Στo «CorfuPress.com» ο συγγραφέας παρουσιάζει πώς η ζωή σε καφέ, ταξί και γειτονιές κατέγραψε την αφύπνιση μιας κοινωνίας που μάθαινε να μιλά για επιθυμία
Το έργο «Τα Κόκκινα Τετράδια» του Θωμά Σιτάρα, από τις Εκδόσεις Bell, αξιοποιεί δύο σπάνια τετράδια για να φέρει στο φως τη μη επίσημη ιστορία του Μεσοπολέμου. Η ματιά των αφανών παρατηρητών μετατρέπεται σε σμίλευση ενός κοινωνικού πορτρέτου που ξεπερνά τα στερεότυπα και συνομιλεί με το σήμερα.
Συνέντευξη στη Νεκταρία Βαρσαμή Πουλτσίδη
Κύριε Σιταρά, πώς αποτυπώνεται στο «Τα κόκκινα τετράδια» η σύγκρουση ανάμεσα στην πουριτανική ρητορική και στη βιωμένη επιθυμία, και με ποιον τρόπο διαβάζεται σήμερα από έναν αναγνώστη που ζει σε μια ψηφιακή εποχή διαρκούς έκθεσης
Θ.Σ.: Οι Αρχαίοι μας πρόγονοι είχαν ,μεταξύ άλλων, και μια περίφημη Αρχή στη ζωή τους: « Μέτρον Άριστον»! Αυτό ακριβώς που σήμερα ξεχνάμε συνέχεια, όπως βέβαια συνέβη και στην περίοδο 1834-1940. Ο ακραίος συντηρητισμός της περιόδου 1834-1910 έδωσε τη θέση του μετά τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο και μέχρι τον Δεύτερο σε σταδιακό ερωτικό ξεσάλωμα. Δράση-Αντίδραση και όποιον ¨Πάρει ο Χάρος¨!
Ποια γλωσσικά ίχνη της εποχής κρατήσατε αυτούσια και πού επιλέξατε εκδοτικές παρεμβάσεις για να μη χαθεί η κατανόηση χωρίς να θυσιαστεί ο ρυθμός και το χιούμορ των πρωτότυπων αφηγήσεων
Θ.Σ.: Τα περισσότερα κείμενα εκείνης της περιόδου είναι λογοτεχνικά διαμαντάκια γραμμένα από συγγραφείς-δημοσιογράφους που διέθεταν παιδεία και λεπτό χιούμορ που περίσσευε εκείνη την εποχή. Δεν χρειάστηκε λοιπόν καμιά ιδιαίτερη παρεμβολή, πλην κάποιων γλωσσικών και ορθογραφικών θεμάτων που θα ξένιζαν τον σημερινό αναγνώστη. Φυσικά όπου κρίθηκε αναγκαίο το κείμενο πλουτίστηκε με παρεμβάσεις κυρίως περιγραφικού τύπου.
Στις σελίδες εμφανίζονται μορφές όπως οι «καθώς πρέπει» οικογένειες, οι εργένηδες των καφέ, οι κοπέλες που παζαρεύουν την ελευθερία τους και οι άντρες που διαπραγματεύονται κύρος. Ποιο ήταν το πιο ανατρεπτικό εύρημα που σας υποχρέωσε να ξανασκεφτείτε όσα πιστεύατε για τον Μεσοπόλεμο
Θ.Σ.: Η διαπίστωση ότι ενώ στα περισσότερα θέματα της καθημερινής ζωής και των μέσων που χρησιμοποιούμε, το σήμερα με το χτες διαφέρουν ριζικά. Στα ερωτικά εκείνης της εποχής θεωρούμεθα οι καλύτεροι ¨μαθητές¨ του έκφυλου Παρισιού με ελάχιστές διαφορές με το σήμερα.
Η χρήση πραγματικών αποκομμάτων και σκίτσων δημιουργεί μια αίσθηση ζωντανής δημοσιογραφίας. Πώς οργανώσατε την τεκμηρίωση ώστε ο αναγνώστης να μπορεί να δει τη διαδρομή από τη σημείωση του γκαρσονιού και του ταξιτζή μέχρι την ιστορική ερμηνεία
Θ.Σ.: Εντοπίσατε το πιο δύσκολο μέρος της συγγραφικής μου προσπάθειας, που κράτησε σχεδόν τρία χρόνια. Δεν ήταν η έλλειψη υλικού ο λόγος. Ίσα-ίσα το υλικό ήταν πλουσιοπάροχο. Έπρεπε όμως το υλικό να ταυτίζεται απόλυτα με το περιεχόμενο του κειμένου. Νομίζω όμως ότι τα κατάφερα.
Ποιο είναι το μεγαλύτερο ρίσκο όταν μεταφέρεις ιδιωτικές μικροϊστορίες στη δημόσια σφαίρα και πώς διασφαλίσατε ότι οι αφηγητές παραμένουν υποκείμενα και όχι απλώς γραφικές φιγούρες μιας παλιάς εποχής
Θ.Σ.: Το γκαρσόνι και ο ταξιτζής αφηγούνται με τον δικό τους απλό τρόπο αυτά που έζησαν, προσέχοντας να μη δημιουργήσουν πρόβλημα –λόγω της ιδιομορφίας του θέματος- σε κάποιον ή κάποια συνάνθρωπό τους. Ο δημοσιογράφος που πήρε και διασκεύασε αυτές τις συνεντεύξεις έκανε την καθοριστική επέμβαση.
Αν είχατε σήμερα απέναντί σας τους δύο ανώνυμους χρονικογράφους τι θα τους ρωτούσατε για να φωτίσετε ακόμα περισσότερο τα τυφλά σημεία των τετραδίων τους
Θ.Σ.: Δεν χρειάζεται να ρωτήσω τίποτε άλλο απ’ ό,τι παρουσιάζεται στο βιβλίο, διότι διαφορετικά θα έπρεπε πια να κινηθούμε σε επίπεδα τύπου pornhub
Πώς ελπίζετε να διαβαστεί το βιβλίο από τους νεότερους αναγνώστες και τι είδους συζήτηση θα θέλατε να ανοίξει για την ελληνική κοινωνία του τότε αλλά και του τώρα
Θ.Σ.: Θα έλεγα να διαβαστεί σαν soft porno με ισχυρή δόση ποιοτικής Κοινωνικής Ιστορίας. Ευχή βεβαίως θα ήταν, διαβάζοντας το βιβλίο, να προβληματιστούν στην εφαρμογή του «Μέτρον Άριστον» στο σημερινό περιβάλλον…
FB: Σιταράς Θωμάς

