Ένα ψυχολογικό μυθιστόρημα για την εφηβεία, τη μοναξιά και τον αόρατο κίνδυνο που καραδοκεί πίσω από κάθε οθόνη.
Στο «CorfuPress.com» φιλοξενούμε τον συγγραφέα κύριο Στέφανο Αλεξιάδη που, με το νέο του μυθιστόρημα «Και εγένετο φως» από τις Εκδόσεις Μίνωας, μάς συστήνει μια ιστορία που διασταυρώνει την αγωνία της σύγχρονης εφηβείας με ένα σκοτεινό μυστήριο. Δύο έφηβοι εξαφανίζονται. Ένα κινητό με θήκη-σύμβολο μένει πίσω. Ο πατέρας και ο γιος, ο Ηλίας και ο Μάρκος, μετακομίζουν στην Κομοτηνή για μια νέα αρχή -μα έρχονται αντιμέτωποι με το παρελθόν, την απώλεια και τα αόρατα σημάδια μιας απειλής.
Ο Στέφανος Αλεξιάδης συνδυάζει τη συναισθηματική ένταση μιας πατρικής σχέσης με τα κοινωνικά ζητήματα που απασχολούν την εποχή μας: τον αποκλεισμό, την εσωστρέφεια, τη βία, τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Ένα βιβλίο που κινείται ανάμεσα στο φως και στο σκοτάδι-όπως και οι ήρωές του, όπως και η ίδια η ζωή.
Συνέντευξη στη Νεκταρία Βαρσαμή-Πουλτσίδη
Κύριε Αλεξιάδη, το «Και εγένετο φως» συνδυάζει στοιχεία ψυχολογικού θρίλερ με έντονες κοινωνικές ανησυχίες. Ποιο ήταν το αρχικό έναυσμα για να γράψετε αυτή την ιστορία; Σας δυσκόλεψε κάποια αποτύπωση;
Στ.Αλ.: Το αρχικό έναυσμα ήρθε σαν εσωτερικό ερώτημα σε σχέση με το τι σημαίνει να είσαι έφηβος σήμερα, σ’ έναν κόσμο που αλλάζει γρήγορα, αφήνοντας πίσω τις πιο εύθραυστες ψυχές. Ήθελα να ανακαλύψω τι κρύβεται πίσω από το σιωπηλό βλέμμα ενός εφήβου και πώς ένας πατέρας προσπαθεί να το καταλάβει. Η μεγαλύτερη πρόκληση ήταν η ισορροπία: να αποδώσω την εσωτερική αγωνία χωρίς υπερβολή, να δείξω το σκοτάδι χωρίς να εξαφανίσω το φως, να φανεί η ελπίδα ακόμα και μέσα στη σιωπή. Αυτός ήταν ο στόχος μου.
Η σχέση πατέρα-γιου είναι στον πυρήνα του βιβλίου. Πώς προσεγγίσατε την ψυχοσύνθεση του Μάρκου και του Ηλία; Υπάρχουν προσωπικά σας βιώματα που συνδέθηκαν με τους χαρακτήρες; Μοιράζεστε κοινά με τον Ηλία ή τον Μάρκο;
Στ.Αλ.: Όλοι ήμασταν κάποτε παιδιά και –αν μας το επιτρέψει η ζωή– κάποτε γονείς. Ο Ηλίας και ο Μάρκος είναι κομμάτια μου, όχι επειδή έζησα όσα ζουν, αλλά επειδή ένιωσα τις σιωπές τους. Η πατρική αγωνία να πλησιάσεις ένα παιδί που απομακρύνεται χωρίς λόγια και η εφηβική ανάγκη να κρυφτείς, να σπάσεις τον καθρέφτη. Αυτά τα δύο ρεύματα συγκρούονται, αλλά και συνδέονται. Στο βάθος υπάρχει η ελπίδα της συνάντησης∙ μια σιωπηλή γέφυρα ανάμεσα σε δύο κόσμους που φαίνονται μακρινοί, αλλά τελικά αγγίζονται
Ο Μάρκος, όπως και πολλοί έφηβοι, βιώνει έντονη μοναξιά. Πιστεύετε πως η κοινωνία σήμερα κατανοεί πραγματικά τις ανάγκες των νέων ή παραμένει «κουφή» στα σήματα κινδύνου; Πώς θα μπορούσαν να ελαττωθούν τόσα παρόμοια δείγματα;
Στ.Αλ.: Η κοινωνία μας είναι θορυβώδης, αλλά όχι πάντα πρόθυμη να ακούσει. Τα σήματα των νέων δεν είναι κραυγές, μα ψίθυροι, που απαιτούν προσοχή και ευαισθησία για να ακουστούν. Η μοναξιά δεν δηλώνεται πάντα ξεκάθαρα· μπορεί να κρύβεται πίσω από ένα χαμόγελο. Πιστεύω στη δύναμη της ανθρώπινης παρουσίας: του δασκάλου, του φίλου, του γονιού που δεν φοβάται να μείνει δίπλα, ακόμα κι όταν δεν υπάρχουν απαντήσεις. Η ουσιαστική παρουσία δεν χρειάζεται λόγια, αρκεί η σταθερότητα, η αφοσίωση, η σιωπηλή συμπαράσταση. Αυτό είναι που μπορεί να κάνει τη διαφορά.
Ο κίτρινος αρκούδος, ως επαναλαμβανόμενο σύμβολο, λειτουργεί σχεδόν μεταφυσικά. Ποιος είναι ο ρόλος του στη δομή του μυθιστορήματος και τι εκπροσωπεί για εσάς;
Στ.Αλ.: Ο ρόλος του κίτρινου αρκούδου είναι σημαντικός και γι’ αυτό και τον επέλεξα. Αυτή η φιγούρα είναι η μνήμη, η παιδικότητα που επέζησε, αλλά και το «κάτι» που σε ακολουθεί σιωπηλά, υπενθυμίζοντας πως κάποτε ήσουν άλλος. Είναι φάρος σε ομίχλη, σύμβολο αθωότητας, αλλά και αντικείμενο διαποτισμένο από την απειλή. Ξυπνά νοσταλγία, αλλά και ανησυχία. Μπορεί να είναι μια ψυχή εγκλωβισμένη σε παιχνίδι, που ζητά απελευθέρωση, ή ένας σύντροφος σιωπηλός σε δύσκολες στιγμές. Αντέχει στο χρόνο, κουβαλώντας ό,τι ξεχάστηκε, αλλά δεν χάθηκε. Είναι αυτό που σώζεται όταν όλα τα άλλα αλλάζουν. Θα μπορούσα να πω πως πρόκειται για την αλήθεια της παιδικής καρδιάς.
Στο «Και εγένετο φως» διαφαίνεται και μια ενδιαφέρουσα παρουσία της ελληνικής μυθολογίας. Πώς αποφασίσατε να την ενσωματώσετε στην πλοκή και τι προσδίδει στο κείμενο αυτή η συμβολική διάσταση;
Στ.Αλ.: Το κομμάτι της μυθολογίας σε αυτό το βιβλίο είναι από τις αγαπημένες μου προσθήκες. Δεν την επιστράτευσα για να διδάξω, αλλά για να καθρεφτίσω ανθρώπινα συναισθήματα και εσωτερικές διαδρομές. Η κατάβαση στον Άδη, η λύτρωση, η συνάντηση με το άγνωστο αποκτούν σύγχρονο πρόσωπο και νέα δυναμική. Ο Μάρκος και ο Ηλίας (και όχι μόνο αυτοί) βιώνουν τον δικό τους μύθο, μια προσωπική κάθοδο στο σκοτάδι, μια πορεία μέσα από φόβους, σιωπές και αναζητήσεις. Κι ίσως, μέσα από αυτή την πορεία, να υπάρξει ανάταση ή έστω μια στιγμή κατανόησης. Γιατί κάθε μύθος είναι και μια αλήθεια με άλλο ένδυμα.
Αν ένας αναγνώστης έκλεινε το βιβλίο, κρατώντας μόνο ένα συναίσθημα ή μια σκέψη, ποια θα θέλατε να είναι αυτή ιδανικά;
Στ.Αλ.: Θα ήθελα το βιβλίο να κλείσει αφήνοντας έναν κόμπο στον λαιμό και μια φλόγα στην καρδιά. Να μείνει η αίσθηση πως, όσο κι αν σκοτεινιάσει μέσα μας, πάντα υπάρχει μια χαραμάδα φωτός. Πως οι σχέσεις -κάθε είδους-, όσο τραυματισμένες κι αν είναι, μπορούν να επουλωθούν όταν υπάρχει ειλικρίνεια, παρουσία και διάθεση για σύνδεση. Πάνω απ’ όλα, ήθελα να περάσει η ιδέα ότι αξίζει να προσπαθούμε να καταλάβουμε τον άλλον είτε ανήκει στην πλευρά του φωτός είτε του σκοταδιού. Η κατανόηση γεννά γέφυρες, ενώ η εξήγηση μένει συχνά στη σιωπή.
Πιστεύετε ότι η λογοτεχνία -και ειδικά τα κοινωνικά μυθιστορήματα- μπορούν να λειτουργήσουν ως εργαλείο ενσυναίσθησης; Μπορεί ένα βιβλίο να κάνει τους αναγνώστες να «δουν» αλήθειες που αλλιώς θα αγνοούσαν;
Στ.Αλ.: Ξεκάθαρα ναι. Αν η λογοτεχνία δεν ανοίγει ρωγμές στην άγνοιά μας, τότε τι νόημα έχει; Ένα καλό βιβλίο δεν προσφέρει απαντήσεις, αλλά ερωτήματα που καίνε και σε αναγκάζουν να σκεφτείς βαθύτερα. Σε βάζει για λίγο στα παπούτσια του άλλου, σου δείχνει άλλες οπτικές και εμπειρίες. Και κάπου μέσα σε μια φράση, σε μια σκέψη, μπορεί να αναγνωρίσεις κάτι δικό σου, κάτι που ούτε εσύ ήξερες πως υπήρχε μέσα σου. Αυτή είναι η μαγεία της λογοτεχνίας, η δύναμή της να μας αλλάζει.

