Μια ανάγνωση της ποιητικής συλλογής της Χριστιάνας Δημητρά
Στο κρύο πάτωμα
(2024, εκδόσεις Άνω Τελεία)
Οι χρόνοι του ψυχικού βίου σίγουρα δεν ταυτίζονται με την γραμμική διάσταση του χρόνου που, λίγο πολύ, κυριαρχεί στην καθημερινότητα. Από αυτήν την άποψη, η πρώτη ποιητική εκδοτική απόπειρα της Κερκυραίας Χριστιάνας Δημητρά δεν αποτελεί χρονικό, με την στενή έννοια, ενός εσωτερικού ταξιδιού. Είναι, όμως, σίγουρα ένα οδοιπορικό με ευκρινείς αρμούς και εσωτερική ενότητα. Τα 21 ποιήματα της συλλογής συναποτελούν μια ποιητική σύνθεση, ενδιαφέρουσα τόσο από άποψη περιεχομένου όσο και από άποψη μορφής.
Θέλω να φύγω από τον κόσμο / που δεν με χωράει, από τις νύχτες που ουρλιάζουν και δεν / με αφήνουν να κλείσω μάτι, από το αύριο / που με θέλει να πονώ. Σε περιμένω κι ας φύγουμε / μαζί, όποιος κι αν είσαι (Μοιραία αναμονή): Η (ψυχοσυναισθηματική) εις Άδου κάθοδος και επάνοδος στην ζωή, εμπειρία βαθιά προσωπική και, ταυτόχρονα, εκτεταμένα κοινωνική, κοινή ανθρώπινη συνθήκη, ιδίως στην σύγχρονη πραγματικότητα, πάντα διαδραματίζεται εν κοινωνία, ακόμα και μέσα στα πιο πηχτά μοναχικά σκοτάδια: Το μυαλό μου είναι τόσο θολό όσο τα πάντα.[…] Θα τα πούμε στο μυαλό μου (Εγκεφαλικές συναντήσεις υπό λευκό φωτισμό).
Η ψυχική οδύνη βιώνεται στο κρύο πάτωμα ως περιπέτεια με την αριστοτελική έννοια του όρου, ως εἰς το ἐναντίον τῶν πραττομένων μεταβολή: Φώτα εδώ, φώτα από ΄δώ / και από ΄κεί, φώτα παντού μα…μας περικλείει / το απόλυτο σκοτάδι (Το πορτατίφ). ₋ Και βλέπω / ναύτες να κολυμπούν αφού ναυάγησαν / σε χιλιάδες δρόμους (Μάλλον χτες). Αποτυπώνεται με «τόσο όσο», συγκρατημένο λυρισμό και οξύ κριτικό/αυτοκριτικό βλέμμα: Εξοπλίσου με άσφαιρα / θα γίνει μάχη μόλις έρθω∙ να μην τραυματιστούμε (Εντός εκτός και επί τα κενά). Η καταγραφή αυτή κινείται συνεχώς στα όρια του διπόλου οικείωση – ξένωση: Το απόγευμα στην πόρτα σου θα τρεμοπαίζουν τα φώτα / λίγο πριν δύσει ο ήλιος, μέτρα τα σκαλοπάτια / προς την κόλαση ( Τα σκαλοπάτια που μας χωρίζουν). Θα ΄θελα πολύ να είμαι / παιδί, να αγγίζω το δέρμα μου και να νιώθω / το δέρμα ενός παιδιού με τόση αθωότητα∙ / να μην το σιχαίνομαι, να μην ουρλιάζει / το πετσί μου από αηδία, να μην είναι όλα / τόσο κατανοητά (Δρακόντειο). Καθώς το οδοιπορικό της ψυχικής οδύνης ξετυλίγεται, αναδεικνύονται με ενάργεια τα χαρακτηριστικά ενός διακριτού ποιητικού σύμπαντος:
- Μαχητική απαισιοδοξία : Το χάος / φωτισμένο είναι λιγότερο τρομακτικό! Η ελπίδα παραμένει / μέχρι το τελευταίο λεπτό, είναι εκείνη τελικά∙ φωτίζει τον δρόμο σου, / δεν το συνειδητοποιείς, είναι σχεδόν αόρατη μα υπάρχει (Αφώτιστο χάος εν πτήσει).
- Επίμονο και επώδυνο σκάψιμο έως τα βαθύτερα στρώματα του είναι, τις απαρχές του τραύματος (πρωτογενούς, ανεπίγνωστου, υπαρξιακού): Μέσα στην παραίσθηση / ξέχασα πότε έγιναν αυτά. Δεν θυμάμαι / τον χρόνο∙ […] Δεν θυμάμαι το πότε. Ίσως ποτέ (Μάλλον χτες). Επιδιώκεται η ανάσυρση, ανάδειξη και επεξεργασία του τραύματος και όχι ο εξορκισμός του : Το δικό μου χάος θέλει / φως για να φανεί στον ουρανό (Αφώτιστο χάος εν πτήσει).
- Κοπιαστική αυτογνωσία και ανάληψη ευθύνης: Σαν βγω από το κελί που μ΄ έχωσα και μ΄ άφησα / να σαπίσω, τότε μόνο θα ξέρω τον κόσμο / λίγο καλύτερα, θα ξέρω, αφού θα ΄χω μάθει / από μένα (Τοτεμική πραγματικότητα). Ο αναστοχασμός αφήνει ανεξίτηλη την ουλή του πόνου και της επίγνωσης: Εγώ βρεγμένη / δεν φοβήθηκα ποτέ. Ανοίγω τις κούτες / μέσα έχουν λάθη και λίγα πάθη (Corona borealis).
- Κριτική εστίαση στο χτίσιμο του εαυτού: Είμαι απόλυτα φτιαγμένη από ταμπού. / Τα επέβαλα στον εαυτό μου / γιατί τα αποδέχτηκα (Τοτεμική πραγματικότητα) ₋ Η κοινωνία είχε επιλέξει τον δρόμο / που πήρε και κατέληξε∙ κάπου και εμείς σ΄ αυτόν καταλήξαμε. / Η συνήθεια μας ώθησε στη λήθη και εμένα μαζί.[…] (Ποιος γέλασε καλύτερα;₋ αληθινό ποιητικό δοκίμιο για την ανθρώπινη κοινωνικοποίηση).
Η ποιητική σύνθεση της Χριστιάνας ανοίγει με ένα πρελούδιο χαμηλών τόνων, που αφήνει τον αναγνώστη ανύποπτο για την συναισθηματική θύελλα που έρχεται: Πολύ θα ήθελα να αφηγούμαι στιγμές / που έχω ζήσει∙ μα αντί γι΄ αυτό συνήθως πιάνω στα πράσα / τον εαυτό μου να περιγράφει στιγμές που θα ήθελα / να ζήσω[…] (Από μια στιγμή). Ξεδιπλώνεται με εξάρσεις και υφέσεις, ενίοτε μέσα από ποιητικές αφηγήσεις αλλόκοτες έως εφιαλτικές, πάντοτε όμως υπό το κράτος μιας παραγωγικής θλίψης, που δεν ξεπέφτει σε μοιρολατρία και άμετρη αυτολύπηση, αλλά προετοιμάζει, βήμα βήμα, την ανοδική πορεία προς το φως, με εμφανή σημεία καμπής τα ποιήματα Αφώτιστο χάος εν πτήσει και Δρακόντειο. Ορισμένα από τα ποιήματα-στοιχεία της σύνθεσης βρίσκονται σε εμφανή διάλογο μεταξύ τους (Ο κάκτος μου και Για μια ζωή χωρίς αγκάθια), άλλα συνομιλούν πιο υπόγεια. Η σύνθεση κλείνει με ένα ποίημα-επιμύθιο, ελεγεία στην απώλεια της αθωότητας ₋ που γίνεται αποδεκτή χωρίς το στίγμα της αναπηρίας ₋ και στην ενσωμάτωση του τραύματος δια του εναγκαλισμού: Κοίτα να δεις που όλα αυτά τα σκέφτηκα / εκεί στο κρύο πάτωμα∙ και μέσα / σε κείνο το τζιν, στις χειρότερές μου μέρες∙ / εκείνες που δεν ήξερα αν οι καλύτερες ήταν / μπροστά ή πίσω[…] Το τζιν αυτό είναι ωδή σε όσα ζω. Ωδή στο γεγονός. / Να στο εξηγήσω πιο καλά: Ωδή στο ότι ζω. / Γιατί κατάφερα και έζησα, ακόμη και χωρίς (Το τζιν).
Από άποψη μορφής, ας σημειωθούν δύο αξιοπρόσεκτες ιδιαιτερότητες: αφενός, το βάδισμα του στίχου με διασκελισμό, ο οποίος αφήνει (σε μένα τουλάχιστον) μια αίσθηση λαχανιάσματος, με κόμπο στο λαιμό και βάρος στο στέρνο – όπως ακριβώς η στηθάγχη ∙ αφετέρου, η σχετική αυτοτέλεια ή/και ο επιγραμματικός χαρακτήρας του τελευταίου στίχου κάθε ποιήματος, γνωρίσματα τα οποία τους επιτρέπουν να λειτουργούν ως επιμύθια ή/και να διαβάζονται κατά σειρά, δημιουργώντας μια ξεχωριστή σύνθεση, προφανώς τεμνόμενη με την ευρύτερη ποιητική σύνθεση στην οποία ανήκουν.
Σ΄ αυτούς που το μυαλό τους τρεμοπαίζει / σαν πειραγμένη λάμπα∙ γι΄ αυτούς ακόμα προσπαθώ / να μετρώ όλα εκείνα τα αστέρια / μπας και καταφέρω να υπάρξω: Η αρχική αφιέρωση-μότο της ποιητικής συλλογής δηλώνει την ανεπιφύλακτη ταύτιση της Χριστιάνας με τους ψυχικά πάσχοντες ανθρώπους ₋ ουσιαστικά την πλειοψηφία του πληθυσμού σήμερα. Σε ένα κοινωνικό περιβάλλον όπου η ψυχική δυσφορία έχει πάρει διαστάσεις ενδημικής κοινωνικής νόσου, είναι πολύ σημαντική η ανοιχτή και δημόσια παραδοχή αυτής της πραγματικότητας και η ρητή δήλωση της ομιλούσας ότι αποτελεί μέρος της: Πώς μοιάζει το μυαλό μου τελικά; Και μέσα από τα κόκκινα / μάτια; Κόκκινα από τα δάκρυα, κόκκινα απ΄ το αίμα που τρέχει / μέσα από τα πόδια, εκεί που οι αισθήσεις συναντιούνται / με το άρρωστο όπως λένε μυαλό μου (Μάλλον χτες). Η υπέρβαση του φόβου του κοινωνικού στιγματισμού μπορεί να διευκολύνει την επιλογή της βίωσης του ψυχικού πόνου ως μέρους της ανθρώπινης εμπειρίας, αντί της καταστολής του με νόμιμα ή παράνομα ψυχοτρόπα, εργασιομανία, καταφυγή σε κάθε είδους αυταπάτες. Η απόφαση της Χριστιάνας να μιλήσει, μέσω της τέχνης, εξ ονόματος της μάζας των ψυχικά πασχόντων, ως φωνή αυτών που δεν έχουν φωνή, είναι μια στάση εξόχως πολιτική. Οπωσδήποτε εναρμονίζεται και με το πολιτικό περιεχόμενο της επόμενης ποιητικής της συλλογής, όπως η ίδια έχει προαναγγείλει σε συνέντευξή της (Κοκκίνου, Χ. Συνέντευξη με τη Χριστιάνα Δημητρά σχετικά με την ποιητική της συλλογή Στο Κρύο Πάτωμα. 2025. Ιστοσελίδα θέατρο.gr)
Το πολιτικό στίγμα της ποιητικής σύνθεσης Στο κρύο πάτωμα είναι ευκρινέστατο σε αρκετά σημεία της: Αν οι ευχές μας πράγματι χάνονται, αν πράγματι / κανείς δεν είναι στην άλλη άκρη του ποταμού / να τις ακούσει. Αν πράγματι όλα / είναι ένα ψέμα…/ Δεν θα σταματήσουμε ποτέ να ευχόμαστε (Ευχές που ταξίδεψαν πάνω από γκρι) ₋ παράβαλε και το εμβληματικό σύνθημα: Κι ας μη νικήσουμε ποτέ / θα πολεμάμε πάντα. Η πολιτική χροιά προκύπτει από αυτήν την μαχητική απαισιοδοξία ₋ ή αλλιώς, επαναστατική μελαγχολία ₋ αλλά και μέσα από την ( βασανιστική ) αναζήτηση της ουτοπίας: Σε έναν τόπο αδιανόητο, ο αέρας / μου χαϊδεύει τα μαλλιά […] Αναρωτιέμαι αν υπάρχει / αυτός ο τόπος που αγαπά και γιατρεύει / όλους τους έρωτες […] Σε εκείνον τον τόπο, τον μη τόπο (Ερωτικοί τοπικοί). ₋ Ίσως συναντηθούμε ξανά / κι εμείς ₋ σε μιαν άλλη ζωή / δίχως αγκάθια, οικοδομές / δίχως συρματοπλέγματα. Σε τούτην εδώ / δεν καταφέραμε να αλλάξουμε / τον κόσμο (Για μια ζωή χωρίς αγκάθια).
Από τα κακοτράχαλα μονοπάτια μιας διαφορετικής γενιάς, η ποίηση της Χριστιάνας έρχεται να συναντήσει τους ποιητές μιας άλλης εποχής, αυτούς που μιλάνε, όπως ο Μ. Αναγνωστάκης, για τα προαύλια των φυλακών και για το δάκρυ των μελλοθανάτων: Τρίζουν / κάθε βράδυ τα κρύα κάγκελα, φοβάμαι / να τα ακουμπήσω. Μέσα στους τοίχους ακούω φωνές / ποντικιών να ουρλιάζουν και μια μάνα / λεχώνα ποντικίνα να ωρύεται / από θυμό. Το τρίξιμο με ανατριχιάζει, / τα νιώθω πίσω στο σβέρκο μου τα ουρλιαχτά / των ποντικιών, προσπαθώ να σκάψω στον τοίχο / να τα σώσω αλλά δεν έχω νύχια.[…] Αν πάθουν κακό, / ποιον θα έχω συντροφιά; Όχι τα ποντίκια! / Σας παρακαλώ, όχι / τα ποντίκια! Με ηρεμούν τις ώρες που…/ Εκείνες τις ώρες πριν τον θάνατο (Μοντερνισμός στον θάνατο των ποντικιών). Μέσα σ΄ ένα σκηνικό ζοφερής εικαστικής ομορφιάς, αποτυπώνονται, με ανατριχιαστική πιστότητα, τα βογγητά μιας εποχής που παλεύει μέσα στα σκοτάδια να (ξανα)βρεί τις συλλογικές αναφορές και τον δρόμο προς την ουτοπία.
Βάζοντας τα ποιητικά της δάχτυλα επί τον τύπον των ήλων της κοινωνικής οδύνης που βιώνεται ως ατομική, η Χριστιάνα καταθέτει μια κραυγή πόνου και αγωνίας αλλά και ελπίδας για όσους/ες, ολοένα και περισσότερους/ες, κειτόμαστε (με πλήρη ή διαλείπουσα συνείδηση) στο κρύο πάτωμα.

