Στην εφημερίδα «CorfuPress» φιλοξενούμε τον συγγραφέα κύριο Σταύρο Τάχο με αφορμή το βιβλίο «Όνειρα Γλυκά», που κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις iWrite και απευθύνεται στην εφηβική λογοτεχνία χωρίς να κλείνει την πόρτα στους ενήλικες.
Ένα ξωτικό, ο Γκάρι, ανοίγει μια πύλη προς τον Κόσμο των Ανθρώπων, φτάνει στο δωμάτιο ενός μικρού κοριτσιού και «γεύεται» τα όνειρά του, μόνο που αυτό που παίρνει μέσα του δεν είναι γλύκα, είναι τραυματικές εμπειρίες.
Κι από εκεί και μετά, ο κόσμος αλλάζει, οι φίλοι δεν καταλαβαίνουν, η μοναξιά θεριεύει, κι ένα σκοτεινό μονοπάτι εμφανίζεται σαν απαίτηση, όχι σαν περιπέτεια. Κι εκεί που δεν το περιμένεις η φράση «είμαι εδώ» απαλύνει τον πόνο και δείχνει πως κάποιος είναι εδώ για να σε ακούσει και να σε νοιαστεί.
Συνέντευξη στη δημοσιογράφο Νεκταρία Βαρσαμή Πουλτσίδη
Κύριε Τάχο, γιατί επιλέξατε τον δρόμο του παραμυθιού για να μιλήσετε για κάτι τόσο πραγματικό όπως το ψυχικό τραύμα; Τι σας επέτρεψε η αλληγορία που δεν θα σας το επέτρεπε μια ρεαλιστική ιστορία;
Σ.Τ.: Χαίρομαι πολύ για αυτή την ερώτηση. Το παραμύθι όπως και η μουσική, μας επιτρέπει να πούμε τα πιο σκληρά πράματα με τον πιο γλυκό τρόπο. Ενεργοποιεί αθέατες γωνιές της ψυχής μας όπου ζει ο πόνος και τον θεραπεύει μέσα από τη φαντασία. Είναι μία γλώσσα διαφορετική, μία επικοινωνία σε ένα επίπεδο μακριά από τις διαστάσεις του χώρου και του χρόνου. Το πιο σημαντικό όμως είναι ότι το παραμύθι μιλάει απευθείας στο παιδί που ζει μέσα μας, παρακάμπτοντας όλα τα φίλτρα που μπορεί να εισάγουμε στην ανάγνωση μιας ιστορίας ως ενήλικες. Σε αυτό το παιδί ήθελα να μιλήσω με το βιβλίο αυτό, να του πω πως δεν είναι μόνο.
Ο Γκάρι «γεύεται» όνειρα και, άθελά του, παίρνει μέσα του τον πόνο ενός παιδιού. Από πού γεννήθηκε αυτή η ιδέα και τι θέλατε να πείτε με αυτή την ανταλλαγή που μοιάζει σχεδόν άδικη;
Σ.Τ.: Δε θα το χαρακτήριζα ακριβώς ανταλλαγή: Το τραύμα, ο πόνος πήγαν εκεί που φωλιάζουν συνήθως: Στον παιδικό μας εαυτό, στον εαυτό μας που φωνάζει, ξεσπάει και βγαίνει έντονα προς τα έξω όταν αισθανόμαστε ότι δε μας ακούει κανείς. Βλέπετε, το βιβλίο κάνει μία σαφή διάκριση ανάμεσα στον παιδικό μας κόσμο όπου ζουν τα ξωτικά και στον Κόσμο των Ανθρώπων, όπου ζούμε ως ενήλικες. Ο Γκάρι και οι φίλοι του είναι ξωτικά που ήδη ζουν στο μυαλό του τραυματισμένου παιδιού, επομένως, αυτοί καλούνται να διαχειριστούν και τον πόνο του.
Οι φίλοι του δεν τον αναγνωρίζουν, δεν τον καταλαβαίνουν κι απομακρύνονται. Σας ενδιέφερε περισσότερο η εγκατάλειψη ή η αμηχανία των άλλων μπροστά σε κάτι που δεν ξέρουν να διαχειριστούν;
Σ.Τ.: Ναι, οι φίλοι του βλέπουν έναν Γκάρι που προσπαθεί ανεπιτυχώς να επεξεργαστεί το τραύμα που τον βυθίζει ολοένα και περισσότερο στην μελαγχολία και σιγά-σιγά τον εγκαταλείπουν. Το συγκεκριμένο σημείο αποτελεί μεγάλο πεδίο προβληματισμού για εμένα αρχικά ως προς το είδος της φιλίας και της κοινωνικότητας που έχουμε μάθει να αναπτύσσουμε: Ο σύγχρονος άνθρωπος έχει “χρήσιμες” φιλίες, δημιουργεί δηλαδή σχέσεις που τον εξυπηρετούν πρωτίστως στο να περνάει καλά, να διασκεδάζει. Σε αυτό το επίπεδο δυστυχώς δεν υπάρχει χώρος για να αναδυθούν δύσκολα συναισθήματα, να συζητηθούν θέματα που πονάνε, καθώς η κύρια επιδίωξη όλων είναι η διατήρηση μίας πλάνης, ενός θετικού κλίματος που δε συνδέεται κάπως με τον εσωτερικό μας κόσμο. Αυτή η αποσύνδεση που κάνουμε προκειμένου να γίνουμε αρεστοί στους άλλους μάς κάνει πολλές φορές να επιστρέφουμε στο σπίτι νιώθοντας ακόμα πιο κενοί και μόνοι.
Σε αυτό το πλαίσιο, όπου η “θετική ενέργεια” είναι κανονικότητα, τα άτομα που αντιμετωπίζουν το ψυχικό τραύμα σχεδόν πάντα εγκαταλείπονται. Ο κόσμος θα τους κρεμάσει διάφορες ταμπέλες: “ντροπαλός”, “εσωστρεφής”, “κομπλεξικός”, “προβληματικός” προκειμένου να διαχωριστεί από αυτούς και να μη δει ότι ο ψυχικός πόνος είναι κάτι κοινό, κάτι άρρηκτα συνδεδεμένο με την ανθρώπινή μας φύση. Τελικά όμως τι είναι πιο προβληματικό; Το γεγονός ότι κάποιος κουβαλάει ένα τραύμα ή το γεγονός ότι οι κοντινοί του άνθρωποι τον τοποθετούν στο περιθώριο χωρίς βοήθεια;
Το σκοτεινό μονοπάτι, τα τέρατα, οι μάγισσες. Όταν τα σχεδιάζατε, τα βλέπατε ως καθαρή φαντασία ή ως μορφές των «δαιμόνων» που κουβαλά ένας άνθρωπος όταν δεν μιλά;
Σ.Τ.: Ναι, στο μυαλό μου είχα τους δαίμονες που κουβαλάμε μέσα μας. Ο Γκάρι αντιμετωπίζει την Ματαιοδοξία και το Ναρκισσισμό, μέχρι να φτάσει στα άδυτα του μυαλού του που το εξουσιάζει ένας κατακερματισμένος εαυτός, ποτισμένος από τη θλίψη, την κακεντρέχεια και το μίσος. Πρόκειται για δοκιμασίες στις οποίες μας υποβάλλει το τραύμα όσο μεγαλώνει σαν παράσιτο μέσα στην ψυχή μας: Προσπαθούμε να κάνουμε υπεραναπλήρωση, να γεμίσουμε τα κενά μας με επιτυχίες, βραβεία, χρήματα, υπερπροβολή της εικόνας μας. Δημιουργούμε ψεύτικα προσωπεία που τελικώς διχοτομούν τον εαυτό μας και απομακρυνόμαστε από τον πυρήνα της ύπαρξής μας.
Η φιλία στο «Όνειρα Γλυκά», είναι δύναμη, αλλά δεν είναι δεδομένη. Τι σας ενδιαφέρει περισσότερο να δείξετε, την τρυφερότητα ή την ευθύνη που έρχεται όταν λες ότι είσαι φίλος με κάποιον;
Σ.Τ.: Πολύ σωστά το θέτετε, όπως συζητήσαμε και προηγουμένως, η φιλία είναι κυρίως ευθύνη ως προς τα άτομα που συναναστρεφόμαστε, αλλά και ως προς τον ίδιο μας τον εαυτό. Οι φίλοι του Γκάρι διαπιστώνουν ότι απομακρύνοντας τον φίλο τους, αφαιρούν και ένα κομμάτι του εαυτού τους, για αυτό και αποφασίζουν τελικά να κάνουν ένα επικίνδυνο και επώδυνο ταξίδι μέσα στον πόνο του. Η ευτυχία δεν είναι ένα ταξίδι ευδαιμονίας και άνεσης. Σώζοντας τον άλλο, σωζόμαστε και εμείς.
Υπάρχει χιούμορ μέσα σε μια ιστορία που μιλά για πόνο. Γιατί θέλατε να μπει το γέλιο, τι κάνει το γέλιο όταν όλα βαραίνουν και ο άνθρωπος αρχίζει να κλείνεται στον εαυτό του;
Σ.Τ.: Ήθελα να έχει χιούμορ και γέλιο η ιστορία και στην πρώτη της, ακατέργαστη εκδοχή που ήταν αποκλειστικά για ενήλικες, υπήρχαν περισσότερες χιουμοριστικές ατάκες που αργότερα, προτιμήθηκε να αφαιρεθούν προκειμένου να είναι το παραμύθι προσβάσιμο σε όλους. Με το χιούμορ επιδιώκω να αναδείξω πως όταν μιλάμε για δύσκολα ζητήματα, το γέλιο είναι κομμάτι της διαδικασίας. Η ύπαρξή μας είναι σημαντική και ελαφριά ταυτόχρονα.
Το εύρημα με το παραμύθι μέσα στο παραμύθι κρατά τον αναγνώστη σε εγρήγορση. Τι κερδίζετε αφηγηματικά με αυτό το δεύτερο επίπεδο και τι θέλατε να νιώσει ο αναγνώστης όταν το αντιλαμβάνεται;
Σ.Τ.: Το παραμύθι μέσα στο παραμύθι αναδεικνύει τους κοινούς κόσμους που μοιραζόμαστε και επιζούν ακόμα και όταν εμείς δεν είμαστε πια εδώ. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, η γιαγιά μπορεί να είχε φύγει καιρό τώρα, αλλά το παραμύθι, οι κόσμοι που είχανε πλάσει με την εγγονή της παρέμεναν ζωντανοί μέσα στο μυαλό του κοριτσιού. Ήταν το καταφύγιό της όταν όλη η ζωή έμοιαζε μελαγχολική και μάταιη. Με αυτό τον τρόπο επιχειρώ να δείξω πως οι πράξεις μας, ο χρόνος που αφιερώνουμε ο ένας στον άλλον είναι κάτι που επιζεί και μεταφέρεται από άνθρωπο σε άνθρωπο ακόμα και όταν εμείς είμαστε απόντες. Μέσα από αυτή την ενέργεια που εκπέμπουμε συνεχίζουμε να ζούμε και εμείς, μέσα από όσα προσφέρουμε απλόχερα.
Το «Όνειρα Γλυκά», απευθύνεται σε εφήβους, αλλά πολλοί ενήλικες θα βρουν μέσα του ένα δεύτερο νόημα. Εσείς όταν γράφατε, σκεφτόσασταν έναν αναγνώστη ή δύο ταυτόχρονα;
Σ.Τ.: Είναι αλήθεια ότι το “Όνειρα Γλυκά” απευθύνεται σε όλους: Ανεξαρτήτως ηλικίας, κάποιοι θα μείνουν στο γρήγορο και ενδεχομένως περίπλοκο ξετύλιγμα της ιστορίας, ενώ κάποιοι θα κατανοήσουν την αλληγορία του παραμυθιού σε πολλά επίπεδα. Για εμένα και τα δύο είναι σημαντικά. Όπως σας είπα, το βιβλίο απευθύνεται στο παιδί που ζει μέσα μας και επιδίωξή μου ήταν να γράψω μία νουβέλα που μπορεί να διαβαστεί ταυτόχρονα από άτομα διαφόρων ηλικιών ή από το ίδιο άτομο σε διαφορετικές φάσεις της ζωής του. Όπως συμβαίνει και με βιβλία όπως “Ό Μικρός Πρίγκιπας” ή το “Αγόρι, ο Τυφλοπόντικας, η Αλεπού και το Άλογο”, έχει μεγάλο ενδιαφέρον το να παρατηρείς τι κατανοούν διαφορετικοί άνθρωποι σε διαφορετικές ηλικίες, πόσα κομμάτια της αλληγορίας έχουν αποκωδικοποιήσει και πόσα επιπλέον νοήματα έχουν κατασκευάσει. Μου αρέσουν οι ιστορίες που δε δίνουν τα πάντα “έτοιμα” στον αναγνώστη, αλλά μας δίνουν το ερέθισμα να επεξεργαστούμε τα στοιχεία τους και να προβληματιστούμε. Κάπως έτσι και το “Όνειρα Γλυκά” δίνει τα συστατικά, αλλά όχι τη συνταγή. Υπάρχουν τελείες που πρέπει να συνδέσει ο αναγνώστης μόνος του για να φτιάξει την πλήρη εικόνα.
Ως εκπαιδευτικός Ειδικής Αγωγής έχετε δει από κοντά τι σημαίνει παιδί που δεν βρίσκει λέξεις. Τι από αυτή την εμπειρία πέρασε στο βιβλίο, όχι ως μάθημα, αλλά ως βλέμμα;
Σ.Τ.: Στην Ειδική Αγωγή, όντως, μπορεί κανείς να παρατηρήσει πόσο σημαντικό είναι για τον ψυχισμό ενός ατόμου το να μπορεί να εκφραστεί, να κατανοεί τα συναισθήματά του και να τα επικοινωνεί. Μπορείς να δεις πόσο σημαντική είναι για τα παιδιά η επαφή που έχουν με τους συμμαθητές τους και με τους καθηγητές τους. Είναι παιδιά που δύσκολα ξεχνάνε όσους νοιάστηκαν για αυτά και όσους τα φρόντισαν. Οι εκπαιδευτικοί της ειδικής αγωγής καλούνται να προσφέρουν σε μία ευαίσθητη κοινωνική ομάδα, και το βιβλίο αποτυπώνει το πώς υπάρχουμε μέσα από την προσφορά μας.
Η μουσική σας παιδεία παίζει ρόλο όταν γράφετε, ακούτε τη γλώσσα σαν παρτιτούρα;
Σ.Τ.: Η αλήθεια είναι ότι μου έχουν αναφέρει πολλοί ότι ο λόγος στο “Όνειρα Γλυκά” είναι έμμετρος και μουσικός. Ναι, πιστεύω στη μουσικότητα της γλώσσας. Οτιδήποτε επικοινωνούμε έχει μουσικότητα, και πάντα ο τρόπος με τον οποίο μιλάμε αποδίδει νόημα στις λέξεις μας. Με άλλα λόγια, το αν θα περάσει ή όχι το μήνυμα εξαρτάται πολύ από το μέσο με το οποίο το μεταδίδουμε. Το μέσο είναι και αυτό που αποδίδει το νόημα τις περισσότερες φορές. Μία πολύ σύντομη πρόταση μπορεί να εκφέρει το μήνυμα επιτακτικά σαν σύνθημα, ενώ μία πολύ μεγάλη μπορεί να κάνει τον εγκέφαλο να χαθεί μέσα στην πολυπλοκότητα των νοημάτων που πρέπει να επεξεργαστεί. Οπότε, ναι, η γλώσσα σαν μέσο είναι και παρτιτούρα: Υπάρχουν μέρη γρήγορα με πολύ συγκεκριμένα νοήματα (θέματα), υπάρχουν μέρη λυρικά και ατμοσφαιρικά, υπάρχουν μέρη “χορευτικά” και “παιγνιώδη”.
Αυτό είναι το πρώτο σας λογοτεχνικό εγχείρημα. Τι σας τρόμαξε περισσότερο στη διαδικασία, το να εκτεθείτε ή το να μην καταφέρετε να είστε ειλικρινής όσο θέλατε;
Σ.Τ.: Και τα δύο. Ένα συγγραφικό έργο έχει κάτι από τον εαυτό σου που θέλεις να το επικοινωνήσεις στον κόσμο. Η καλλιτεχνική διαδικασία προϋποθέτει να βρίσκουμε το σημείο ισορροπίας ανάμεσα στην έκθεση του προσωπικού μας κόσμου και στην επικοινωνία στο επίπεδο της φαντασίας. Η ειλικρίνεια είναι πάντα κάτι που επιτρέπει τους αναγνώστες να ταυτιστούν με τον συγγραφέα, αλλά ο τρόπος με τον οποίο αποδίδονται οι αλήθειες πρέπει να είναι ευρηματικός έτσι ώστε η ταύτιση να συμβαίνει ασυνείδητα.
Αν ένας έφηβος κλείσει το βιβλίο και μείνει με μία μόνο αίσθηση, όχι με σκηνή, όχι με μήνυμα, ποια θα θέλατε να είναι αυτή η αίσθηση;
Σ.Τ.: Θα ήθελα να σκεφτεί τους κοντινούς του ανθρώπους, την οικογένειά του, τους φίλους του. Υπάρχει περίπτωση κάποιος να έχει απομονωθεί και να αντιμετωπίζει ολομόναχος τους δαίμονές του; Εάν πάλι ο έφηβος υποφέρει ο ίδιος από κάποιο ψυχικό τραύμα, θα ήθελα το βιβλίο αυτό να του δώσει ένα μήνυμα ελπίδας ότι δεν είναι μόνος και ότι υπάρχουν άνθρωποι εκεί έξω που αναζητούν πραγματική επικοινωνία και επαφή.
Πιστεύετε ότι η δύναμη της λογοτεχνίας μπορεί από μόνη της να αναδιαμορφώσει τον τρόπο με τον οποίο οι άνθρωποι βλέπουν τα βιβλία και την ανάγνωση; Ποια είναι η δική σας άποψη;
Σ.Τ.: Σε μικρότερη ηλικία θα είχα απαντήσει σίγουρα ναι. Όμως τόσο από τη μικρή εμπειρία που έχω πλέον στο χώρο της συγγραφής όσο και από την εμπειρία μου στο χώρο της μουσικής, είμαι σίγουρος πως όχι. Οι τέχνες έχουν γενικά αυτό που ονομάζουμε “μεταμορφωτική ιδιότητα”: Είναι ικανές να μας φέρουν στη θέση του συνανθρώπου μας, μας βοηθούν να κατανοήσουμε τον κόσμο από μία διαφορετική οπτική. Δυστυχώς όμως για να συμβεί αυτό, απαραίτητη προϋπόθεση είναι να τις κατανοούμε, και η σύγχρονη κοινωνία δε δίνει πολλά περιθώρια για αυτό. Όταν όλα μετριούνται με το κέρδος και οι τέχνες περνούν μέσα από τα φίλτρα των κοινωνικών δικτύων όπου το μέγιστο όριο προσοχής είναι λίγα δευτερόλεπτα, είναι φυσιολογικό μέσα στα χρόνια ο κόσμος να ονομάζει “ποιοτική τέχνη” αυτό που του κερδίζει την προσοχή αστραπιαία. Δυστυχώς όμως η τέχνη προϋποθέτει πάντα μία σύμβαση, μία συμφωνία ανάμεσα σε δημιουργό και θεατή, ότι ο ένας θα έχει την προσοχή και το σεβασμό του άλλου μέχρι τέλους. Αυτό πλέον έχει πάψει να υπάρχει, ο άνθρωποι μπορούν να συγκεντρωθούν σε ένα συγκεκριμένο αντικείμενο για πολύ λιγότερη ώρα, ο αποδέκτης της τέχνης (αναγνώστης, ακροατής, θεατής) δεν έχει καμία ευθύνη, με συνέπεια να υπερπροβάλλονται έργα που δεν προϋποθέτουν προβληματισμό και κατανόηση. Έργα-φωτοβολίδες λίγων δευτερολέπτων που θα μείνουν στο μυαλό μας για 2-3 βδομάδες το πολύ μέχρι να έρθει μία καινούρια φωτοβολίδα. Όμως μπορεί πραγματικά να μας μεταμορφώσει ένα έργο που δεν απαιτεί τη συγκέντρωση, την προσοχή και τον προβληματισμό μας;

