Μια ποιητική συλλογή που δεν μιλά για το μεγάλωμα ως ηλικία, αλλά ως ρήγμα, μνήμη και δύσκολη συμφιλίωση με τη σιωπή.
Στη εφημερίδα «CorfuPress» φιλοξενούμε την ποιήτρια κυρία Μαρία Νεφέλη Νικηφόρου με αφορμή την ποιητική συλλογή «Ενηλικίωση», που κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις ΤΡΙ.ΕΝΑ. Από το εξώφυλλο κιόλας, με το άνθος που μοιάζει εύθραυστο και με τις κόκκινες πιτσιλιές να χαλάνε τη γαλήνη, καταλαβαίνει κανείς ότι εδώ η ενηλικίωση δεν έρχεται ήσυχα. Δεν είναι μετάβαση στρωτή, δεν είναι ωρίμανση σχολικού τύπου, είναι κάτι που περνά από ρωγμές, από μνήμη, από σώμα και από λέξεις που παλεύουν να μη σπάσουν.
Ξεφυλλίζοντας τα ποιήματα, από τα «Μαθήματα φωνητικής» και την «Αυτοπροσωπογραφία» μέχρι τις «Υπάρξεις», το «Χελιδόνι», τη «Σκόνη», το «Αποστρέφομαι» και την «Καταιγίδα», νιώθεις πως η φωνή της συλλογής δεν προσπαθεί να στολίσει τον πόνο. Προσπαθεί να τον κοιτάξει κατάματα και να τον αγκαλιάσει. Κι αυτό, είναι από τις πιο όμορφες κι αληθινά πράξεις τις ανθρώπινης ψυχής.
Συνέντευξη στη δημοσιογράφο Νεκταρία Βαρσαμή Πουλτσίδη
Κυρία Νικηφόρου, στον τίτλο επιλέγετε τη λέξη «Ενηλικίωση», όμως τα ποιήματά σας δεν μιλούν για μια ήρεμη μετάβαση. Μιλούν για ρωγμές, μοναξιά, φόβο και εσωτερική τριβή. Για εσάς η ενηλικίωση είναι τελικά πορεία ή απώλεια;
Μ.Ν.Ν.: Όπως όλες οι μεταβάσεις που βιώνουμε ως άνθρωποι κατά τη διάρκεια της ζωής, η ενηλικίωση για εμένα δε θα μπορούσε να μην περιέχει εξ ορισμού και το στοιχείο της απώλειας. Η απώλεια του παλιού μας εαυτού, με ό,τι αυτό συνεπάγεται για τον καθένα και την καθεμία ξεχωριστά, αποτελεί μία φυσική κρίση που καλούμαστε να αντιμετωπίσουμε σε αυτό το στάδιο. Η θεώρηση που έχουμε για τον κόσμο και τη θέση μας μέσα σε αυτόν κλονίζονται και επανεξετάζονται. Ανακαλύπτουμε εκ νέου την ταυτότητά μας και τη σχέση μας με ό,τι και όποιον μας περιβάλλει. Ωστόσο, η απώλεια αυτή της παιδικότητας δε θα πρέπει να αντιμετωπίζεται ως κάτι προς αποφυγή ή απειλητικό, είναι κομμάτι αναπόσπαστο της ίδιας μας της ύπαρξης και σηματοδοτεί την εξέλιξη και την πορεία μας μπροστά.
Στο ποίημα «Μαθήματα φωνητικής» γράφετε πως μεγαλώνεις μονάχα όταν μαθαίνεις ότι αξίζει να ψάχνεις κάποιον να ακούει τη σιωπή σου. Πότε καταλάβατε ότι η σιωπή μπορεί να είναι πιο αποκαλυπτική από την ίδια τη φωνή;
Μ.Ν.Ν.: Μια τέτοια συνειδητοποίηση προέρχεται από την εμπειρία και την παρατήρηση. Αφήνοντας πίσω τις συμπεριφορές και τα έντονα συναισθήματα της παιδικής ηλικίας, μπορεί να αντιληφθεί κανείς ότι πολλές φορές η σιωπή μπορεί να είναι από μόνη της ουσιαστική και αρκετή, χωρίς την ανάγκη για διαρκή διεκδίκηση της προσοχής. Από την άλλη πλευρά, η ικανότητα παρατήρησης της σιωπής ενός ανθρώπου, καθώς και ο προβληματισμός και η ενσυναίσθηση που έπονται, είναι ένα στοιχείο που θεωρώ ότι υπολείπεται στη σύγχρονη κοινωνία που προάγει τη συνεχή αυτοπροβολή, προώθηση και επιβολή. Για τον λόγο αυτό αναφέρομαι στην αξία της αναζήτησης αυτών των λίγων ανθρώπων που πραγματικά σε βλέπουν, δίχως να χρειάζεται να τους υποχρεώσεις να σε αγαπήσουν ή να σε φοβηθούν.
Η «Αυτοπροσωπογραφία» δεν μοιάζει με καθρέφτη που απλώς δείχνει ένα πρόσωπο. Μοιάζει με απόπειρα να χαρτογραφηθεί ένα εσωτερικό τοπίο. Όταν γράφετε για τον εαυτό σας, νιώθετε ότι αποκαλύπτεστε ή ότι προσπαθείτε να καταλάβετε ποια είστε;
Μ.Ν.Ν.: Πρόκειται για έναν συνδυασμό και των δύο. Αποκαλύπτοντας στο χαρτί τις πιο ενδόμυχες σκέψεις και ανησυχίες, και εξετάζοντάς τες από απόσταση, μπορείς να αποκτήσεις μια διαφορετική οπτική του εσωτερικού σου κόσμου. Αντίστοιχα, στην προσπάθεια ανακάλυψης των πτυχών του εαυτού σου, αποκαλύπτεται στον/στην αναγνώστη/ρια ένα εσωτερικό τοπίο στο οποίο, ενδεχομένως, να μπορεί να αναγνωρίσει ψήγματα του εαυτού του/της. Επιπλέον, η αυτοπροσωπογραφία σε όλες τις μορφές της τέχνης ανέκαθεν αποτελεί άσκηση ενδοσκόπησης του/της δημιουργού και τοποθέτησης του εσωτερικού του/της κόσμου στον κόσμο εξωτερικά από τον/την ίδιο/α.
Στις «Υπάρξεις» υπάρχει μια φράση που κόβει βαθιά, εκεί όπου η σκέψη φτάνει στην ευχή να μην υπάρχεις. Πόσο δύσκολο ήταν να δώσετε ποιητική μορφή σε τόσο σκοτεινά σημεία χωρίς να χαθεί η αλήθεια τους;
Μ.Ν.Ν.: Οι «Υπάρξεις» είναι ένα ποίημα που με είχε απασχολήσει αρκετά ως το πώς μπορεί να αποδοθεί ένα τόσο απλό και απτό συναίσθημα, δίχως να αποσπαστεί η προσοχή του/της αναγνώστη/ριας στα σκοτεινά σημεία που σοκάρουν. Επέλεξα τελικά άμεση και απλή γλώσσα, χωρίς ιδιαίτερες περιστροφές. Η φράση αυτή του ποιήματος επαρκεί να συνοψίσει το δίπολο της ύπαρξης-ανυπαρξίας και να εστιάσει στην αλήθεια και τη σκληρότητα της συγκεκριμένης συναισθηματικής κατάστασης.
Στα ποιήματά σας επιστρέφουν διαρκώς η πληγή, η ρωγμή, η σκόνη, η καταιγίδα, το χιόνι, η θάλασσα. Τα φυσικά αυτά στοιχεία λειτουργούν σαν σύμβολα ή σαν τόποι όπου πηγαίνει το συναίσθημα για να μπορέσει να ειπωθεί;
Μ.Ν.Ν.: Η χρήση στοιχείων από τη φύση, καθώς και στοιχείων με έντονες υφές δεν αποτελεί πρωτοτυπία του δικού μου στυλ γραφής. Ακριβώς γι’ αυτόν τον λόγο όμως η χρήση τους στο έργο μου είναι καθοριστική, συνειδητή και άμεση. Αποτελούν συγκεκριμένα σύμβολα με τα οποία μπορούν να επικοινωνηθούν στοχευμένα έννοιες σε όλους τους αναγνώστες και τις αναγνώστριες ανεξαρτήτως υποβάθρου.
Στην «Καταιγίδα» η φωνή σας μοιάζει να ξεπερνά το ατομικό και να μιλά σχεδόν για όλες τις γυναίκες που δεν πρόλαβαν να τραγουδήσουν μέσα στις ψυχές τους. Εκεί μιλά η προσωπική σας εμπειρία ή μια βαθύτερη ανάγκη να δοθεί χώρος και σε άλλες γυναικείες σιωπές;
Μ.Ν.Ν.: Ως γυναίκα, δε θα μπορούσα να αποκόψω την προσωπική μου εμπειρία από εκείνη άλλων γυναικών που καταδικάζονται συστηματικά στη σιωπή και στο σκοτάδι. Δε γίνεται να αγνοούμε και να συγκαλύπτουμε την επίπονα επίκαιρη και διαχρονική καταπίεση, κακοποίηση και θανάτωση των γυναικών σε σωματικό και πνευματικό επίπεδο. Η «Καταιγίδα», η «Γυναίκα της βροχής», η «Αντίθεση», η «Φλεγόμενη», το «Αερικό», αποτελούν όψεις της σύγχρονης γυναίκας που καλείται να επιβιώσει σε έναν κόσμο που της επιβάλει με κάθε δυνατό τρόπο να κόψει τα «Νύχια» της, να σιγήσει, να μαζέψει τις λεπίδες της και να φυλακίζει κάθε αιχμηρό στοιχείο του εαυτού της, με αντίποινο στην έλλειψη συμμόρφωσης τον φυσικό και ψυχικό της θάνατο.
Η παρουσία της Sylvia Plath στην αρχή της συλλογής δεν φαίνεται καθόλου τυχαία. Τι είδους συνομιλία ανοίγετε μαζί της και πώς θα θέλατε να σταθεί η δική σας «Ενηλικίωση» απέναντι στο σκοτάδι, ως παράδοση, ως αντίσταση ή ως προσωπική κατάθεση;
Μ.Ν.Ν.: Τόσο το έργο, όσο και η προσωπικότητα της Sylvia Plath με αγγίζουν σε ένα πολύ βαθύ και προσωπικό επίπεδο. Το απόσπασμα από το ποίημά της «The Jailor» που παραθέτω στην αρχή της συλλογής θίγει το θέμα της συνεχούς μάχης για απελευθέρωση από την κακοποίηση, τον περιορισμό, το σκοτάδι που έχουμε συνηθίσει να μας ορίζουν. Ελπίζω η δική μου «Ενηλικίωση» να στρέψει το φως σε θέματα που αφορούν το πώς και με ποιες αξίες -ή έλλειψη αυτών- η κοινωνία και η πολιτεία διαμορφώνουν τα παιδιά, πώς συνθλίβουν τους νέους ενήλικες στο ξεκίνημά τους, πώς εμείς οι ίδιοι οι άνθρωποι αποδεχόμαστε τα δεσμά που μας επιβάλλονται και βυθιζόμαστε στον ρόλο στον οποίο μας έχουν συνηθίσει, ή τολμούμε να επαναστατήσουμε ορίζοντας αυτοβούλως τη δική μας πορεία και τη σχέση με τους συνανθρώπους μας, τη φύση και τον κόσμο.

