Τρεις ανθρώπινες διαδρομές για την ευθύνη, τη συγχώρεση και εκείνη τη δεύτερη ευκαιρία που άλλοτε έρχεται αργά κι άλλοτε την προλαβαίνεις την τελευταία στιγμή.
Στην εφημερίδα «CorfuPress» φιλοξενούμε τον δικηγόρο και συγγραφέα κύριο Χάρη Κουμέσο με αφορμή το βιβλίο «Ιστορίες ζωής και αγάπης», που κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Φυλάτος. Τρεις ιστορίες, τρεις διαφορετικοί χώροι, τρεις ανθρώπινες δοκιμασίες. Η στεριά, η θάλασσα και ο αέρας γίνονται σκηνές όπου οι άνθρωποι συγκρούονται με τις επιλογές τους, με τα λάθη τους, με την κοινωνία που τους παρακολουθεί, αλλά και με την ανάγκη να ζητήσουν ή να προσφέρουν συγχώρεση.
Ο Χάρης Κουμέσος φέρνει στη γραφή του μια διαδρομή γεμάτη εμπειρία. Ναυτιλία, ταξίδια, νομική, δημοσιογραφία, διεθνείς σχέσεις, αγώνας απέναντι σε σοβαρές δυσκολίες όρασης, αλλά και μια αδιάκοπη θέληση να συνεχίζει να σπουδάζει, να εργάζεται, να δημιουργεί. Ίσως γι’ αυτό οι ιστορίες του δεν μοιάζουν να γράφονται από απόσταση. Έχουν κάτι από άνθρωπο που έχει δει τη ζωή να αλλάζει πορεία χωρίς προειδοποίηση και ξέρει πως καμία ανθρώπινη ιστορία δεν είναι απλή όταν μπαίνουν στη μέση η αγάπη, η ευθύνη και ο χρόνος.
Συνέντευξη στη δημοσιογράφο Νεκταρία Βαρσαμή Πουλτσίδη
Στο βιβλίο σας συναντάμε τρεις ιστορίες που κινούνται σε διαφορετικούς χώρους, στη στεριά, στη θάλασσα και στον αέρα. Ήταν από την αρχή αυτή η τριπλή διαδρομή μια συνειδητή επιλογή, σαν να θέλατε να δείξετε ότι η ανθρώπινη ανάγκη για αγάπη και συγχώρεση μάς ακολουθεί παντού;
Χ.Κ.: Ναι, ήταν μία συνειδητή επιλογή, επιπροσθέτως δε, θέλω να επισημάνω ότι αυτές οι τρεις ιστορίες αναφέρονται σε τρεις συνεχόμενες δεκαετίες, 1950, 1960 και 1970, δείχνοντας έτσι τις διαχρονικές οδούς αγάπης, συγνώμης και συγχώρεσης.
Στον «Τσαγκάρη» επιστρέφετε σε μια εποχή όπου μια γυναίκα που εγκατέλειπε τον γάμο της δεν πλήρωνε μόνο προσωπικό τίμημα, αλλά και κοινωνική καταδίκη. Τι σας ενδιέφερε περισσότερο να φωτίσετε, τη δύναμη της γυναίκας που φεύγει ή τη σκληρότητα μιας κοινωνίας που δεν συγχωρεί την απόκλιση;
Χ.Κ.: Ούτε το ένα, ούτε το άλλο, αλλά, πιστεύω στη δύναμη της αγάπης και προστασίας του θεού, που δεν πίστευε ο ήρωάς μας ο κύριος Ισίδωρος, βρίσκοντας όμως στο τέλος την χαμένη κόρη του, που δεν γνώριζε έως τότε ότι υπήρχε.
Στο «Μια καλύτερη μέρα» οι φόβοι και τα στερεότυπα μοιάζουν να κυβερνούν τις ζωές των ανθρώπων. Πόσο δύσκολο είναι, κατά τη γνώμη σας, να χαράξει κανείς τον δικό του δρόμο όταν μεγαλώνει με το βάρος του «τι θα πει ο κόσμος»;
Χ.Κ.: Για εκείνη την εποχή που διαδραματίζεται η ιστορία μας, δηλαδή, δεκαετία του 1960 – 1970, το «τι θα πει ο κόσμος», ήταν ένα υπέρτατο «αγαθό», ήταν το πολύ αλάτι που αλμύριζε υπερβολικά το φαγητό, δηλαδή, υπήρχε φρένο στις ποινικές υπερβολές. Σήμερα έχουμε φτάσει στο αντίθετο κοινωνικό σημείο, που ο καθένας κάνει ότι θέλει, χωρίς να δίνει σημασία σε τίποτα και για κανέναν. Μέση οδός δεν υπάρχει, γιαυτό το λόγο έχουμε τόσο μεγάλη παραβατικότητα – εγκληματικότητα από μικρούς και μεγάλους, ιδίως δε ανηλίκους.
Στις «Πεντέμισι ώρες» δύο άνθρωποι που χωρίστηκαν από λάθη, ανωριμότητα και μοίρα συναντιούνται ξανά σε έναν τόπο μετάβασης, στο αεροδρόμιο. Γιατί επιλέξατε έναν τέτοιο χώρο, όπου κανείς δεν μένει πραγματικά, αλλά όλοι κάτι περιμένουν;
Χ.Κ.: Στο αεροδρόμιο συναντήθηκαν τυχαίως δύο αντίθετες ψυχές και ζωές, που είχαν διαπράξει, λόγω ανωριμότητας, φοβερά λάθη, ιδίως δε, ο σύζυγος ο οποίος άφησε τη συζυγική εστία χωρίς την προστασία του ιδίου. Εδώ θα ήθελα να τονίσω ότι ο κάθε σύζυγος ενός σπιτιού, είναι το δοκάρι που στηρίζει το σπίτι και αν αυτός είναι ανώριμος, το σπίτι γκρεμίζεται εκ θεμελίων. Αυτό το μυθιστόρημα λοιπόν, (της δεκαετίας του 1970), θέλει να δείξει την ανωριμότητα του ανδρός, ο οποίος ωρίμασε ξαφνικά, μετά τις κατηγορίες της συζύγου του, μέσα σε πεντέμιση ώρες, ζητώντας συγνώμη και λαβαίνοντας συγχώρεση.
Η δική σας ζωή έχει περάσει από τη ναυτιλία, τη νομική, τη δημοσιογραφία, τις διεθνείς συνεργασίες, αλλά και από προσωπικές δυσκολίες που απαιτούν πείσμα και αντοχή. Πόσο από αυτή τη βιωμένη εμπειρία πέρασε μέσα στις ιστορίες σας, όχι ως βιογραφία, αλλά ως ματιά απέναντι στον άνθρωπο;
Χ.Κ.: Όλες οι εμπειρίες μου, που έτυχε να τις περάσω, άθελά μου, με δίδαξαν ότι εκτός από την αγάπη που πρέπει να υπάρχει σε όλα τα επίπεδα, κάνοντας αυτοκριτική, οφείλουμε να έχουμε την εξομολόγηση, τη συγνώμη και την συγχώρεση. Αυτά τα αγαθά θέλω να περάσω, που τα έχουμε χάσει σήμερα, με τις τρεις αυτές μικρές ιστορίες, τα οποία έχουν πραγματικό υπόβαθρο.
Στο βιβλίο η αγάπη δεν εμφανίζεται σαν εύκολη λύση. Συχνά χρειάζεται εξομολόγηση, παραδοχή, θάρρος και συγχώρεση. Για εσάς ποια είναι η πιο δύσκολη πράξη, να αγαπήσει κανείς, να ζητήσει συγγνώμη ή να δεχτεί πως δεν μπορεί να γυρίσει πίσω τον χρόνο;
Χ.Κ.: Όλες οι ανωτέρω είναι δύσκολες πράξεις που πρέπει να συνδέει η μία την άλλη. Η αγάπη όμως είναι η κορυφαία, ο συνδετικός κρίκος όλων των άλλων πράξεων! Εάν αυτή δεν υπάρχει, δεν μπορούν να γίνουν, κατά τεκμήριο, και οι άλλες πράξεις. Το μίσος όταν υπάρχει εκτοπίζει την αγάπη και όλα τα άλλα.
Πιστεύετε ότι η δύναμη της λογοτεχνίας μπορεί από μόνη της να αναδιαμορφώσει τον τρόπο με τον οποίο οι άνθρωποι βλέπουν τα βιβλία και την ανάγνωση; Ποια είναι η δική σας άποψη;
Χ.Κ.: Όχι, σκέτη η λογοτεχνία, χωρίς ηθικό υπόβαθρο, δεν μπορεί να διαμορφώσει τίποτα. Η λογοτεχνία διαμορφώνει συνειδήσεις και αναγνωστικό κοινό, εάν δεν αναμοχλεύει τα πάθη και τις κακές πρακτικές των ανθρώπων.

