομολογήσω πάντως ότι όντως υφίσταται μια ρυθμικότητα, μια «συμφωνική» κλιμάκωση, αν θέλετε. Είναι αντίστοιχο με το να προσπαθώ να σχεδιάσω το περίγραμμα μιας σκιάς ή του ψήγματος ενός συναισθήματος: το βίωμα προϋπάρχει, ενώ η γλώσσα καλείται να αποτελέσει το πινέλο το οποίο θα σχεδιάσει με τα χρώματα που κυριαρχούν μέσα μου.
Δεν μπορώ να παραγνωρίσω το προσωπικό βίωμα άλλωστε. Απλώς, επιλέγω να μην εκθέτω το βίωμα καθαυτό – αυτούσιο και ωμό – χρησιμοποιώντας απλό καθημερινό λόγο ή περισσότερο εξεζητημένο λεξιλόγιο. Όπως και σε προσωπικό επίπεδο, προτιμώ να το μετατρέπω σε σύμβολο. Καλλιτεχνικώς έτσι αποκτάται μια οικουμενικότητα.
Με αυτόν τον τρόπο, η δική μου συναισθηματική κατάσταση, μετατρέπεται σε έναν καθρέπτης στον οποίο ο αναγνώστης θα μπορεί να δει τη δική του διαδρομή.
Ίσως και αυτό από μόνο του αποτελεί μια εμπειρία. Μια ιεροτελεστία αν θέλετε – όπως αυτές που περιγράφω στο Under The Rose και στο Winterfall. Εύχομαι με λιγότερη απόγνωση και σκοτεινή διάθεση. Άλλωστε από διάφορους αναγνώστες ακούω διαφορετικές ερμηνείες για τα γραφόμενα μου, πράγμα που με κάνει ιδιαίτερα χαρούμενο.
Υπάρχει μια έντονα λειτουργική, σχεδόν ιερατική διάσταση στη γραφή σας, σαν ο πόνος να αποκτά μορφή τελετής. Σας ελκύει αυτή η ποιητική «ιερότητα» γιατί δίνει βάρος στο συναίσθημα ή γιατί πιστεύετε πως κάποιες εμπειρίες δεν μπορούν να ειπωθούν αλλιώς;
Μ.Ε.Σ.: Καταπληκτική ερώτηση!
Δεδομένου ότι η μουσική αποτελεί τη δεύτερη μεγαλύτερη ασχολία μου – τόσο σε επίπεδο παραγωγής/παρουσίασης βλ. την εκπομπή μου The Michael Spiggos Melodic Rock & Metal Radio Show, όσο και εκ των έσω βλ. την ενασχόληση μου με τους TEN/Gary Hughes,TAO και Withering Season ως press manager/webmaster (χωρίς να παραγνωρίζω την επιρροή της κλασικής μου παιδείας σε επίπεδο μουσικής) – μετά την επαγγελματική μου, αισθάνομαι την ανάγκη να πειθαρχώ σχεδόν ψυχαναγκαστικά στη μουσικότητα του λόγου. Και η ποίηση μου δίνει ακριβώς αυτή τη δυνατότητα. Γενικά όμως, σε επίπεδο αυτογνωσίας, δεν είμαι άνθρωπος που εκδηλώνεται συναισθηματικά, οπότε για εμένα η συγγραφή των δύο αυτών συλλογών αποτέλεσε μια έντονα προσωπική εμπειρία.
Από την άλλη πλευρά, έχω την τάση προς την εξορθολογισμένη αποτίμηση των καταστάσεων, οπότε τις διαχωρίζω με αυστηρότητα ανάμεσα σε αυτές που πραγματικά μπορώ να ελέγξω και σε αυτές που δεν μπορώ. Όπως και στη ζωή μου, έτσι και εδώ, αποφεύγω γενικότερα τις συναισθηματικές προβολές, γι’άυτό και υπάρχει αυτό το έντονο συναίσθημα της αφήγησης και όχι της στείρας συναισθηματικής έκθεσης.
Άλλωστε, απορρίπτω τον «εύκολο» ρομαντισμό τόσο σε προσωπικό, όσο και σε καλλιτεχνικό επίπεδο. Αναγνωρίζω από τη μία πλευρά ότι ο στείρος ρομαντισμός ενδέχεται να διαθέτει μια μορφή αγνότητας, αλλά από την άλλη τον χαρακτηρίζει μια παιδικότητα την οποία αδυνατώ να επεξεργαστώ. Σε κάθε περίπτωση, δεν αισθάνομαι ότι με αφορά η ανεπεξέργαστη εξομολόγηση· με ενδιαφέρει η μετατροπή του συναισθήματος σε δομή, εικόνα και ατμόσφαιρα. Σε σύμβολα αν θέλετε.
Για εμένα άλλωστε κατέχουν περίοπτη θέση στη ζωή μου οι έννοιες ευθύνη, τιμή, ειλικρίνεια, αξιοπρέπεια, δικαιοσύνη, δύναμη και η αυτόφωτη υπόσταση, οπότε έχω την αίσθηση πως αυτό γίνεται εμφανές στο γενικότερο νόημα των ποιημάτων που απαρτίζουν τις συλλογές μου.
Δεν παραβλέπω, φυσικά, το γεγονός ότι η αισθητική μου επιτάσσει η γραφή να αγγίζει το λεγόμενο «σκοτεινό φως». Αυτό γιατί με έλκει αυτή η απόλυτη ειλικρίνεια που προϋποθέτει η ζωή μακριά από το φως. Το σκοτάδι απαιτεί ισότητα λένε και πραγματικά λατρεύω τη συγκεκριμένη έκφραση. Εκεί αποτάσσουμε ρόλους και προσωπεία και στεκόμαστε με απόλυτη ειλικρίνεια απέναντι στον εαυτό μας – ή απέναντι σε όποιον θέλει πραγματικά να σταθεί δίπλα μας. Παράλληλα, έχω εντρυφήσει ιδιαίτερα στη φιλοσοφία και ειδικότερα σε στοχαστές όπως ο Nietzsche, ο Schopenhauer, ο Camus και ο Becker, οπότε θεωρώ ότι είναι αναπόφευκτο να εντοπίζονται ψήγματα της σκέψης τους ανάμεσα στις λέξεις μου.
Στην πράξη, χρησιμοποιώ τη «σκοτεινή» αισθητική μου για να περιγράψω την κατάσταση του κόσμου – σκοτάδι, φθορά, ματαιότητα, παρακακμή (βλ. και τον Schopenhauer) ενώ ταυτόχρονα προκρίνω τις έννοιες της ανθεκτικότητας, της ηρωικής αποδοχής του πόνου και εν τέλει της αυτοκυριαρχίας βλ. Nietzsche, Becker και Camy – αν και όπως είναι φυσικό, δίνω τη δική μου οπτική στη φιλοσοφική τους στάση. Όλα αυτά διανθισμένα με τη gothic αισθητική μου, την ένταση του Robert E. Howard (τα γραπτά του οποίου προτείνω ανεπιφύλακτα) και φυσικά το συναισθηματικό βάρος του Baudelaire ή την θεατρικότητα του Wilde.
Για όλους τους παραπάνω λόγους, ήταν συνειδητή η απόφαση μου να χρησιμοποιήσω το πραγματικό μου όνομα και όχι κάποιο καλλιτεχνικό. Δεν είχα σκοπό να κρυφτώ από τον εαυτό μου και ό,τι με αντιπροσωπεύει, ενώ παράλληλα ήθελα να αναλάβω πλήρως την ευθύνη των γραφόμενών μου. Όλο αυτό άλλωστε μου αφήνει μια γεύση απόλυτης έκθεσης η οποία παραδόξως περιλαμβάνει έντονα ψήγματα συναισθηματικού απελευθερωτισμού, στον οποίο οφείλω να παραδεχτώ ότι δεν είμαι συνηθισμένος. Προσπαθώ όμως! (γελάει)
Εν τέλει, τη στιγμή που μιλάμε το Under The Rose παραμένει από ό,τι μαθαίνω στα best sellers του bestprice για συνεχόμενες εβδομάδες, οπότε κατά τη δική μου ερμηνεία (λόγω της εμπειρίας μου στα media τόσα χρόνια), φαίνεται πως έχει καταφέρει να αγγίξει το αναγνωστικό κοινό, παρ’όλη την επιμονή μου στο σκοτάδι και την ολοκληρωτική έλλειψη ελπίδας, παραδείσου ή σωτηρίας. Η ζωή στα δικά μου βιβλία είναι σκληρή άλλωστε. Γιατί η επόμενη να είναι διαφορετική; (γελάει)
Προερχόμενος από την Κέρκυρα, έναν τόπο γεμάτο ιστορικά στρώματα, φως, υγρασία, ομορφιά και φθορά, πόσο έχει περάσει αυτό το τοπίο στην ποίησή σας, όχι ως εξωτερική εικόνα αλλά ως ψυχική γεωγραφία;
Μ.Ε.Σ.: Έχω την αίσθηση ότι θα συμφωνήσουν όσοι την έχουν επισκεφθεί, αλλά η Κέρκυρα αποτελεί ιδιαίτερη περίπτωση σε επίπεδο ιστορικού υποβάθρου και ατμόσφαιρας. Και δεν αναφέρομαι στα τουριστικά πολιτιστικά δρώμενα, αλλά σε αυτό που προσφέρει το νησί στις «μη εμπορικές» περιόδους. Ιδιαίτερα κατά το φθινόπωρο και τον χειμώνα. Η βροχή και το γκρίζο αποτελούν μόνιμο σύντροφο κατά τη διάρκεια εκείνων των εποχών, που σε συνδυασμό με την αρχιτεκτονική που χαρακτηρίζει τόσο πολύ το νησί, προσφέρει από μόνο του έμπνευση και ένα ιδιαίτερο συναισθηματικό βάρος. Σκεφτείτε πόσοι άνθρωποι έζησαν, πόνεσαν, αγάπησαν και στο τέλος έφυγαν από τη ζωή πριν από εμάς – πόσες γενιές και ταυτόχρονα πόσοι δεν είχαν ποτέ την ευκαιρία να ζήσουν όπως θα έλεγε και ο Richard Dawkins. Όλη αυτή η ιστορία βρίσκεται καταγεγραμμένη στον τόπο αυτό, στα κτήρια, στα μνημεία. Στους δρόμους και στα σοκάκια.
Για εμένα λοιπόν το νησί είναι το γκρίζο της βροχής που αναδεικνύει την πέτρα και τη φθορά, την παρακμή και τις αντιθέσεις της, που αποτελούν καταπληκτικές οπτικές μεταφορές για την απώλεια και τη μνήμη που διαπραγματεύομαι στο Under The Rose και Winterfall. Όλα αυτά χωρίς να παραγνωρίζω όμως την περισσότερο Βορειοευρωπαϊκή αισθητική μου, η οποία είναι πολύ έντονη και με χαρακτηρίζει περισσότερο από οτιδήποτε άλλο.
Πρέπει να ομολογήσω πάντως πως αγαπώ τις αντιθέσεις. Το σκοτάδι που με χαρακτηρίζει εδώ λοιπόν, όπως είναι εύκολα αντιληπτό είναι το βίωμα μου και η δική μου προσωπική αντίληψη και ερμηνεία σε σχέση με την ιστορία ενός τόπου που ξέρει να κρύβει τα μυστικά του κάτω από το γκρίζο και τη βροχή – και το σκοτάδι που πάντα έρχεται νωρίς εκείνες τις εποχές. Δεν κατονομάζεται φυσικά, δεδομένου ότι όπως και οι πρωταγωνιστές, ο χώρος, ο χρόνος, δεν παίζουν κανέναν απολύτως ρόλο. Στα βιβλία μου ο τόπος σχηματίζεται συνεχώς σαν ένα αέναο καθαρτήριο μνήμης, στο οποίο όμως δεν υπάρχει ελπίδα, υπάρχει μόνο έντονο συναίσθημα και μνήμη.
Ίσως αυτό εξηγεί την μόνιμη κίνηση του πρωταγωνιστή που έρχεται να καταγράψει και να ερμηνεύσει τη συναισθηματική του κατάσταση μέσα στα ερείπια της απώλειας – ως σκιά που μεγαλώνει καθώς πέφτει η νύχτα και αυτός περιπλανάται αναζητώντας νόημα και υπόσταση στα ερείπια που άφησε πίσω της η ζωή. Όπως ανέφερα και προηγουμένως, έχω την αίσθηση ότι η πορεία αυτή αποδίδεται εξαιρετικά στα εξώφυλλα των δύο συλλογών.
Αν ένας αναγνώστης κλείσει το «Under The Rose» και το «Winterfall» και μείνει με μία μόνο αίσθηση, ποια θα θέλατε να είναι, η οδύνη, η κάθαρση, η αντοχή ή η αίσθηση ότι ακόμη και μέσα στην ερήμωση κάτι επιμένει να αναζητά φως;
Μ.Ε.Σ.: Θα προτιμούσα να μην διαλέξω μία και μόνο αίσθηση γιατί η εμπειρία της ανάγνωσης χαρακτηρίζεται από ένα ευρύ αισθητικό φάσμα. Χαρά, λύπη, πόνος, αγάπη, απώλεια. Όλα αυτά που έχουμε ποτέ ελπίσει και δεν κερδίσαμε και όλα αυτά που είχαμε αλλά τελικά χάσαμε. Αν όμως έπρεπε να διαλέξω, θα σας έλεγα τη φράση «ηρωική αποδοχή», όπως ίσως θα έλεγε ο Νίτσε. Στον δικό μου κόσμο, δεν επιμένω να αναζητώ φως. Ακόμη και η αυγή του ήλιου – της νέας ζωής μετά την απώλεια – είναι αχνή, λευκή, σαν τις κοιλάδες των ερειπίων της μνήμης που έχουν αιώνια καλυφθεί από το χιόνι όπως αναφέρω στο Winterfall.
Δεν στέκομαι λοιπόν μόνο στην οδύνη και τη θλίψη, γιατί ως έννοιες αποτελούν τα κύρια δομικά υλικά μου, ιδίως επειδή και τις δύο τις οφείλεις να τις αντιμετωπίσουμε και να τις χαρτογραφήσουμε. Η κάθαρση από την άλλη πλευρά προϋποθέτει μια αίσθηση λύτρωσης, ένα «καθάρισμα» που εγώ δεν υπόσχομαι ούτε πιστεύω. Αυτό γιατί η κάθαρση αποτελεί στιγμή και όχι μόνιμη κατάσταση και συνήθως ο άνθρωπος δημιουργεί άμυνες γύρω από το δυσάρεστο γεγονός που την προκάλεσε με σκοπό να προστατευτεί από κάτι αντίστοιχο στο μέλλον.
Η αποδοχή όμως προϋποθέτει θυσία και αναμόρφωση – ή ισχυροποίηση θέσης. Προϋποθέτει ευθύνη και θάρρος να αντιμετωπίσουμε την πραγματικότητα και τον εαυτό μας. Είναι ψυχρή, γυμνή και απαιτεί τη στοιχειώδη ικανότητα να μπορέσουμε να συνεχίσουμε να στεκόμαστε απέναντι στο κενό με ευθύνη, χωρίς υποταγή, αλλά και χωρίς να περιμένουμε ανταμοιβή ή επιβράβευση. Είναι η πράξη του να υπάρχουμε ακόμη – ακόμη κι όταν όλα έχουν καταρρεύσει, όταν η μνήμη παγώνει και ο χειμώνας σκεπάζει πλέον τα πάντα. Η τελική επιβεβαίωση που οφείλουμε να παίρνουμε μόνο από τον εαυτό μας.
Το Under The Rose λοιπόν ήταν η παράδοση. Η υπέρβαση μας απέναντι στο εαυτό μας και τους ρόλους που τόσο πολύ θέλουμε να μας χαρακτηρίζουν. Το Winterfall είναι η ζωή μετά – όχι ανάσταση, ή ελπίδα, αλλά μια συνέχεια μέσα στα ερείπια.
Ειλικρινά ελπίζω να μπορέσετε να εντοπίσετε μια δική σας προσωπική αλήθεια μέσα από αυτή την πορεία που περιγράφω στις συλλογές μου, με την προϋπόθεση ότι ο αναγνώστης μπορεί να νιώσει έστω και μια στιγμή ότι μπορεί να αντέξει τον πόνο, τη μνήμη, το σκοτάδι και την απουσία παρηγοριάς. Στην πορεία αυτή μπορεί να καταφέρει να χαρτογραφήσει τη διαδρομή από το πάθος στην αυτοεπίγνωση και από την καταστροφή στην πνευματική λύτρωση, που αποτελεί ένα καθαρά προσωπικό, εσωτερικό κατόρθωμα.
Σας ευχαριστώ πολύ!

