Ένα αστυνομικό μυθιστόρημα όπου η Κέρκυρα του Πάσχα φωτίζεται όσο πρέπει για να φανεί καλύτερα το σκοτάδι.
Στην εφημερίδα «CorfuPress» φιλοξενούμε τη δημοσιογράφο κυρία Γιώτα Κοντογεωργοπούλου με αφορμή το βιβλίο «Τάματα», που κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Bell.
Η συγγραφέας, γεννημένη και μεγαλωμένη στην Πάτρα, με σπουδές στην Ιστορία-Αρχαιολογία και στη δημοσιογραφία, έχει πίσω της μια διαδρομή που φαίνεται να έχει τροφοδοτήσει ουσιαστικά τη γραφή της. Έχοντας δουλέψει σε εφημερίδες, ραδιόφωνο, τηλεόραση, ηλεκτρονικά μέσα και στον χώρο της πολιτικής επικοινωνίας, έχει μάθει να χειρίζεται την πληροφορία με ακρίβεια, αλλά και να ακούει το υπόγειο βάρος των ανθρώπινων ιστοριών. Παράλληλα, η ενασχόλησή της με θεατρικά και μουσικά κείμενα εξηγεί ίσως γιατί στα βιβλία της η ατμόσφαιρα δεν στέκεται στο φόντο. Αναπνέει.
Στα «Τάματα» αυτό γίνεται ακόμη πιο φανερό. Η Κέρκυρα δεν είναι τουριστική καρτ ποστάλ αλλά τόπος διφορούμενος, φωτεινός και παραπλανητικός. Το έγκλημα δεν λειτουργεί σαν ρήγμα που αναγκάζει τους πάντες να φανερώσουν ό,τι θα προτιμούσαν να μείνει θαμμένο. Κι εκεί ακριβώς βρίσκεται η δύναμη του βιβλίου, στο ότι πίσω από την πλοκή υπάρχει ένα βαθύτερο ερώτημα, τι χρωστά ο άνθρωπος στη μνήμη του και τι κάνει όταν αυτή αρχίζει να του επιστρέφει αλλοιωμένη.
Συνέντευξη στη Νεκταρία Βαρσαμή Πουλτσίδη
Κυρία Κοντογεωργοπούλου, ο τίτλος «Τάματα» φέρει από μόνος του πίστη, φόβο, χρέος, συμφωνία, σχεδόν ένα αόρατο πάρε-δώσε με το σκοτάδι και το φως. Τι ήταν αυτό που σας τράβηξε τόσο σε αυτή τη λέξη ώστε να γίνει ο πυρήνας όλου του βιβλίου;
Γ.Κ.: Αυτή τη λέξη, τον τίτλο δηλαδή, την επέλεξε ο εκδότης μου, ο Χάρης Νικολακάκης. Βέβαια αυτό δεν συνέβη καθόλου τυχαία. Τα τάματα, είτε ως μέρος της πλοκής, μιας και έχουμε κέρινα τάματα στην υπόθεση, είτε ως μια λέξη που φέρει το φορτίο της ελπίδας, της ευχής, του δέους και του χρέους, όπως σωστά αναφέρετε, είναι καθοριστικός άξονας του βιβλίου. Νομίζω συνοψίζει όλο το πνεύμα του, καθώς στα «Τάματα» μιλάω για τις ανθρώπινες διαδρομές από το σκοτάδι στο φως και από την συντριβή στη λύτρωση. Οπότε ευχαριστώ πολύ τον κ. Νικολακάκη που κατάφερε να χωρέσει το βιβλίο με μια λέξη και να βγάλει και εμένα από το δίλημμα του αναποφάσιστου. Σχεδόν όλοι όσοι διάβασαν το βιβλίο, μου είπαν «είχε δίκιο τελικά ο εκδότης».
Διαλέγετε την Κέρκυρα το Μεγάλο Σάββατο, σε μια στιγμή όπου το πένθος και η Ανάσταση βαδίζουν σχεδόν μαζί. Γιατί θέλατε το έγκλημα να γεννηθεί ακριβώς μέσα σε αυτή τη συνύπαρξη θλίψης και γιορτής;
Γ.Κ.: Γατί αποτυπώνει το «κύμα» της ζωής. Τη μετάβαση από τη λύπη στην χαρά. Η Κέρκυρα το πρωινό του Μεγάλου Σαββάτου, «συνοψίζει» μέσα σε ελάχιστες ώρες, με διαφορά σχεδόν μιας καμπάνας, την περιπέτεια της ανθρώπινης ύπαρξης. Και το κάνει αυτό με έναν τρόπο γλυκό, ήρεμο, αβίαστο, επιτυγχάνοντας κάτι σπάνιο: να δονείται μέσα σου, χωρίς έλεγχο, η συγκίνηση για τον άνθρωπο κα τα πάθη του.
Έχοντας πίσω σας σπουδές στην Ιστορία και στην Αρχαιολογία, αλλά και χρόνια στη δημοσιογραφία, νιώθω πως στα «Τάματα» συναντιούνται και η έρευνα και το ένστικτο. Όταν γράφετε ένα crime μυθιστόρημα, σας οδηγεί περισσότερο η ανάγκη να βρείτε την αλήθεια ή η περιέργεια να δείτε πώς την παραμορφώνουν οι άνθρωποι;
Γ.Κ.: Η αλήθεια είναι σίγουρα μια υποκειμενική κατάσταση, αλλά πιστεύω ότι ποτέ ξανά η κοινή συνισταμένη της αλήθειας του καθενός, δεν είχε πληγεί τόσο, όσο στις μέρες μας, όπου έχουμε πλήρη σύγχυση και παραμόρφωση της πραγματικότητας και της κοινά αποδεκτής αλήθειας. Στα «Τάματα» φωτίζω ιδιαίτερα αυτή τη διάσταση, το πώς δηλαδή το ίδιο γεγονός μπορεί να προσεγγιστεί με δεκάδες διαφορετικές «αλήθειες» κα πώς μπορεί ένα τραύμα να οδηγήσει σε πλήρη παραμόρφωση του γεγονότος. Την ίδια παραμόρφωση διερευνώ στο βιβλίο και σε σχέση με τα social media. Τώρα, ως προς το πρώτο σκέλος της ερώτησης, σίγουρα κατευθύνομαι από το ένστικτο, αλλά νομίζω ότι τίποτε, ούτε αυτό, δεν μπορεί να λειτουργήσει, χωρίς έρευνα. Πρέπει πάντα να ξέρουμε γιατί μιλάμε.
Στο βιβλίο η μνήμη, είναι τραυματισμένη, επιλεκτική, ύπουλη. Σας ενδιαφέρει τελικά περισσότερο το τι συνέβη ή το πώς ο καθένας κουβαλά μέσα του το αποτύπωμα αυτού που συνέβη;
Γ.Κ.: Σαφέστατα το δεύτερο. Ο τρόπος με τον οποίο «γράφουn» μέσα μας τα βιώματά μας, ιδίως τα παιδικά και τα εφηβικά, είναι νομίζω αυτός που καθορίζει αυτό που θυμόμαστε και τον τρόπο με τον οποίο το θυμόμαστε. Μπορεί πέντε διαφορετικοί άνθρωποι να σου περιγράψουν με πέντε εντελώς διαφορετικούς τρόπους την ανάμνηση της ίδιας στιγμής. Να τη ζωγραφίζουν με άλλο χρώμα, να την ντύνουν με άλλους ήχους…
Το βουητό των μελισσών, το κέρινο τάμα, το εγκαταλελειμμένο χωριό, το αλλόκοτο κορίτσι. Όλα μοιάζουν να χτίζουν έναν κόσμο που λειτουργεί σχεδόν οργανικά, σαν κλειστό σύστημα. Πώς δουλέψατε αυτά τα μοτίβα ώστε να μην είναι διακοσμητικά, αλλά φορείς της ίδιας της αγωνίας;
Γ.Κ.: Αυτά τα μοτίβα δεν λειτουργούν διακοσμητικά, γιατί επανέρχονται και συνδέονται μεταξύ τους δημιουργώντας ένα κλειστό, σχεδόν ασφυκτικό σύστημα. Το βουητό των μελισσών, για παράδειγμα, μεταφέρει μια συνεχή, υπόγεια ένταση, σαν κάτι που δεν σταματά ποτέ και δεν σε αφήνει σε ησυχία. Αντίστοιχα, το κερί και το τάμα παραπέμπουν σε κάτι εύθραυστο αλλά και τελετουργικό, σαν μια ανάγκη για λύτρωση που όμως δεν ολοκληρώνεται.
Το εγκαταλελειμμένο χωριό και το αλλόκοτο κορίτσι εντάσσονται στον ίδιο κόσμο: δεν είναι απλώς «σκηνικό» ή «χαρακτήρας», αλλά εκφράζουν την απομόνωση, το ανοίκειο και μια αίσθηση ότι κάτι δεν πάει καλά κάτω από την επιφάνεια. Επειδή όλα αυτά επανέρχονται και «μιλάνε» μεταξύ τους, δημιουργούν μια οργανική ενότητα όπου το κάθε στοιχείο ενισχύει την αγωνία. Έτσι, η αγωνία δεν προκύπτει μόνο από την πλοκή, αλλά από την ίδια την ατμόσφαιρα που χτίζουν αυτά τα μοτίβα, σαν να βρίσκονται οι ήρωες (και ο αναγνώστης) μέσα σε ένα κλειστό σύστημα που δεν αφήνει εύκολη διέξοδο.
Έχετε γράψει και για το θέατρο, έχετε δουλέψει με λόγο που πρέπει να είναι πυκνός, ακριβής και ζωντανός. Πόσο επηρέασε αυτή η διαδρομή τον ρυθμό των «Ταμάτων» και τη χρήση των πολλών προσώπων, που μπαίνουν στη σκηνή σαν να κουβαλούν ο καθένας τον δικό του μυστικό σταυρό;
Γ.Κ.: Νομίζω ότι ο ρυθμός με τον οποίο γράφω στα μυθιστορήματα, είναι κινηματογραφικός και όχι θεατρικός. Και η δομή ακόμη, τα πολύ μικρά κεφάλαια σε συνδυασμό με την εναλλαγή των προσώπων, δημιουργεί αυτή την αίσθηση, της «οθόνης». Δεν ξέρω πώς ΄προέκυψε αυτό, ειλικρινά, αλλά είναι ο μόνος τρόπος με τον οποίο μπορώ να γράψω μυθιστόρημα. Το θέατρο νομίζω ότι με βοήθησε στο να ψυχογραφώ τα πρόσωπα, να τα συστήνω στον αναγνώστη κοιτάζοντας μέσα τους. Κοιτάζοντας όχι το τόσο το τι κάνουν όσο το γιατί το κάνουν.
Πιστεύετε ότι η δύναμη της λογοτεχνίας μπορεί από μόνη της να αναδιαμορφώσει τον τρόπο με τον οποίο οι άνθρωποι βλέπουν τα βιβλία και την ανάγνωση; Ποια είναι η δική σας άποψη;
Γ.Κ.: Πιστεύω ότι η λογοτεχνία έχει τη δύναμη να επηρεάσει βαθιά τον τρόπο με τον οποίο οι άνθρωποι βλέπουν τα βιβλία και την ανάγνωση, αλλά δύσκολα μπορεί να το πετύχει εντελώς από μόνη της. Ένα δυνατό έργο μπορεί να αλλάξει την εμπειρία του αναγνώστη, να τον κάνει να δει τον κόσμο διαφορετικά ή να ανακαλύψει μια νέα σχέση με το διάβασμα. Δηλαδή, η ίδια η λογοτεχνία μπορεί να λειτουργήσει ως αφετηρία αλλαγής. Ωστόσο, ο τρόπος που οι άνθρωποι προσεγγίζουν τα βιβλία επηρεάζεται και από άλλους παράγοντες, όπως η εκπαίδευση, το περιβάλλον και τα μέσα της εποχής. Συνεπώς, η δύναμη της λογοτεχνίας είναι μεγάλη, αλλά λειτουργεί πιο αποτελεσματικά όταν συνδυάζεται με ένα περιβάλλον που ενθαρρύνει την ανάγνωση και δεν την κάνει να μοιάζει ως «υποχρέωση».

