«Η πολιτική είναι ένας αναίμακτος πόλεμος και ο πόλεμος μια αιματηρή πολιτική», έλεγε ο Μάο Τσετούνγκ, (1893 – 1976), ο Κινέζος πολιτικός, επαναστάτης και ιδρυτής της Λαϊκής Δημοκρατίας της Κίνας, πιστός στην θεωρία του Θουκυδίδη ότι, «Τα έθνη δεν έχουν σταθερούς φίλους ή εχθρούς. Έχουν μόνο σταθερά συμφέροντα», την οποία ασπάστηκε πλήρως και ο Βρετανός πρωθυπουργός, Λόρδος Palmerston. Την αρχή αυτή βλέπουμε να μετουσιώνεται στη σημερινή συνεργασία μεταξύ ΗΠΑ και Ρωσίας, Τουρκίας και Ρωσίας, ΗΠΑ – Ρωσίας – Κίνας. Πρόκειται για σχέση ανταγωνισμού αλλά και συνεργασίας στη διεθνή σκακιέρα της Γεωπολιτικής. Επιστρέφοντας στον Μάο Τσετούνγκ, μία ακόμη αρχή ισχύει πλήρως στην γεωπολιτική σκακιέρα, «Η στρατηγική λέει να μισείς τον εχθρό σου, αλλά η τακτική επιτάσσει να τον παίρνεις στα σοβαρά».
Στην ελληνική πολιτική πραγματικότητα, μάλλον υπάρχει πλήρης άγνοια των προαναφερθέντων. Διόλου τυχαίο ότι η ελληνική εξωτερική πολιτική διολισθαίνει από την μία γκάφα στην επόμενη.
Η εσφαλμένη προπαγάνδα περί απομονωμένου Ερντογάν
Στην Ελλάδα, τα τελευταία χρόνια και δη κατά τη διακυβέρνηση Μητσοτάκη, λανσάρεται στην ελληνική κοινή γνώμη το αφήγημα της διεθνώς απομονωμένης Τουρκίας και του ηγέτη της Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν. Σ΄ αυτό το κλίμα και πνεύμα εντασσόταν και ο αποκλεισμός της Άγκυρας από την προμήθεια των F-35 και άλλων οπλικών συστημάτων όπως η αναβάθμιση των F-16. Επιπλέον, οι επικοινωνιολόγοι των Μεγάρων Μαξίμου και Πειραιώς, έντεχνα διέρρεαν ότι αυτή η διεθνής απομόνωση, Τουρκίας και Ερντογάν, δεν ήταν τυχαία αλλά αποτέλεσμα της έξυπνης διπλωματίας της κυβέρνησης και προσωπικά του πρωθυπουργού Κυριάκου Μητσοτάκη.
Αντιθέτως όλων τούτων, η Ελλάδα είχε ανοιχτούς διαύλους με όλες τις μεγάλες δυνάμεις, – Ευρωπαϊκή Ένωση και Ηνωμένες Πολιτείες – , ως παράγοντας σταθερότητας γενικώς και ειδικώς στην ευαίσθητη περιοχή της Νοτιοανατολικής Μεσογείου.
Παρά ταύτα, ο Αμερικανός Πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ, δέχτηκε μετά βαΐων και κλάδων τον Ταγίπ Ερντογάν στον Λευκό Οίκο, με τον οποίο είχε συνομιλίες για εμπορικές και στρατιωτικές συμφωνίες, περιλαμβάνοντας την μεγάλης κλίμακας αγορά αεροσκαφών Boeing, μια μεγάλη συμφωνία για F-16, καθώς και τη συνέχιση των διαπραγματεύσεων για το πρόγραμμα των F-35, που -όπως τόνισε- «αναμένεται να ολοκληρωθούν θετικά».
Πέραν όλων τούτων, η Τουρκία προχωρά την συνεργασία στον τομέα της αμυντικής βιομηχανίας με την Ιταλία, ενώ η Ισπανία συνάπτει σημαντικά συμβόλαια με την Τουρκία. Η Άγκυρα έχει ήδη προετοιμαστεί να συμμετάσχει στο Ευρωπαϊκό Αμυντικό Πρόγραμμα SAFE, ανεξάρτητα από το ποια θα είναι η στάση της ελληνικής κυβέρνησης και εάν θα βάλλει βέτο, αφού ήδη το έχει παρακάμψει μέσω της συμμετοχής των τουρκικών βιομηχανιών στο 35% των πόρων.
Πέραν της θέσης της γείτονος Τουρκίας στον Ευρωπαϊκό – Αμερικανικό – ΝΑΤΟικό χώρο, ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν είναι προνομιακός συνομιλητής του Πούτιν και του Ζελένσκι, ελέγχει την κυβέρνηση της Συρίας και της Λιβύης και εσχάτως αποκατέστησε τις σχέσεις με την Αίγυπτο με την οποία προγραμματίζει και κοινές στρατιωτικές ασκήσεις.
Στις καθαρά Ελληνοτουρκικές Σχέσεις, η Τουρκία έχει στην κυριολεξία μπλοκάρει την πόντιση του ενεργειακού καλωδίου με Κύπρο και Ισραήλ, από το βήμα της Γενική Συνέλευσης του ΟΗΕ, επαναλαμβάνει την πάγια θέση της για δημιουργία δύο κρατών στην Κύπρο με την παράλληλη αναγνώριση της Τουρκικής Δημοκρατίας της Βόρειας Κύπρου, ζητάει επιμόνως αποστρατικοποίηση των νησιών του Αιγαίου, θέτει θέμα τουρκικής μειονότητας σε Θράκη και νησιά του Αιγαίου, ρίχνει στο τραπέζι την συνεκμετάλλευση του Αιγαίου και επισημαίνει ότι, «η Τουρκία θα έχει λόγο για ό,τι συμβαίνει στην Ανατολική Μεσόγειο».
Απέναντι σε όλα τούτα, η Αθήνα προτάσσει, «Σύμφωνο Φιλίας», Μητσοτάκη – Ερντογάν, το οποίο προσδίδει μια έξωθεν καλή μαρτυρία για την Τουρκία, ενώ η Ελλάδα δέχεται τις μόνιμες προκλήσεις της γείτονος χώρας.
Τούτων, όλων των ανωτέρω δοθέντων, ουδόλως προκύπτει ότι η Τουρκία και ο πρόεδρός της είναι διεθνώς απομονωμένοι.
Η εμφάνιση του Τούρκου Προέδρου στα Ηνωμένα Έθνη παρέπεμπε σε έναν σύγχρονο Σουλτάνο. Μίλησε και περιέγραψε την διπλωματική παρουσία της Τουρκίας στα κέντρα λήψης των αποφάσεων και την προνομιακή σχέση του με τις Ηνωμένες Πολιτείες του Ντόναλντ Τραμπ, την “εγκάρδια συνεννόησή” του με τη Ρωσία και την Κίνα, και τα συμβόλαιά του, εμπορικά και στρατιωτικά με σημαντικές χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ενώ επανέλαβε ότι η Τουρκία θα είναι εγγυητής της όποιας συμφωνίας ειρήνης υπογράψουν Ρωσία – Ουκρανία και Ισραήλ – Ιράν.
Ο «έρωτας» Τραμπ – Ερντογάν
Η ακύρωση, της πολυσυζητημένης και πολυδιαφημισμένης συνάντησης Μητσοτάκη – Ερντογάν, στο περιθώρια της Γενικής Συνέλευσης των Ηνωμένων Εθνών, στην Νέα Υόρκη, αναμφίβολα επιβαρύνει το ήδη φορτισμένο κλίμα στις Ελληνοτουρκικές Σχέσεις και παραπέμπει στις καλένδες το ανώτατο συμβούλιο συνεργασίας μεταξύ των δύο χωρών, που είχε συμφωνηθεί στο «Σύμφωνο Φιλίας».
Οι Ελληνοτουρκικές Σχέσεις «ζορίζουν» έτι περαιτέρω μετά την αναβάθμιση του ρόλου του Τούρκου Προέδρου από τις αναφορές του Αμερικανού προέδρου ο οποίος, υποδεχόμενος τον Ερντογάν στον Λευκό Οίκο, τον χαρακτήρισε φίλο του ήδη από την εποχή της «εξορίας» του, εννοώντας το διάλειμμα μεταξύ 1ης και 2ης θητείας, προσθέτοντας ότι νιώθει μεγάλη τιμή που τον υποδέχεται στις ΗΠΑ. «Είναι ένας σκληρός τύπος», είπε ακόμη ο Ντόναλντ Τραμπ, «αλλά πάντα μου άρεσε», προσθέτοντας ότι «έχει κάνει εξαιρετική δουλειά στη χώρα του». Ο Ντόναλντ Τραμπ είπε ότι ανάμεσα στα θέματα που θα συζητηθούν θα είναι και αυτά των F-16, των F-35 και του αντιπυραυλικού συστήματος Patriot.
Επιπλέον, όταν ρωτήθηκε από δημοσιογράφο αν πρόκειται να «αναιρέσει» τις «ηλίθιες αποφάσεις» της κυβέρνησης Μπάιντεν να μην πουλήσει πυραύλους Patriot στην Τουρκία, ο πρόεδρος των ΗΠΑ απάντησε: «Θα το συζητήσουμε αυτό» και πρόσθεσε: «Νομίζω ότι θα πετύχει στην αγορά των πραγμάτων που θα ήθελε να αγοράσει».
Το φιάσκο της συνάντησης στην Νέα Υόρκη
Επίσημα, το Μέγαρο Μαξίμου διέρρευσε πως η συνάντηση Μητσοτάκη – Ερντογάν ακυρώθηκε λόγω «δικαιολογημένου κωλύματος», λόγω της σύναξης που ζήτησε ο Αμερικανός Πρόεδρος, Ντόναλτ Τραμπ Αραβικών και Μουσουλμανικών κρατών, για την ειρήνευση στην Γάζα, στην οποία θα συμμετείχε κι ό Τούρκος Πρόεδρος. Ωστόσο, η τουρκική πλευρά δεν αρκέστηκε στη διαρροή της ελληνικής κυβέρνησης για δικαιολογημένο κώλυμα του Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν και «φωτογράφιζε» ως υπαίτιο το ελληνικό υπουργείο Εξωτερικών.
Το τουρκικό υπουργείο εξωτερικών, ισχυρίζεται ότι δεν είχε προγραμματιστεί επίσημη συνάντηση του Τούρκου Προέδρου με τον Έλληνα πρωθυπουργό και γι αυτό δεν είχε επίσημα εισαχθεί στο πρόγραμμα των συναντήσεων της Νέας Υόρκης. Αντίθετα, η Αθήνα ισχυρίζεται ότι είχε προσυμφωνηθεί η συνάντηση και είχε και συγκεκριμένα θέματα στην ατζέντα της, τη ηλεκτρική διασύνδεση Ελλάδας –Κύπρου, το βέτο που θα έθετε η Ελλάδα σε μια ενδεχόμενη συμμετοχή της Τουρκίας στο Ευρωπαϊκό αμυντικό πρόγραμμα SAFE και την οριοθέτηση των θαλάσσιων ζωνών μεταξύ των δύο χωρών.
Πέραν της όποιας δικαιολογίας για την ματαίωση της συνάντησης Μητσοτάκη – Ερντογάν, προβάλουν Αθήνα και Άγκυρα, αναπάντητο παραμένει το ερώτημα κατά πόσον ήταν εφικτό να αναλυθούν και συζητηθούν τόσο σημαντικά και σύνθετα προβλήματα όπως τα ανωτέρω εκτεθέντα.
Αναμφίβολα, μετά την ματαίωση της συνάντησης στην Νέα Υόρκη, τα περίφημα «ήρεμα νερά», και δη σε περίοδο αυξανόμενων αναταραχών και ραγδαίων γεωπολιτικών αλλαγών, οι Ελληνοτουρκικές Σχέσεις περνούν σε αχαρτογράφητα νερά, αν όχι και σε μια επικίνδυνα φουρτουνιασμένη θάλασσα,

