Στην εφημερίδα «CorfuPress» φιλοξενούμε τον συγγραφέα κύριο Λάμπρο Κόκκινο με αφορμή το παιδικό βιβλίο του «Το κόλπο της Αλεπούς», που κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις iWrite. Σε ένα δάσος όπου η αλεπού κερδίζει με ιστορίες που μοιάζουν αληθινές, μια μαϊμού αποφασίζει να της δείξει ότι η εξυπνάδα χωρίς ενσυναίσθηση είναι απλώς ένας άλλος τρόπος να πληγώνεις. Ο συγγραφέας μιλά για το πώς μια ανάλαφρη ιστορία μπορεί να κουβαλά ουσιαστικές αξίες, χωρίς να κουνά το δάχτυλο
Συνέντευξη στη δημοσιογράφο Νεκταρία Βαρσαμή-Πουλτσίδη
Κύριε Κόκκινε, η αλεπού σας δεν είναι απλώς «πονηρή» είναι ένας χαρακτήρας που ξέρει να χειρίζεται τα λόγια, να φτιάχνει μια πειστική αφήγηση και να την χρησιμοποιεί για να παίρνει αυτό που θέλει. Πόσο συνειδητά θελήσατε να μιλήσετε στα παιδιά για το ότι το ψέμα δεν είναι μόνο μια «ανακρίβεια», αλλά μπορεί να γίνει και εργαλείο εξουσίας πάνω στους άλλους
Λ Κ: Κακά τα ψέματα, καθημερινά ζούμε ή και δημιουργούμε εμείς οι ίδιοι τέτοια περιβάλλοντα, όπου το ψέμα δεν είναι το άλφα και το ωμέγα, αλλά αποτελεί ένα πολύ μεγάλο κομμάτι της καθημερινότητάς μας.
Μια «αλεπού» υπάρχει μέσα σε όλους μας. Με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, οι περισσότεροι λειτουργούμε ως κυνηγοί του εύκολου και του γρήγορου, συχνά του νοσηρά εκμεταλλευτικού. Άλλες φορές το κάνουμε χωρίς να το καταλαβαίνουμε και άλλες φορές πολύ συνειδητά. Ο ρόλος της αλεπούς στο παραμύθι είναι κάτι από το οποίο δεν μπορώ να βγάλω τον εαυτό μου απ’ έξω. Το κάνουμε όλοι, λίγο ή πολύ. Ίσως αυτοί που δεν το κάνουν να είναι ελάχιστοι.
Σε ένα σημείο της συγγραφής έγινε απόλυτα συνειδητό. Ήθελα η αλεπού να είναι ένας χαρακτήρας που κάθεται, σκέφτεται και κατασκευάζει «πραγματικότητες» που δεν υπάρχουν, μόνο και μόνο για να πείσει τους άλλους να κάνουν τη δύσκολη δουλειά για εκείνη. Να της φέρνουν τον καρπό, το «έπαθλο», έτοιμο ώστε η ίδια να απολαμβάνει το αποτέλεσμα με τον ελάχιστο δυνατό κόπο. Ο μόνος της κόπος είναι ο πνευματικός: να σκαρφίζεται το επόμενο κόλπο.
Και αν το καλοσκεφτούμε, αυτό συμβαίνει παντού γύρω μας. Από το marketing μέχρι το πώς καταναλώνουμε, υπάρχει πάντα μια «αλεπού» που επηρεάζει, πείθει και κατευθύνει. Είμαστε ταυτόχρονα και θύτες και θύματα μέσα σε αυτό το σύστημα. Σήμερα μάλιστα, αυτό που αποκαλούμε “gaslighting” είναι σχεδόν δεδομένο στην καθημερινότητα.
Σε πολλά παιδικά βιβλία ο «έξυπνος» είναι αυτομάτως και ο «καλός». Εδώ, όμως, δείχνετε ότι η εξυπνάδα χωρίς αξίες οδηγεί σε αδικία και μοναξιά. Πώς δουλέψατε αυτή τη διάκριση, ώστε το παιδί να καταλαβαίνει ότι άλλο «σκέφτομαι γρήγορα» κι άλλο «εκμεταλλεύομαι τους άλλους»
Λ Κ: Ξεκάθαρα, για εμένα ο έξυπνος δεν είναι αυτόματα και ο καλός. Αυτή η λογική που συναντάμε συχνά σε παλαιότερα παραμύθια, όπου εξιδανικεύονται τα πάντα και παρουσιάζεται ότι ο «αδύναμος» με την εξυπνάδα του νικά τον «δυνατό», δεν με βρίσκει πάντα σύμφωνο.
Πιστεύω ότι η εξυπνάδα είναι ένα εργαλείο, ένα όπλο. Το θέμα είναι πώς το χρησιμοποιείς. Και τις περισσότερες φορές, η εξυπνάδα δεν θα έπρεπε να ταυτίζεται με την πονηριά. Η πονηριά είναι κάτι διαφορετικό· εμπεριέχει δόλο, πρόθεση εκμετάλλευσης.
Στο παραμύθι, η αλεπού πράγματι είναι έξυπνη. Χρειάζεται εξυπνάδα για να στήσει όλο αυτό που κάνει. Όμως αυτό που την χαρακτηρίζει ουσιαστικά είναι ο δόλος: το να επιλέγει να σκεφτεί ένα σχέδιο ώστε να εκμεταλλευτεί τους άλλους, αντί να προσπαθήσει η ίδια.
Αν θέλουμε να το δούμε με όρους πιο «κλασικού» παραμυθιού, ο πραγματικά έξυπνος και καλός χαρακτήρας είναι τελικά η μαϊμού. Είναι εκείνη που αντιλαμβάνεται τι συμβαίνει και αποφασίζει να το σταματήσει.
Η αλεπού, από την άλλη, δεν είναι απαραίτητα το «κακό» της ιστορίας. Είναι περισσότερο ένας χαρακτήρας που χρειάζεται να πάρει ένα μάθημα. Και αυτή είναι, στην ουσία, η βάση του παραμυθιού.
Η μαϊμού εμφανίζεται ως αντίβαρο όχι με τιμωρία, αλλά με μια κίνηση που επιστρέφει στην αλεπού το ίδιο της το τέχνασμα. Τι θέλατε να πείτε για τα όρια και τη δικαιοσύνη μέσα σε μια κοινότητα; Ότι υπάρχουν συνέπειες, ή ότι υπάρχει τρόπος να διορθώνεις χωρίς να συντρίβεις
Λ Κ:Ακριβώς. Έρχεται η μαϊμού ως ένας πιο συνειδητοποιημένος ρόλος μέσα στο «δάσος», όπου μπορούμε εύκολα να το δούμε ως την κοινωνία μας. Είναι εκείνη που αντιλαμβάνεται ότι υπάρχει μια εκμεταλλευτική σχέση: από τη μία η αλεπού, και από την άλλη πιο άβουλα όντα, όπως ο λύκος ή ο σκίουρος, που πιστεύουν ό,τι τους λέει.
Η μαϊμού, ως ζώο που παραδοσιακά συνδέεται και με μεγαλύτερη νοημοσύνη, έρχεται και λέει: «Κάτι δεν πάει καλά εδώ, και πρέπει να το σταματήσω».
Όμως, επειδή μιλάμε για ένα παιδικό παραμύθι, το ζητούμενο δεν είναι να τιμωρηθεί ή να «καταδικαστεί» η αλεπού. Γιατί, όπως είπα και πριν, όλοι λίγο-πολύ έχουμε κάτι από την αλεπού μέσα μας.
Έτσι, η μαϊμού επιλέγει έναν διαφορετικό δρόμο: βάζει όρια, αποκαλύπτει το τέχνασμα, αλλά ταυτόχρονα βρίσκει έναν τρόπο να επαναφέρει την αλεπού μέσα στο σύνολο. Σε μια κοινότητα από την οποία είχε αποκοπεί και την οποία μέχρι τότε απλώς εκμεταλλευόταν.
Με έναν πιο ευγενικό τρόπο, της δείχνει ότι «κατάλαβα τι κάνεις, αλλά σε θέλω μαζί μας». Γιατί τελικά είναι προτιμότερο να εντάξεις κάποιον ξανά σε μια ομάδα, να του δώσεις μια δεύτερη ευκαιρία, παρά να τον περιθωριοποιήσεις.
Και αυτό είναι και το μήνυμα που είναι θεμιτό να μένει στο τέλος: ότι η δικαιοσύνη δεν σημαίνει απαραίτητα τιμωρία, αλλά μπορεί να σημαίνει διόρθωση και επανασύνδεση. Ένα τέλος που αφήνει τον αναγνώστη με ένα αίσθημα ισορροπίας και ελπίδας.
Η ιστορία σας καταλήγει σε συμφιλίωση, σε μοίρασμα, σε μια δεύτερη ευκαιρία. Γιατί επιλέξατε τη συγχώρεση ως τελικό μήνυμα; Και τι θεωρείτε ότι πρέπει να προηγείται για να έχει νόημα η συγχώρεση, μια καθαρή παραδοχή, μια αλλαγή συμπεριφοράς, ή μια πράξη επανόρθωσης
Λ Κ: Νομίζω πως για να έχει νόημα η συγχώρεση, πρέπει πρώτα να υπάρχει μια καθαρή παραδοχή του λάθους και μια ουσιαστική συνειδητοποίηση. Αυτό φαίνεται και μέσα από τη στάση της αλεπούς στο τέλος. Δεν είναι απλώς ότι «πιάνεται», αλλά ότι καταλαβαίνει πραγματικά πως αυτό που έκανε δεν ήταν σωστό.
Εκεί έρχεται και το πιο σημαντικό μήνυμα: «Σας ευχαριστώ που με βοηθήσατε να καταλάβω πώς μπορώ να είμαι μέρος ενός συνόλου, μιας κοινωνίας, χωρίς να την εκμεταλλεύομαι».
Αυτό βοηθάει πολύ τα παιδιά να κατανοήσουν ότι όλοι αξίζουμε μια δεύτερη ευκαιρία. Γι’ αυτό και η μαϊμού δεν επιλέγει έναν τιμωρητικό ή απορριπτικό δρόμο, αλλά έναν δρόμο συμφιλίωσης.
Το ζητούμενο είναι να φτάσουμε στο μοίρασμα. Να καταλάβουμε ότι μπορούμε να συνυπάρχουμε, να συνεργαζόμαστε και να επικοινωνούμε. Όχι να παίρνει ο ένας από τον άλλον, αλλά να υπάρχει διάλογος: «Χρειάζομαι βοήθεια», «Μπορώ να σε βοηθήσω», «Σήμερα για σένα, αύριο για μένα».
Η εικόνα στο τέλος, όπου όλα τα ζώα κάθονται μαζί και μοιράζονται το φαγητό, είναι ουσιαστικά η κοινωνία που θα ήθελα να δούμε: μια κοινωνία συνεργασίας, όχι εκμετάλλευσης. Δεν χρειάζεται να «πατήσουμε επί πτωμάτων» για να πετύχουμε κάτι. Μπορούμε να απευθυνθούμε στους άλλους, να ζητήσουμε, να προσφέρουμε.
Και ίσως το πιο σημαντικό: όταν κάποιος κάνει λάθος, αντί να τον περιθωριοποιούμε, να τον πλησιάζουμε. Να του δίνουμε χώρο, προσοχή και τη δυνατότητα να ξαναβρεί τη θέση του. Γιατί πολλές φορές πίσω από τέτοιες συμπεριφορές κρύβεται μια ανάγκη να νιώσει ότι ανήκει κάπου.
Και αυτό είναι τελικά το μεγαλύτερο μάθημα: ότι κανείς δεν χρειάζεται να είναι μόνος του.
Το βιβλίο αφήνει χώρο να μιλήσουμε με τα παιδιά για ειλικρίνεια, καλοσύνη και ενσυναίσθηση χωρίς διδακτισμό. Αν είχατε απέναντί σας μια τάξη ή μια οικογένεια που μόλις το τελείωσε, ποια συζήτηση θα θέλατε να ανοίξει πρώτα και γιατί αυτή είναι η πιο ουσιαστική για την παιδική ηλικία
Λ Κ: Αυτό που βλέπω όλο και πιο συχνά γύρω μου, είναι μια έντονη διεκδικητικότητα και ένας ατομικισμός που περνάει παντού. Η πίεση να πετύχουμε μόνοι μας, να τα κάνουμε όλα σωστά, να είμαστε «τέλειοι» σε όλα, μέσα σε αυτούς τους φρενήρεις ρυθμούς της καθημερινότητας, είναι κάτι που πραγματικά με κουράζει. Και φυσικά αυτό μεταφέρεται και στα παιδιά.
Το παραμύθι δείχνει μια ιδανική εκδοχή: κάποιος κάνει κάτι λάθος, κάποιος άλλος το καταλαβαίνει και τον βοηθά να επιστρέψει στο σύνολο. Όμως στην πραγματικότητα, αυτό δεν συμβαίνει συχνά. Η κοινωνία μας πολλές φορές «πέφτει να σε φάει» στο παραμικρό. Ένας χαρακτήρας σαν την αλεπού, που στην ουσία υπάρχει σε όλους μας, θα περιθωριοποιούνταν πολύ εύκολα.
Αυτό που θα ήθελα να ανοίξει ως συζήτηση είναι ακριβώς αυτό το χάσμα ανάμεσα στο ιδανικό και στο πραγματικό.
Για μένα, υπάρχουν δύο βασικοί άξονες στο παραμύθι. Ο πρώτος είναι ότι η «αλεπού» δεν είναι κάποιος ξένος, είναι γύρω μας, και εν δυνάμει μέσα μας. Αυτό από μόνο του δεν είναι απαραίτητα κακό. Κακό είναι να αφήνουμε αυτό το μοτίβο να συνεχίζεται, χωρίς να προσπαθούμε να βοηθήσουμε κάποιον να βγει από αυτό.
Ο δεύτερος άξονας είναι η στάση μας απέναντι σε αυτή τη συμπεριφορά. Συνήθως κινούμαστε σε ένα δίπολο: είτε δείχνουμε με το δάχτυλο και απομακρυνόμαστε, είτε γινόμαστε θύματα. Πολύ σπάνια προσπαθούμε να καταλάβουμε γιατί συμβαίνει αυτή η συμπεριφορά και να βοηθήσουμε πραγματικά.
Εγώ πιστεύω ότι υπάρχει μια μέση οδός. Να μπορούμε να βάζουμε όρια, αλλά ταυτόχρονα να τραβάμε τον άλλον πίσω στο σύνολο. Να τον βοηθάμε να καταλάβει ότι αυτό που κάνει δεν είναι σωστό, χωρίς να τον απορρίπτουμε.
Γιατί πολλές φορές πίσω από αυτή τη στάση έχει «νεκρώσει» κάτι πολύ βασικό και πολύ γλυκό μέσα του. Και αν καταφέρουμε να το ξαναζωντανέψουμε, τότε ίσως δεν θα χρειάζεται να λειτουργεί έτσι για να νιώσει πληρότητα.
Πιστεύετε ότι η δύναμη της λογοτεχνίας μπορεί από μόνη της να αναδιαμορφώσει τον τρόπο με τον οποίο οι άνθρωποι βλέπουν τα βιβλία και την ανάγνωση; Ποια είναι η δική σας άποψη;
Λ Κ: Σίγουρα η λογοτεχνία είναι ένα πολύ ισχυρό εργαλείο. Μέσα από την ποίηση, τα δοκίμια, τα μυθιστορήματα, η ενασχόληση με τον γραπτό λόγο ανοίγει το μυαλό και βοηθά τους ανθρώπους να κατανοήσουν αξίες, ιδέες και διαφορετικές οπτικές. Αυτό το έχουμε δει να συμβαίνει μέσα από το έργο σπουδαίων συγγραφέων όλα αυτά τα χρόνια.
Μπορεί να συμβάλει στο να αναδιαμορφωθούν αντιλήψεις, ακόμη και λανθασμένες. Δεν μπορεί, βέβαια, να κάνει θαύματα. Υπάρχουν άνθρωποι με βαθιά τραύματα ή πολύ συγκεκριμένες εμπειρίες ζωής που ίσως δεν επηρεαστούν στον ίδιο βαθμό.
Ωστόσο, σε γενικές γραμμές, η λογοτεχνία ως μορφή τέχνης έχει τη δύναμη να ανοίγει ορίζοντες. Μπορεί να λειτουργήσει απελευθερωτικά. Σε άλλες περιπτώσεις βέβαια, μπορεί και να χρησιμοποιηθεί με τρόπο που περιορίζει τη σκέψη.
Εγώ επιλέγω να σταθώ στη θετική της πλευρά: στα παραδείγματα που δίνει, στους κόσμους που δημιουργεί και στις δυνατότητες που προσφέρει στον αναγνώστη να δει τον εαυτό του και τους άλλους αλλιώς.
Ιδιαίτερα όταν αυτή η επαφή ξεκινά από μικρή ηλικία, τα παιδιά μαθαίνουν να «κατοικούν» μέσα σε ιστορίες, να κατανοούν χαρακτήρες και να μεταφέρουν αυτές τις εμπειρίες στην καθημερινότητά τους. Αυτό μπορεί να τα βοηθήσει είτε να ενισχύσουν μια θετική στάση ζωής είτε να δουν μια διαφορετική οπτική από αυτή που είχαν μέχρι τότε.
Γι’ αυτό και πιστεύω ότι η λογοτεχνία είναι ένα εργαλείο που αξίζει να τιμούμε και να καλλιεργούμε με κάθε ευκαιρία.

