Στον θεσσαλικό κάμπο του 1906, όπου οι κολίγοι, οι τσιφλικάδες, οι γιοι που παλεύουν με διαφορετικές αξίες και οι γυναίκες που κουβαλούν βάρη σιωπηλά δίνουν ζωή σε μια ιστορία έρωτα, εξουσίας και δικαιοσύνης που συνομιλεί με το σήμερα.
Στο Corfupress.com φιλοξενούμε τη συγγραφέα Βασιλική Διαμαντή, με αφορμή το νέο της μυθιστόρημα «Στον καιρό της προδοσίας», που κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Έξη. Ένα πολυεπίπεδο έργο που μας ταξιδεύει στον θεσσαλικό κάμπο του 1906, φέρνοντας στο φως ιστορίες ανθρώπων που πάλεψαν με την αδικία, βίωσαν τις συνέπειες της εξουσίας. Μέσα από έναν καμβά που ενώνει το παρελθόν με το παρόν, η συγγραφέας υφαίνει μια ιστορία για την προδοσία, τον έρωτα, τη δικαιοσύνη και την αντοχή των γυναικών που έμαθαν να ζουν στις σκιές αλλά και να αφήνουν το δικό τους στίγμα.
Συνέντευξη στη Νεκταρία Βαρσαμή-Πουλτσίδη
Κυρία Διαμαντή, το «Στον καιρό της προδοσίας», σας κινείται ανάμεσα στο 1906 και στο σήμερα, φέρνοντας στο προσκήνιο τόσο τις κοινωνικές συγκρούσεις των κολίγων με τους τσιφλικάδες όσο και μια σύγχρονη αστυνομική έρευνα. Πόσο δύσκολο ήταν για εσάς να ισορροπήσετε ανάμεσα σε δύο τόσο διαφορετικά χρονικά επίπεδα και ποιος ήταν ο βασικός σας στόχος μέσα από αυτή τη διπλή αφήγηση;
Β.Δ.: Δεν ήταν καθόλου δύσκολο να το κάνω, έχω εξοικειωθεί μ’ αυτό τον τρόπο γραφής και μου αρέσει. Προσπάθησα όμως, η μετάβαση ανάμεσα στους διαφορετικούς χρόνους να γίνεται ομαλά για να μην κουράζει τον αναγνώστη. Ήθελα να βγάλω στην επιφάνεια την Ιστορία της Θεσσαλίας, να μάθουν όλοι πόσο μάτωσε αυτός ο τόπος και οι άνθρωποι που τον κατοίκησαν. Να σταθούμε με σεβασμό απέναντί τους και να κατανοήσουμε ότι οι μεγάλες προδοσίες, έρχονται από κει που δεν τις περιμένεις… Ήθελα όμως να δώσω και την εικόνα της σημερινής Θεσσαλίας, γιατί η ιστορία κάθε τόπου έχει συνέχεια στο χρόνο και οι άνθρωποι έχουν ρίζες και παρελθόν.
Στον θεσσαλικό κάμπο που περιγράφετε, οι άνθρωποι φαίνονται να ζουν, να αγαπούν και να προδίδουν κάτω από το άγρυπνο βλέμμα της. Τι σημαίνει για εσάς το τοπίο ως φορέας μνήμης και πώς το αξιοποιήσατε για να δώσετε βάθος στην ιστορία;
Β.Δ.: Το τοπίο της Θεσσαλίας είναι φορέας μνήμης. Κάθε σταροχώραφο, κάθε κτίσμα που απέμεινε στον κάμπο μισογκρεμισμένο, κρύβει μια ολόκληρη ιστορία. Ο τόπος σμιλεύτηκε από ανθρώπους, που τον κράτησαν ζωντανό αγκομαχώντας κάτω από τον ζυγό του αφέντη- «αδερφού Έλληνα». Κάθε αυλακιά στο πρόσωπο των ανθρώπων ανασύρει μνήμες από το παρελθόν. Διάβασα τον τόπο και τους ανθρώπους του, στάθηκα πάνω από τον κόπο τους και τον ιδρώτα τους, ρούφηξα μέχρι το μεδούλι τον αγώνα τους να ζήσουν από τη δική τους γη, είχαν αυτό το δικαίωμα αλλά τους το στέρησαν. Τα χώματα της Θεσσαλίας ποτίστηκαν με τόνους ιδρώτα και δακρύων, που έτρεξαν από τα κατεβασμένα κεφάλια των Θεσσαλών αγροτών. Πήγα την ιστορία στο βάθος που με πήγαν αυτοί οι άνθρωποι…
Οι γυναίκες του βιβλίου σας η Πασχαλιά, η Αντιγόνη, η γιαγιά Δέσποινα ζουν σε έναν κόσμο που τις θέλει με σκυμμένο κεφάλι, κι όμως μέσα από τη σιωπή τους καταφέρνουν να σταθούν όρθιες. Πώς δουλέψατε αυτούς τους χαρακτήρες και ποιο μήνυμα θέλατε να αφήσετε σχετικά με τη γυναικεία αντοχή και την αθέατη δύναμη της καθημερινότητας;
Β.Δ.: Η γυναικεία αντοχή αποδείχτηκε σε κάθε κομμάτι ιστορίας αυτού του τόπου, στον κοινωνικό χώρο αλλά και στον πιο κλειστό της οικογένειας. Τότε, αλλά και τώρα, αποδεικνύουν ότι διαθέτουν τεράστιες δυνάμεις για να φέρουν σε πέρας την καθημερινότητα. Εκείνη την εποχή, όμως, οι γυναίκες θεωρούνταν κατώτερα όντα και δεν είχαν δικαίωμα να εκφέρουν γνώμη. Δούλευαν στα χωράφια, γεννούσαν παιδιά, έκαναν όλο το νοικοκυριό, εξυπηρετούσαν τις ορέξεις των αντρών τους και τις περισσότερες φορές έτρωγαν και ξύλο. Κι όλα αυτά έπρεπε να τ’ αντέχουν καθημερινά και να στέκονται όρθιες για την επόμενη μέρα. Εγώ τις σεβάστηκα τις γυναίκες εκείνης της εποχής, έσκυψα μέσα τους και προσπάθησα να βγάλω στην επιφάνεια τον αθέατο κόσμο τους. Και τις άφησα ελεύθερες να γευτούν το πιο σημαντικό πράγμα, τον έρωτα.
Ο Παρασκευάς και ο Μιλτιάδης, οι δύο γιοι, μοιάζουν να αντιπροσωπεύουν δύο διαφορετικές όψεις της κοινωνίας: από τη μία η σκληρότητα και ο υπολογισμός, κι από την άλλη ο ρομαντισμός και η ανάγκη για δικαιοσύνη. Πώς καταφέρατε να αποδώσετε αυτή την αντίθεση χωρίς να πέσετε στην παγίδα του απόλυτα καλού ή κακού ήρωα;
Β.Δ.: Δεν υπάρχει απόλυτα καλός ήρωας ούτε απόλυτα κακός, όλοι έχουν κρυφές πτυχές. Υπάρχει όμως καλός άνθρωπος, πονόψυχος και ευγενικός, και υπάρχει και ο άνθρωπος που νοιάζεται μόνο για την προσωπική του ανέλιξη και γι’ αυτό μπορεί να πατάει ακόμα και σε πτώματα για να το πετύχει. Έτσι είναι δομημένη η κοινωνία σε κάθε εποχή. Αυτοί που σέβονται κι αυτοί που καταπατούν, αυτοί που κάνουν τον κόσμο καλύτερο κι αυτοί που τον κάνουν χειρότερο. Αυτοί που ερωτεύονται αληθινά και αυτοί που ξεπουλιούνται. Παντού υπάρχουν αντιθέσεις και διπολικές καταστάσεις. Η μάχη ανάμεσα στο καλό και στο κακό είναι αιώνια, αλλά κανένας δεν ανήκει απόλυτα στη μια ή στην άλλη πλευρά.
Η προδοσία είναι ο κεντρικός άξονας της ιστορίας σας και εμφανίζεται σε πολλά επίπεδα: στις προσωπικές σχέσεις, στις κοινωνικές ισορροπίες, αλλά και στις ίδιες τις αξίες των ανθρώπων. Ποια μορφή προδοσίας θεωρείτε πιο καταλυτική για τη ζωή των ηρώων σας και γιατί επιλέξατε αυτή τη θεματική για τίτλο του βιβλίου;
Β.Δ.: Οι άνθρωποι προδίδουν και προδίδονται, κι αυτό δεν θα σταματήσει ποτέ. Γλύτωσαν από τους Τούρκους αλλά η προδοσία ήρθε από τα αδέρφια τους, τους Έλληνες, και ήταν πολύ χειρότερη. Προδοσία στις σχέσεις των ανθρώπων, στον έρωτα, στην αγάπη των γονιών, στην αδερφική αγάπη, στη φιλία… Βρίθει η ζωή από προδοσίες! Όλες πονάνε κι αφήνουν σημάδια. Πιο πολύ πιστεύω ότι πονάει η προδοσία των δικών σου ανθρώπων, αυτών που εμπιστεύτηκες και τους έδωσες ξεχωριστό χώρο στη ζωή σου. Στο βιβλίο όλες οι προδοσίες είναι καταλυτικές στη ζωή των ηρώων και φέρνουν την καταστροφή.
Η γραφή σας έχει έναν προφορικό ρυθμό, σαν να ακούς κάποιον να αφηγείται ιστορίες γύρω από τη σόμπα. Οι περιγραφές σας δεν λειτουργούν ως απλά στολίδια, αλλά ως εργαλεία μνήμης. Πόσο συνειδητή ήταν αυτή η επιλογή και τι ρόλο πιστεύετε ότι παίζει η γλώσσα στο να φέρει τον αναγνώστη πιο κοντά σε μια εποχή που μοιάζει μακρινή αλλά τελικά παραμένει επίκαιρη;
Β.Δ.: Έτσι ήθελα να είναι το βιβλίο μου, μια αφήγηση σ’ ένα χωριό της Θεσσαλίας, στο καφενείο γύρω από την ξυλόσομπα. Να ανασύρονται μνήμες μέσα από τα «μασλάτια», να γεύονται οι ήρωες τις πίτες, να πίνουν τσίπουρο, να μιλάνε καραγκούνικα, να πλάθουν ιστορίες, άλλες αληθινές και άλλες φανταστικές και να μην τελειώνει τίποτα χωρίς να διαστρεβλωθούν τα πάντα. Αχ… αυτή ήταν και αυτή είναι η Θεσσαλία και μόνο όποιος την έζησε και την αγάπησε μπορεί να την καταλάβει. Συνειδητά, λοιπόν, επέλεξα με κάθε περιγραφή να ανασύρω μνήμες μέσα από το μυαλό και τις αισθήσεις.
Πιστεύετε ότι η λογοτεχνία, και ειδικά η ιστορική λογοτεχνία, μπορεί να αναδιαμορφώσει τον τρόπο με τον οποίο βλέπουμε το παρελθόν και να φωτίσει κοινωνικές αδικίες που συνεχίζουν να μας απασχολούν μέχρι σήμερα; Και, αν ναι, ποιο είναι το δικό σας όραμα ως συγγραφέα μέσα σε αυτή τη διαδικασία;
Β.Δ.: Η ιστορία λέμε ότι επαναλαμβάνεται για όσους δεν την έχουν μελετήσει και δεν έχουν βγάλει τα απαραίτητα συμπεράσματα. Κοινωνικές αδικίες υπήρχαν, υπάρχουν και πολύ φοβάμαι πως θα υπάρχουν πάντα. Δυστυχώς. Δεν γράφω ιστορικό μυθιστόρημα, θέλω να φέρνω στην επιφάνεια ιστορικές περιόδους δίνοντας έναυσμα στους ανθρώπους να τις μελετήσουν και να βγάλουν τα δικά τους συμπεράσματα. Θέλω μέσα από τη λογοτεχνία οι αναγνώστες να νιώσουν ελεύθεροι και όχι να τους περάσω δικά μου μηνύματα και να τους κατευθύνω. Θέλω να ταξιδέψουν στο χώρο και στον χρόνο, με το νου και την καρδιά, και γι’ αυτό επιλέγω να τους ταξιδέψω μέσα από έναν μεγάλο έρωτα. Συνειδητά. Γιατί ο έρωτας είναι η συνέχεια της ζωής σε κάθε εποχή.
Σας ευχαριστώ.
Βασιλική Διαμαντή

