Στο «CorfuPress» φιλοξενούμε τη συγγραφέα κυρία Ελένη Λετώνη με αφορμή το βιβλίο «Του Όθωνα τα χρόνια», που κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Παπαδόπουλος. Ένα βιβλίο που πιάνει την πιο εύθραυστη αρχή του νεότερου ελληνικού κράτους και την αφηγείται χωρίς έπαρση, με ρυθμό, καθαρή σκέψη και σεβασμό στην πολυπλοκότητα μιας εποχής όπου τίποτα δεν ήταν δεδομένο, ούτε οι θεσμοί, ούτε οι ισορροπίες, ούτε οι άνθρωποι.
Συνέντευξη στη δημοσιογράφο Νεκταρία Βαρσαμή-Πουλτσίδη
Κυρία Λετώνη, στο «Του Όθωνα τα χρόνια» ξεκινάτε από την ανάγκη να «πιάσετε το νήμα» του ελληνικού κράτους από την αρχή. Ποια είναι, κατά τη γνώμη σας, η πιο παρεξηγημένη αλήθεια αυτής της περιόδου που θέλατε οπωσδήποτε να αποκαταστήσετε;
Ε. Λ.: Μιας και είπαμε να πιάσουμε το νήμα από την αρχή νομίζω ότι αυτό που είναι οπωσδήποτε απαραίτητο να διευκρινιστεί και να τονιστεί όσες φορές κι αν χρειαστεί μέχρι να το κατανοήσουμε είναι ότι η άφιξη ενός βασιλιά ως αρχηγού του νεογέννητου ελληνικού κράτους δεν ήταν μόνο αυτονόητη, με τα δεδομένα της εποχής, αλλά και αποφασισμένη πριν δολοφονηθεί ο Καποδίστριας.
Το λέω αυτό επειδή πρόσφατα ακούστηκε ξανά ότι εάν δεν είχε δολοφονηθεί ο Καποδίστριας δεν θα μας έφερναν οι Προστάτιδες Δυνάμεις βασιλιάδες. Αυτό είναι εντελώς ανυπόστατο. Το Πρωτόκολλο της Ανεξαρτησίας της 3ης Φεβρουαρίου 1830 στο άρθρο 3 προέβλεπε ότι το πολίτευμα της Ελλάδας θα είναι μοναρχικό και κληρονομικό βάσει πρωτοτοκίας, και μάλιστα διευκρίνιζε ότι ο βασιλιάς δεν μπορούσε να προέρχεται από καμμία από τις βασιλικές οικογένειες των χωρών που είχαν υπογράψει τη Συνθήκη του Λονδίνου τον Ιούλιο του 1827 ως Προστάτιδες Δυνάμεις. Είχε μάλιστα επιλεγεί ο Λεοπόλδος του Σαξ Κοβούργου, με τον οποίο ο Καποδίστριας διατηρούσε αλληλογραφία. Ο Λεοπόλδος όμως τελικά παραιτήθηκε των δικαιωμάτων του στον ελληνικό θρόνο κι έγινε βασιλιάς στο Βέλγιο.
Η ουσία είναι ότι η μορφή του πολιτεύματος είχε αποφασιστεί και συμφωνηθεί πολύ πριν τη δολοφονία του Καποδίστρια και δεν είχε σχέση με αυτή. Το γεγονός ότι η δολοφονία του Κυβερνήτη έγινε ενώ δεν είχε ακόμα αποφασιστεί ποιος θα γινόταν βασιλιάς μετά την άρνηση του Λεοπόλδου, επιτάχυνε τις διαδικασίες επιλογής νέου προσώπου, και κατέληξαν στον νεαρό Όθωνα.
Το «Του Όθωνα τα χρόνια» επιμένει ότι η Ιστορία δεν είναι «ξερά ονόματα και ημερομηνίες». Πώς μετατρέψατε τα γεγονότα σε αφήγηση που να κρατά τον αναγνώστη, χωρίς να προδώσετε την ακρίβεια και τις αποχρώσεις;
Ε. Λ.: Η Ιστορία είναι ένα τόσο συναρπαστικό παραμύθι που ο ανθρώπινος νους δεν θα μπορούσε να γεννήσει κάτι εξίσου εντυπωσιακό. Η «παγίδα» είναι ο τρόπος που θα ειπωθεί το παραμύθι ώστε να γίνει κατανοητό και να μπορέσει να ξεδιπλωθεί όλη του η μαγεία. Αυτό δεν εμποδίζει το να παραμένουμε πιστοί στην ιστορική ακρίβεια. Ίσα-ίσα που μένοντας πιστοί στην ιστορική αλήθεια εξασφαλίζουμε ότι το περιεχόμενο είναι συναρπαστικό. Όσο για τις ημερομηνίες, μπορούμε να τις αξιοποιήσουμε για να μας βοηθήσουν να βάζουμε σε σειρά τα κομμάτια της Ιστορίας, ώστε να γίνονται πιο εύληπτα και κατανοητά.
Τέλος, είναι βασικό να μην ξεχνάμε ότι όλα τα ιστορικά πρόσωπα για τα οποία μαθαίνουμε ήταν άνθρωποι σαν εμάς, με προτερήματα και ελαττώματα, με αντιφάσεις και αδυναμίες, με φωτεινές και με σκοτεινές στιγμές. Μόνο έτσι θα μπορέσουμε να τους καταλάβουμε και να τους κατανοήσουμε.
Ο Όθωνας παρουσιάζεται και ως άνθρωπος, όχι μόνο ως μονάρχης. Ποια ανθρώπινη λεπτομέρεια ή εσωτερική του αντίφαση σας δυσκόλεψε περισσότερο να αποδώσετε, ακριβώς επειδή δεν θέλατε να τον εξωραΐσετε;
Ε. Λ.: Νομίζω ότι ο Όθωνας είναι από τις λιγότερο περίπλοκες προσωπικότητες που συναντάμε στη Νεότερη Ιστορία μας. Ήταν «παιδί» της εποχής του Ρομαντισμού και παράλληλα ενός φιλέλληνα πατέρα που του είχε εμφυσήσει την αγάπη και τον θαυμασμό για τον αρχαίο ελληνικό πολιτισμό.
Ο Όθωνας ήταν ονειροπόλος και ταυτόχρονα αιθεροβάμων, ήταν πατριώτης μιας και την Ελλάδα θεωρούσε πατρίδα του και «αγκάλιασε» με πάθος το όνειρο της Μεγάλης Ιδέας αλλά του έλειπαν τα ηγετικά χαρακτηριστικά. Ήταν λεπτολόγος και αναβλητικός, αλλά ήταν και τίμιος και ειλικρινής. Αντιφατική προσωπικότητα αλλά αρκετά ξεκάθαρη. Ήταν εύκολο να καταλάβει κανείς με ποιόν άνθρωπο είχε να κάνει έχοντας απέναντί του τον Όθωνα. Για ελάχιστους από τους πρωταγωνιστές της Νεότερης Ιστορίας μας μπορεί να ειπωθεί αυτό.
Αναδεικνύετε τη σημασία της Αντιβασιλείας και ταυτόχρονα τα αδιέξοδά της. Αν έπρεπε να ξεχωρίσετε ένα «τίμημα» που πλήρωσε η κοινωνία εκείνα τα χρόνια για να στηθεί κράτος, ποιο θα ήταν και γιατί;
Ε. Λ.: Νομίζω ότι το τίμημα που πλήρωσε η κοινωνία στην προσπάθεια των Βαυαρών να δημιουργήσουν ένα δυτικού τύπου κράτος ήταν κυρίως το αίσθημα της αδικίας. Οι Έλληνες αισθάνονταν αδικημένοι και παραγκωνισμένοι, κυρίως από τα μέτρα που πάρθηκαν στον τομέα των οικονομικών και της οργάνωσης τακτικού στρατού. Αυτό, όπως ήταν αναμενόμενο οδήγησε αφενός στην βαθειά αντιπάθεια των Ελλήνων προς τους Βαυαρούς (εξού και ο όρος «Βαυαροκρατία») και αφετέρου στην δημιουργία προβλημάτων στην εφαρμογή ορισμένων από αυτά τα μέτρα. Έτσι, και η προσπάθεια να στηθεί ένα δυτικού τύπου κράτος με γερά θεμέλια στην ουσία απέτυχε και οι Έλληνες δεν έπαψαν να αισθάνονται αδικημένοι και παραγκωνισμένοι.
Πρέπει ωστόσο να θυμόμαστε ότι το πρόβλημα ξεκινούσε από το γεγονός ότι Βαυαροί και Έλληνες είχαν εντελώς διαφορετικές νοοτροπίες και βιώματα, με αποτέλεσμα να είναι πολύ εύκολο να έρθουν σε σύγκρουση και να αδυνατούν να κατανοήσουν οι μεν τους δε.
Η Επανάσταση της 3ης Σεπτεμβρίου 1843 και το Σύνταγμα του 1844 λειτουργούν σαν καμπή. Με ποιον τρόπο επιλέξατε να δείξετε στον αναγνώστη το πριν και το μετά, ώστε να νιώσει ότι δεν μιλάμε απλώς για πολιτική, αλλά για αλλαγή ζωής;
Ε. Λ.: Η Επανάσταση της 3ης Σεπτεμβρίου 1843 και στη συνέχεια η ψήφιση του πρώτου Συντάγματος του ελληνικού κράτους το 1844 προέκυψαν ως απόρροια μιας σειράς γεγονότων, που αν κανείς τα μάθει θα καταλάβει πολύ εύκολα πώς και γιατί καταλήξαμε εκεί.
Είναι βασικό να θυμόμαστε πώς όταν ξέσπασε η Επανάσταση της 3ης Σεπτέμβριου ο Όθωνας ήταν ουσιαστικά μόνος του. Λαός, στρατός, πολιτικά κόμματα και Μεγάλες Δυνάμεις ήταν εναντίον του. Αυτό είχε σαν συνέπεια να μην μπορεί να προβάλλει ουσιαστικές αντιρρήσεις στις απαιτήσεις των επαναστατών και να αναγκαστεί να υποχωρήσει, με βαριά καρδιά.
Η αλήθεια είναι βέβαια ότι ενώ η Επανάσταση της 3ης Σεπτεμβρίου και η ψήφιση του Συντάγματος του 1844 αποτελούν ιστορικές στιγμές για το ελληνικό κράτος, στην πραγματικότητα λίγα πράγματα άλλαξαν στην ζωή των ανθρώπων αλλά και στη λειτουργία του κράτους.
Διότι ναι μεν ξεκίνησαν να γίνονται εκλογές, παραδείγματος χάριν, αλλά ο τρόπος με τον οποίο διεξάγονταν και οι συνεχείς παρεμβάσεις του βασιλιά διορίζοντας και απολύοντας κυβερνήσεις κατά βούληση δεν επέτρεψαν να εγκαθιδρυθεί ένα υγιές κοινοβουλευτικό σύστημα, παρά μόνο 31 χρόνια μετά την ψήφιση του πρώτου Συντάγματος της Ελλάδας.
Δεν γίνεται να μην ρωτήσω για το Ιόνιο: την εποχή του Όθωνα τα Επτάνησα είναι ακόμη υπό βρετανική προστασία. Πώς «στέκεται» αυτή η παράλληλη ελληνική πραγματικότητα δίπλα στο νεοσύστατο κράτος και τι μας λέει για τις ταυτότητες και τις προσδοκίες του 19ου αιώνα;
Ε. Λ.: Η Ελλάδα στα χρόνια του Όθωνα είναι ένα νέο κράτος, με περιορισμένα σύνορα. Είναι κοινή πεποίθηση όλων ότι το μεγαλύτερο, και το πιο εύρωστο οικονομικά και καλλιεργημένο πνευματικά, μέρος του Ελληνισμού ζει εκτός των συνόρων του ελληνικού κράτους.
Τα Επτάνησα αποτελούν μια ιδιαίτερη περίπτωση. Μην ξεχνάμε ότι τα νησιά του Ιονίου δεν γνώρισαν οθωμανική κυριαρχία, με αποτέλεσμα οι κάτοικοι τους να αναπτύξουν μια πολιτισμική πορεία εντελώς διαφορετική από εκείνη όσων ζούσαν στα εδάφη της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Επιπροσθέτως, η πρώτη επέκταση των συνόρων του ελληνικού κράτους θα γινόταν με την ενσωμάτωση των Επτανήσων το 1864.
Αξίζει να σημειωθεί ότι τα Επτάνησα, πριν προσφερθούν ως «προίκα» όπως συνηθίζουμε να λέμε, στον βασιλιά Γεώργιο Α΄ είχαν προσφερθεί στον Όθωνα με τον όρο να μην έχει βλέψεις στα εδάφη της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Ο Όθωνας αρνήθηκε την προσφορά των Επτανήσων, θεωρώντας το προδοσία προς τους υπόλοιπους αλύτρωτους Έλληνες να συμφωνήσει στη ενσωμάτωση των Επτανήσων υπό αυτούς τους όρους. Αυτό το περιστατικό αποτελεί, νομίζω, ένα έξοχο παράδειγμα της προσωπικότητας του Όθωνα. Αδιαμφισβήτητα καλές προθέσεις αφενός, πλήρης αδυναμία αντίληψης – πόσο μάλλον αξιοποίησης – των διεθνών συγκυριών αφετέρου.
Το βιβλίο είναι η αρχή της σειράς «Μίλα μου για Ιστορία». Ποιο είναι το προσωπικό σας στοίχημα για τη συνέχεια: να κάνετε τον αναγνώστη να θυμάται καλύτερα ή να σκέφτεται πιο καθαρά πάνω στο σήμερα μέσα από το χθες;
Ε. Λ.: Το προσωπικό μου στοίχημα είναι να καταφέρω να διηγηθώ την Ιστορία με απλά και κατανοητά λόγια. Τα υπόλοιπα έρχονται μόνα τους. Μόλις αρχίσουμε να μπαίνουμε στον μαγικό της κόσμο, η Ιστορία μας σαγηνεύει μ’ έναν τρόπο που δεν έχει επιστροφή. Όσο για το αν μας δίνει μαθήματα, προσωπικά πιστεύω ότι κανείς δεν μπορεί να πάρει κανένα μάθημα αν δεν το θέλει. Όλα ξεκινούν από τη δική μας θέληση και δύναμη. Όσοι είμαστε διατεθειμένοι να ακούσουμε και να καταλάβουμε όμως, η Ιστορία όχι απλά μας διδάσκει αλλά πάνω απ’ όλα μας εξηγεί πώς βρεθήκαμε εδώ που είμαστε σήμερα και ποιοι είμαστε στ’ αλήθεια. Με δυο λόγια, όσο περισσότερο διαβάζουμε Ιστορία τόσο εκλείπει το αίσθημα ορφάνιας που έχουμε όταν δεν γνωρίζουμε από που ερχόμαστε και πώς καταλήξαμε εδώ. Η μελέτη της Ιστορίας είναι ένα ασφαλές μονοπάτι προς την αυτογνωσία.

